Τα δάκρυα ποτίζουνε της μοίρας το υφάδι,

οι καρδιές αργοπεθαίνουνε με μαραμένο χτύπο,

για μάτια που αντικρίσανε τα μυστικά του Άδη

και γέλια που έμειναν βουβά μες της Εδέμ τον κήπο.

 

Λάμψεις που αχνοφέγγουνε μόλις φανεί το βράδυ.

Σκιές που επιστρέφουνε στου δειλινού το φως.

Άυλα κορμιά γυρεύουνε στερνό αγάπης χάδι,

αφού οι ζωές χωρίστηκαν, χωρίς γιατί και πώς …

 

Οι μνήμες ζωντανεύουνε μες το πυκνό σκοτάδι,

για ανάσες που στερέψανε προτού να είν’ η ώρα.

Ψυχές που φέρουν το βαρύ του χάροντα σημάδι.

Όνειρα που ταξίδεψαν ως του ποτέ τη χώρα.

 

Γονυπετείς προσέρχονται στον κάτω κόσμο ικέτες.

Αναζητώντας ένα άγγιγμα, ένα τελευταίο βλέμμα.

Σαν άστρα λάμπουν μέσα τους ουράνιοι επισκέπτες.

Γιατί οι αγάπες μας μπορούν του αθάνατου το ψέμα.

 

_

γράφει η Βάσω Κώστογλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!