Αιώνια ομορφιά

14.01.2021

Ο ήλιος έλουζε με τις καυτές μεσημεριανές ακτίνες του, το όμορφο σμαραγδένιο νησί του. Η θάλασσα φαινόταν από ψηλά τόσο γαλήνια και κρυστάλλινη, σαν θελκτικό θηλυκό που σκορπάει τον πόθο. Έτσι ένιωθε κι ο Δημήτρης βλέποντάς την, ανυπομονούσε να σχολάσει, για να δροσιστεί μέσα στα καταγάλανα νερά της. Ανέβαινε το Μόντε Σμιθ προκειμένου να παραδώσει την τελευταία παραγγελία του και μετά ήταν ελεύθερος, επιτέλους! Προσπαθούσε να αναπτύξει ταχύτητα, μα το μηχανάκι του μούγκριζε αγκομαχώντας καθώς ανέβαινε την ανηφόρα. Κάποια στιγμή ένιωσε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου και διαπίστωσε αγανακτισμένος πως ξεφούσκωσε το λάστιχο. «Τι γκαντεμιά! Την τύχη μου μέσα..» μονολόγησε και τηλεφώνησε στο αφεντικό για να δει τι θα γίνει. Εκείνος εκνευρισμένος του είπε να περιμένει και θα έστελνε κάποιον. 

O Δημήτρης άναψε τσιγάρο, λουσμένος στον ιδρώτα και βλαστημώντας κατέβηκε προς το παγκάκι που βρισκόταν λίγο παρακάτω. Από εκεί, μπορούσε να δει τη μύτη του νησιού, όπου απλωνόταν η πόλη και την υπέροχη, καταγάλανη ακτογραμμή που διέγραφε όμορφους κόλπους. Τίποτα απ’ όλα αυτά όμως δεν μπορούσαν να φτιάξουν τη διάθεση του Δημήτρη. Το τελευταίο πράγμα που θα πρόσεχε αυτή τη στιγμή ήταν η ομορφιά του τοπίου. Κάθισε στο παγκάκι και είδε με την άκρη του ματιού του, ένα κοριτσίστικο τετράδιο, ακουμπισμένο δίπλα του. Κοίταξε γύρω, μα δεν υπήρχε κανείς. «Ποιος ξέρει ποιο ονειροπαρμένο κοριτσόπουλο το ξέχασε» σκέφτηκε και το ξεφύλλισε μηχανικά. Ανοίγοντας την πρώτη σελίδα τού έκανε εντύπωση η ημερομηνία (19-09-1999). Σχεδόν 20 χρόνια πριν! Διάβασε τις πρώτες γραμμές  «Καθισμένη στο παγκάκι της πλατείας, ένα φθινοπωρινό βράδυ μοναξιάς…». 

Ο Δημήτρης ήταν ένας νεαρός γύρω στα 25. Μεγάλωσε σ’ ένα χωριό των Σερρών, από αγροτική οικογένεια. Το σχολείο το έβγαλε μετά βίας. Όταν ήρθε να υπηρετήσει στο στρατό στη Ρόδο, τον κέρδισε το νησί κι έμεινε εδώ δουλεύοντας όπου έβρισκε. Ίσα ίσα να βγαίνει το μεροκάματο. Με τις γυναίκες τα πήγαινε καλά. Πολλά καλλίγραμμα θηλυκά πέρασαν από το κρεβάτι του,  αν και ποτέ δεν είχε ερωτευτεί αληθινά. Γενικώς δεν πίστευε και πολύ σε αγάπες και λουλούδια. Ο ρομαντισμός ήταν γι αυτόν σκέτη ανοησία και τον έρωτα τον έβλεπε καθαρά ως σαρκική απόλαυση.

Εκείνη τη στιγμή όμως κάτι του κίνησε το ενδιαφέρον. Έχοντας το τσιγάρο στα χείλη και μισοκλείνοντας τα μάτια από τον καπνό, συνέχισε να διαβάζει.

«Άλλο ένα καλοκαίρι έφυγε και πέρασε στον κόσμο των αναμνήσεων. Τι μας πόνεσε; Τι μας διασκέδασε; Τι μας έκανε τρελούς από χαρά; Τι μας μελαγχόλησε; Όλα πέρασαν μια βόλτα και έφυγαν χωρίς επιστροφή.

Γύρω μου άνθρωποι, πολλοί άνθρωποι, τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους και όμως τόσο ίδιοι. Όλοι επηρεασμένοι από το ρεύμα της εποχής. «Το ΝΟΚΙΑ κατέβηκε στις 32.000 δρχ.!» Φοβερό γεγονός και σοβαρό θέμα για συζήτηση! Μέχρι πριν λίγο καιρό όποιος είχε κινητό ήταν καπιτάλας και ψώνιο, τώρα γίναμε όλοι έτσι. Κάθε εποχή διαφορετική και όμως τα παιδιά είναι πάντα παιδιά και δεν ξεχνούν το παιχνίδι. Οι έφηβοι είναι πάντα έφηβοι και δεν μασάνε να χασκογελούν φωναχτά ανάμεσα στο πλήθος. «Αύριο είναι η μεγάλη μέρα», ξεστόμισε ένας δεκαπεντάχρονος, προφανώς κάποιος αγώνας θα γίνεται και δεν είναι δύσκολο να το μαντέψει κανείς.

Άνθρωποι γεμάτοι προβλήματα και όμως μοιάζουν τόσο ξέγνοιαστοι! Πίνουν ανέμελοι το καφεδάκι τους χωρίς να καταλαβαίνουν τι συμβαίνει! Ανυποψίαστοι όλοι γύρω μου, λες και είναι υπνωτισμένοι. Προγραμματισμένοι ακολουθούν το πρόγραμμα που τους έβαλαν, χωρίς να το συνειδητοποιήσουν. Είναι κουρδισμένα ρομποτάκια που έχουν την ψευδαίσθηση πως είναι ελεύθερα και αυτόνομα.  Ένα παιδί πιάνει τα σκουπίδια από κάτω και ο μπαμπάς φωνάζει «Μην τα πιάνεις είναι βρώμικα!» Ξανά και ξανά η ίδια σκηνή. Ποιος άνθρωπος δεν έχει ζήσει αυτή τη σκηνή στην αρχή της ζωής του;

Κορίτσια, αγόρια, άντρες, γυναίκες, παππούδες και γιαγιάδες, όλοι ριγμένοι στο κυνήγι της ευτυχίας. Μήπως ξέρουν όμως ποια είναι αυτή η ευτυχία; Την έχουν δει ποτέ; Την έχουν φανταστεί ή ψάχνουν στα τυφλά; Μάλλον το δεύτερο! Ψάχνουν κάτι χωρίς να ξέρουν τι είναι. Τότε πώς είναι δυνατόν να το βρουν; Η απάντηση είναι απλή. Ο καθένας βρίσκει από κάτι υποθέτοντας πως αυτό θα είναι εκείνο που έψαχνε και έτσι ικανοποιείται. Λίγοι συνειδητοποιούν πως αυτό που βρήκαν είναι τελικά άσχετο με αυτό που έψαχναν. Ο ήχος του κινητού ξεχωρίζει ανάμεσα στο βουητό από τις φωνές. Είναι ο ήχος της νέας εποχής. Η σάλπιγγα του 2000! Όλα γύρω μας αλλάζουν κι όλα είναι τόσο ίδια!

Τελικά δε με πήρε τηλέφωνο. Με πειράζει γιατί ήθελα να ακούσω τη φωνή του, ήθελα να με σκεφτεί. Γιατί ειδικά αυτός και όχι κάποιος άλλος; Επειδή αυτός έχει τη μαγεία που μας χάρισε ο έρωτας! Ο έρωτας που ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει ανάμεσα στους αιώνες. Όσο και αν προοδεύσει η επιστήμη, τον έρωτα δεν πρόκειται να τον καταπολεμήσει, να τον θεραπεύσει! Είναι αναλλοίωτος και ανίκητος από τους ταπεινούς θνητούς ανθρώπους. Έχει κατακτήσει τόσα δισεκατομμύρια ανθρώπων κάθε εποχής! Και όποιος έχει την τύχη να τον γευτεί και ξέρει να τον απολαύσει, είναι πολύ κοντά σε αυτό το «κάτι» που έψαχνε.

«Βαρέθηκα να με αγαπάνε, θέλω να με μισήσουν, αλλά και αυτό θα το βαρεθώ. Όταν ξεκινάει κάτι ξέρω το τέλος και  βαριέμαι. Βαριέμαι τα πάντα, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο βαριέμαι.» Τα λόγια ενός ανθρώπου που κάθεται δίπλα μου και μιλάει στην κοπέλα του, που ανυποψίαστη δεν μπορεί να συλλάβει τι εννοεί!  Τα έχει βαρεθεί όλα, όλα του φαίνονται τόσο ίδια, βαρετά και μάταια. Βαριέται να ζει, να ζει με τον ίδιο τρόπο που ζουν εκατομμύρια άνθρωποι, να του συμβαίνουν τα ίδια πράγματα. Γιατί άραγε; Γιατί έχει χάσει τον ενθουσιασμό του; Έχει βαρεθεί το ψάξιμο αφού δεν το βρίσκει πουθενά ή έχει απογοητευτεί και νευριάζει που δεν έχει ιδέα πώς είναι αυτό που ψάχνει; Βαρέθηκε πια να βρίσκει μπροστά του την ίδια πόρτα, που μόλις την ανοίξει θα μπει στο ίδιο δωμάτιο. Ψάχνει για διέξοδο μα μπαίνει πάντα στο ίδιο δωμάτιο. Είναι στ’ αλήθεια δύσκολο να βρει κανείς τη σωστή πόρτα. Χρειάζεται υπομονή, επιμονή, ευφυΐα, μα πάνω απ’ όλα τύχη!

Τελικά με πήρε τηλέφωνο. Το χαμόγελο ζωγραφίστηκε αστραπιαία στα χείλη μου. Είναι μεγάλη η δύναμη του έρωτα. Δεν μπορείς να τα βάλεις μαζί του με τίποτα, ούτε να το σκέφτεσαι! Ένας ένας αποχωρεί από τον τόπο συνεστίασης και πηγαίνει στο σπίτι του. Ο καθένας έχει έναν δικό του χώρο που τον μοιράζεται μονάχα με αγαπητά του πρόσωπα. Ένας  ένας  λοιπόν φεύγει από το πλήθος για να βρεθεί μονάχος ή με δικούς του ανθρώπους. Ώρα να αποχωρήσω και εγώ…»

Ο Δημήτρης έμεινε αποσβολωμένος. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε γύρω του. Είχαν περάσει μόλις 5 λεπτά όσο διάβαζε την πρώτη σελίδα του τετραδίου, ήταν όμως σαν να πέρασαν χρόνια. Ήταν σα να είχε βυθιστεί σε κάποιο όνειρο! Τα λόγια αυτής της κοπέλας είχαν μιλήσει στην ψυχή του. Μαγεύτηκε τόσο πολύ που πήρε μαζί του το τετράδιο φεύγοντας.

Η μέρα του συνεχίστηκε κανονικά. Αφού ξεμπέρδεψε με το μηχανάκι, πήγε στην παραλία. Έκανε οφθαλμόλουτρο με τα υπέροχα μαυρισμένα κορμιά που κυκλοφορούσαν σε αφθονία γύρω του. Γύμνασε το καλοσχηματισμένο κορμί του παίζοντας ρακέτες με τους φίλους του. Το βράδυ βγήκε για μπυρίτσα. Φλέρταρε, γέλασε, μέθυσε και γύρισε ζαλισμένος στο σπίτι τα ξημερώματα. Πέφτοντας στο κρεβάτι του όμως, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ένιωσε την ανάγκη να διαβάσει λίγο από το ροζ τετράδιο, μ’ εκείνο το ανόητο σχέδιο στο εξώφυλλο, που παρίστανε κάποια νεράιδα ή κάτι τέτοιο φλώρικο τέλος πάντων.

«19-02-2002 ώρα 02:30

Και να ‘μαι πάλι, εδώ, μόνη μου. Ήσυχη πλέον. Μαζεύω τα κομμάτια μου, τα κομμάτια του εαυτού μου που είχα χάσει. Ήρεμη, νηφάλια, πλέον δεν φοβάμαι, δεν κλαίω, δεν εξαρτώμαι από κανένα. ΜΟΝΗ ΜΟΥ κι αυτό με λυπεί, όμως αντέχω. Ζω μόνη μου, έχω πάρει πια κυριολεκτικά τη ζωή μου στα χέρια μου. Είμαι υπεύθυνη για μένα. Έχω δικό μου σπίτι, δικά μου έπιπλα, όλα εδώ μέσα είναι δικά μου αποκλειστικά και αυτό είναι πρωτόγνωρο. Νιώθω τόσο ήρεμη, τόσο ψύχραιμη, δε φοβάμαι. Μπορώ να ζήσω ΜΟΝΗ μου και είμαι περήφανη γι αυτό. Δεν κλαψουρίζω σε κανέναν πλέον, δε ζητώ απεγνωσμένα συμπαράσταση. Δε λυπάμαι τον εαυτό μου, δε μιζεριάζω. Παρ’ όλα αυτά η μοναξιά δεν μου αρέσει, δεν την προτιμώ! Θα ήθελα να ‘χω μια ζεστή αγκαλιά απόψε! Θα με έκανε πιο ευτυχισμένη, πιο γεμάτη. Όχι δεν εξαρτώμαι από αυτή την αγκαλιά, δε φοβάμαι χωρίς αυτή, απλά πλήττω. Βαριέμαι. Νιώθω κενή χωρίς τη ζεστή αγκαλίτσα, χωρίς το γλυκό φιλάκι της καληνύχτας, χωρίς την έκφραση αγάπης.

Είναι όμορφο πράγμα να εκφράζεις την αγάπη σου και να δέχεσαι κύματα αγάπης απ’ τον άλλο. Ζωή χωρίς αγάπη είναι σαν ένα λουλούδι δίχως πέταλα. Όλο το χρυσάφι της γης να έχεις, χωρίς αγάπη αν ζεις, όλα τα τρόπαια είναι αποτρόπαια.

Θα προτιμούσα άπειρες φορές να ζω σ’ ένα δυαράκι, απλό, γεμάτο με ανθρώπους που αγαπώ και μ’ αγαπούν, παρά σ’ ένα παλάτι ΜΟΝΗ ΜΟΥ ή γεμάτο μ’ ανθρώπους που δε γνωρίζουν τι πάει να πει ΑΓΑΠΗ, που δεν ξέρουν να χαμογελούν, δεν ξέρουν να μοιράζονται ΖΩΗ. Λεφτά, πολλοί θεωρούν το χρήμα ως τη μόνη προϋπόθεση για την κατάκτηση της ευτυχίας. Δε μπορείς να κοιμηθείς, να αγκαλιάσεις και να φιλήσεις τα λεφτά! Δε μπορείς ν’ αγοράσεις χρόνο, αγάπη, ευτυχία! Είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσεις να ζήσεις άνετα όχι όμως κι ευτυχισμένα!»

Ο Δημήτρης δεν είχε πολύ καλή σχέση με τα γράμματα. Δε διάβασε ποτέ του λογοτεχνία. Τελειώνοντας όμως την ανάγνωση, ένιωσε μία γαλήνη στην ψυχή του και αποκοιμήθηκε γλυκά.

Την άλλη μέρα σκεφτόταν συνεχώς το μυστηριώδες κορίτσι. Πήγαινε τις παραγγελίες και κάθε φορά που άνοιγε η πόρτα, αναρωτιόταν «Λες να είναι αυτή;»

Όποτε έβρισκε ευκαιρία, διάβαζε λίγο παρακάτω. Βυθιζόταν στις σκέψεις και στην ψυχή της άγνωστης κοπέλας. Άρχισε να τη φαντάζεται. Θα έχει μακριά καστανόξανθα μαλλιά, με γαλανά μάτια. Θα είναι λεπτεπίλεπτη και γλυκιά. Η μορφή της είχε στοιχειώσει τα όνειρά του. Ανέβαλε μέχρι και εξόδους με φίλους γιατί ήθελε να κάτσει σπίτι, να απολαύσει τον όμορφο κόσμο που ξετυλίγονταν μπροστά του, μέσα από τα μάτια της άγνωστης αγαπημένης του. Την παρακολουθούσε να μεγαλώνει και βίωνε τις ανησυχίες της. Στεναχωριόταν με τις λύπες της και χαιρόταν με τις χαρές της. Όλα ήταν καταγεγραμμένα σ’ αυτό το όμορφο τετράδιο. Σκέψεις και εμπειρίες 20 ετών!

«26-05-2004  ωρα 17:40

Τι υπέροχη μέρα! Αναπνέω την ευχάριστη μυρωδιά των λουλουδιών, βρίσκομαι κάτω από τη σκιά τους κι ακούω τον χαλαρωτικό και συγχρόνως αναζωογονητικό ήχο του νερού. Πράσινο είναι το χρώμα που κυριαρχεί γύρω μου και έρωτας πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Ο αέρας χαϊδεύει το πρόσωπό μου και αναστατώνει τα μαλλιά μου. Τι υπέροχη αίσθηση!

Σίγουρα η περιγραφή μου παραπέμπει σ’ ένα μέρος ονειρικό, σε μία πανδαισία της φύσης κι όμως είμαι στο κέντρο της Αθήνας, στην Καλλιθέα. Ναι, ακόμη και σ’ αυτή την τσιμεντούπολη υπάρχει μία μικρή όαση που σου ικανοποιεί όλες τις αισθήσεις! Έτσι πιστεύω συμβαίνει και με τους ανθρώπους αλλά και μ’ όλες τις καταστάσεις που βιώνουμε. Όσο μουντές και μαύρες κι αν φαίνονται, όσο απελπιστικές και αβάσταχτες, σίγουρα κρύβουν κάτι θετικό μέσα τους. Έτσι και οι άνθρωποι. Όσο κακοί και δύστροποι κι αν φαίνονται σίγουρα κατά βάθος υπάρχει, κι ας κρύβεται, ένα πολύ καλό κομμάτι του εαυτού τους.»

Ο Δημήτρης κοίταξε το ρολόι του. Έπρεπε να φύγει για τη δουλειά. Έκλεισε το τετράδιο κι έφυγε μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Αυτό το κορίτσι τον έκανε να δει τη ζωή με άλλο μάτι. 

-Πού βρίσκεσαι;

-Στο δρόμο, πηγαίνω Κωνσταντίνου Υδραίου. Τι θέλεις;

-Γύρνα πίσω στην Άμστερνταμ. Παρέδωσες λάθος παραγγελία. Πού το ‘ χεις το μυαλό σου;

-Καλά μη φωνάζεις, γυρίζω.

Ήταν πολλές φορές αφηρημένος τον τελευταίο καιρό. Δεν είχε όρεξη για τίποτα. Καθόταν κλεισμένος στο σπίτι του, διαβάζοντας αχόρταγα.

«02-04-2005 ώρα 01:10

…Είναι πολύ συναρπαστική η ζωή μας. Το θέμα είναι ποιος γράφει το σενάριο της ζωής μας; Εμείς ή κάποιος άλλος; Είμαστε σεναριογράφοι ή απλοί ηθοποιοί που αναλόγως το ταλέντο μας, αυτοσχεδιάζουμε καμιά φορά; 

Τι σπουδαίο πράγμα η γραφή! Φυλακίζεις τις σκέψεις σου σ’ αυτή τη σελίδα και τους χαρίζεις οντότητα και αιωνιότητα. Κάποτε όλο αυτό το συνονθύλευμα σκέψεων, συναισθημάτων και ψυχοσωματικών αντιδράσεων που λέγεται Έλενα θα φύγει. Αυτές οι συγκεκριμένες σκέψεις όμως θα μείνουν και θα ζωντανεύουν κάθε φορά που κάποιος τις διαβάζει.» 

«Έλενα! Τη λένε Έλενα! Επιτέλους, έμαθα το όνομά της», σκέφτηκε και πετάχτηκε από το κρεβάτι. Ένιωσε μια ακατανίκητη επιθυμία να την βρει. Ήθελε οπωσδήποτε να τη γνωρίσει. Είχε μάθει τόσα πολλά γι αυτή μέσα από τα γραπτά της! Είχε την αίσθηση πως την είχε ερωτευτεί!

Δεν έχασε χρόνο. Ανήρτησε σχετικές δημοσιεύσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναζητώντας την κάτοχο του τετραδίου. Οι περισσότεροι φίλοι του τον περιγελούσαν, σχολιάζοντάς τον περιπαιχτικά, που έψαχνε να βρει την «σταχτοπούτα» του. Παρά τα ανώνυμα ενοχλητικά τηλεφωνήματα από δήθεν ιδιοκτήτριες του τετραδίου, δεν το έβαλε κάτω και συνέχισε να ελπίζει. 

Κάθε βράδυ έβαζε ποτό, άκουγε χαλαρωτική μουσική και βυθιζόταν στον ονειρικό κόσμο της αγαπημένης του Έλενας.

«28-08-2007  ώρα 19:25

Να ‘μαι πάλι! Καθισμένη στο νέο μου μπαλκόνι, στο καινούργιο τραπέζι, μ’ αυτό το υπέροχο τραπεζομάντηλο που έχει τόσο ζωντανά λουλούδια και απέναντί μου η θάλασσα!!! Ναι, τα κατάφερα, εκπληρώθηκε μία κρυφή μου επιθυμία, να ζήσω σ’ ένα σπίτι που, όταν ξυπνάω, θα ανοίγω τα παράθυρα και θα βλέπω θάλασσα. Αυτή τη στιγμή είναι γαλήνια, έχει ένα βαθύ μπλε χρώμα με άσπρες ανταύγειες. Ο ήλιος ετοιμάζεται να δύσει και τη θέση του θα πάρει το ολόγιομο φεγγάρι! Έχει πανσέληνο σήμερα και θα είναι όμορφα. Τι κρίμα που δεν είναι εδώ ο Αντώνης. Θα πηγαίναμε σε κάποια εκδήλωση για την πανσέληνο. Γίνονται πολλές εδώ στη Ρόδο.»  

Μόλις ανακάλυψε ότι η μυστηριώδης κοπέλα βρίσκεται στη Ρόδο από το 2007! Άλλο ένα στοιχείο που ίσως βοηθούσε στην έρευνά του. Αν έγραφε κάπου τι δουλειά κάνει, ίσως να ήταν πιο εύκολο. Συνέχιζε να διαβάζει με ανυπομονησία…

«08-05-2008 ώρα 00:06

Μ’ αρέσει πολύ η ακριβής περιγραφή της στιγμής που ξεκινάω να γράφω. 00:06 λες και είναι κάτι μαγικό. Λες και βυθίζομαι σ’ έναν παραμυθένιο κόσμο, τον δικό μου κόσμο.

Τι να υπάρχει άραγε μετά τη ζωή; Υπάρχει κάτι ή από το τίποτα ερχόμαστε και στο τίποτα πηγαίνουμε; Μήπως περνάμε σε άλλη διάσταση; Πάντως το όραμα της γιαγιάς μου, που μ’ επισκέφτηκε, μ’ έκανε να νιώσω πως κάτι υπάρχει! Αυτή είναι και η ελπίδα του κάθε ανθρώπου. Γέννηση – Θάνατος. Αφετηρία – Τέρμα. Και όλη η ενδιάμεση διαδρομή είναι η ζωή. Ζωή λοιπόν είναι η απόσταση που διανύουμε από τη γέννηση έως το θάνατό μας. Αν αναλογιστούμε πως δεν μπορούμε με τίποτα να αποφύγουμε το θάνατο, όλα θα τα δούμε τόσο διαφορετικά…

Σα να βγαίνω από τον ταπεινό σαρκικό εαυτό μου και να ανεβαίνω λίγο πιο ψηλά, να βλέπω τα πράγματα από λίγο πιο ψηλά. Πόσο ανόητοι είναι οι άνθρωποι… Έχουν μια κοινή μοίρα, το θάνατο, κι όμως σπαταλάνε τη ζωή τους σε μικρότητες και ανοησίες!

Είναι σα να πας διήμερη εκδρομή στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου και να μη βγεις καθόλου από το ξενοδοχείο, να μη δεις τίποτα! Είναι σα να κάθεσαι σ’ ένα πλούσιο τραπέζι, με τις πιο υπέροχες γεύσεις του κόσμου κι εσύ να πίνεις μόνο νερό.

Ξέρω πως δεν πρόκειται να ξυπνήσουμε ποτέ, ούτε εγώ η ίδια. Πάντα θα μας απασχολούν μικρά κι ασήμαντα πράγματα…»

Όσο περισσότερο διάβαζε, τόσο μεγαλύτερη γινόταν η επιθυμία του να συναντήσει αυτή την υπέροχη κοπέλα. Είχε ήδη ταξιδέψει μια ολόκληρη δεκαετία μέσα από τα γραπτά της. Πολλές φορές η επικαιρότητα επηρέαζε τις εγγραφές της. Όπως εκείνη του 2011. 

«08-10-2011 ώρα 17:30

Γιατί χάνουμε συνεχώς το δρόμο μας, εμείς οι άνθρωποι; Γιατί συνεχώς κυνηγάμε την ύλη, ενώ υπάρχουν τόσα πολλά που αξίζουν περισσότερο απ’ αυτήν;

Τον τελευταίο καιρό ακούμε συνέχεια για χρέη, τόκους, ποσοστά, δάνεια, μειώσεις, φόρους, χρεοκοπία και όλοι δυστυχούμε. Μα έλεος πια! Όλη η ζωή μας είναι μόνο αριθμοί;»

Ύστερα βρήκε κι άλλο στοιχείο! Την ηλικία της. Ήταν αρκετά μεγαλύτερή του, αλλά αυτό δεν περιόριζε τον έρωτά του για κείνη. Κάθε φορά που διάβαζε το τετράδιό της, η καρδιά του φτερούγιζε ανεξέλεγκτα.

«08-08-2014 ώρα 20:20

Δειλινό, ο ήλιος μόλις χάθηκε αφήνοντας το ροζ αποτύπωμά του στα σύννεφα. Είμαι στο μπαλκόνι του σπιτιού μου, φυσάει ένα ευχάριστο δροσερό αεράκι, είναι Αύγουστος, ο καλύτερος μήνας του χρόνου και εγώ με ρομαντική αλλά και φιλοσοφική διάθεση αποφάσισα να γράψω. Να κρατήσω τουλάχιστον σ’ αυτό το τετράδιο ένα κομμάτι του εαυτού μου, που κοντεύει να χαθεί. Έχει μείνει στάσιμο, κοιμάται μέσα μου. Δεν πέθανε, αλλά ούτε και ζει. Κοιμάται και περιμένει πότε θα και αν θα το ξυπνήσω ποτέ.

Είμαι 34 χρονών πια κι όμως μέσα μου είμαι ίδια…»

Ρουφούσε τις λέξεις με λαιμαργία. Είχε πάθει τέτοια εμμονή που δε σκεφτόταν τίποτε άλλο πια.

«28-11-2015 ώρα 22:34

Δεν ξέρω γιατί, αλλά αισθάνομαι σήμερα ότι μεγάλωσα. Νιώθω ότι είμαι 23 ετών και ξύπνησα στο μέλλον και με βλέπω πως είμαι στα 35 μου! Ζω το μέλλον μου. Πότε έφτασα κιόλας στο μέλλον μου;

Νιώθω αλλαγμένη, κοιτάζω το παρελθόν αποστασιοποιημένο, μακρινό. Θυμάμαι αναμνήσεις, μα έχουν ξεθωριάσει τα συναισθήματα που τις συνόδευαν. Έχω χάσει την παλιά μου ταυτότητα. Τι να πω και τι να αναλύσω; Ό,τι κι αν πω η ουσία είναι μία. Είμαστε όλοι θνητοί και η ζωή μας θα τελειώσει. Η ζωή μας συνεχώς αλλάζει, εξελίσσεται! Είναι απρόβλεπτη κι αλλάζει στο δευτερόλεπτο κι αυτό είναι τόσο τρομαχτικό και τόσο συναρπαστικό ταυτόχρονα!» 

Οι όμορφες σκέψεις που πήγαζαν από την ψυχή αυτής της άγνωστης κοπέλας συντρόφευαν τον Δημήτρη κάθε βράδυ, για ένα μήνα περίπου. Ώσπου μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο. Μία αμήχανη, γλυκιά φωνή ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής.

-Καλησπέρα

-Καλησπέρα

-Είσαι ο Δημήτρης;

-Ναι, ποιος είναι;

-Είμαι η Έλενα. Μου είπαν ότι έχεις το τετράδιό μου. Αληθεύει;

Ο Δημήτρης ξεροκατάπιε και με φωνή τρεμάμενη της εξήγησε πώς βρέθηκε το πολύτιμο τετράδιό της στα χέρια του και για το χρέος που ένιωσε να την ανακαλύψει και να της το παραδώσει. Εκείνη τον ευχαρίστησε θερμά κι έκλεισαν ραντεβού στο Μανδράκι, την επόμενη ημέρα, στις 20:00. Κάτω από το ελαφάκι.

Έβαλε ζελέ στο μαλλί, σφυρίζοντας. Κοίταξε με λάγνο βλέμμα τον καθρέφτη. Ανασήκωσε τον γιακά από το πόλο μπλουζάκι του. Έβαλε την αρρενωπή κολόνια του κι ετοιμάστηκε να αναχωρήσει για το ραντεβού. Έφτασε νωρίτερα και περίμενε γεμάτος αγωνία, κρατώντας σφιχτά το φανταχτερό τετράδιο στο χέρι του. Πόσο καιρό περίμενε αυτή τη στιγμή! Ήταν σίγουρος πως αυτή ήταν η γυναίκα της ζωής του. Ποτέ δεν είχε τρακ στα ραντεβού του. Αυτή τη φορά όμως έλεγε και ξαναέλεγε από μέσα του, αυτά που σκόπευε να της πει. «Ξέρεις, φάνηκα λίγο αδιάκριτος και διάβασα τις υπέροχες σκέψεις σου. Επειδή έχω κάποιες απορίες, τι θα έλεγες να σε κεράσω ένα καφεδάκι να μου τις λύσεις;» Ύστερα θα της έκλεινε γοητευτικά το μάτι. Πάντα πιάνει. Ξεφυσούσε τον αέρα που συσσωρευόταν στα στήθη του από το άγχος και κοιτούσε νευρικά το ρολόι. Ύστερα κοιτούσε με αγωνία κάθε όμορφη κοπέλα που περνούσε από μπροστά του, εκλιπαρώντας να είναι αυτή. 

Η ώρα περνούσε είχε πάει κιόλας 20:20. «Γιατί αργεί τόσο;» σκέφτηκε. Ξαφνικά είδε μία εύσωμη, ντροπαλή κοπέλα να πλησιάζει με χαμηλωμένο βλέμμα και αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. «Έχει γούστο!» μονολόγησε. Η κοπέλα πλησίαζε όλο και περισσότερο σπάζοντας ένα αμήχανο χαμόγελο. «Όχι, όχι Θεέ μου. Να μην είναι αυτή, σε παρακαλώ!» Είχε πλάσει τόσο όμορφα και ιδανικά την εικόνα της, που δεν του πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι μπορεί να είναι κάπως διαφορετική. Η κοπέλα έφτασε μπροστά του. Ήταν γύρω στα 40. Με κακόγουστα κατσαρά μαλλιά. Χωρίς ίχνος μακιγιάζ. Με αρκετά παραπανίσια κιλά και μεγάλα γαλανά μάτια. 

-Πρέπει να είσαι ο Δημήτρης… του είπε χαμηλόφωνα και χαμογελαστά.

-Ναι. Εσύ; Η Έλενα; ρώτησε σαστισμένος.

-Ναι. Εγώ, αυτοπροσώπως! είπε η Έλενα.

Ο Δημήτρης έμεινε ακίνητος και σιωπηλός. Δεν είχε ξεπεράσει ακόμη το σοκ.

-Θα μου το δώσεις;

-Ποιο; Αααα, ναι. Συγγνώμη. Το τετράδιο. Σωστά. Ορίστε.

-Ευχαριστώ, είπε η Έλενα και τον κοίταξε με τα καλοσυνάτα μάτια της.

-Παρακαλώ, είπε σοβαρός εκείνος. Μη σταματήσεις να γράφεις! ξεστόμισε κι έκανε στροφή, ανέβηκε στη μηχανή του, τη χαιρέτησε τυπικά κι έφυγε μαρσάροντας. 

Εκείνη έσφιξε το τετράδιο στην αγκαλιά της και τον κοιτούσε που απομακρυνόταν απογοητευμένη. Τον είχε ακούσει πολύ θερμό στο τηλέφωνο και πίστεψε ότι θα μπορούσαν να γίνουν φίλοι. Μα εκείνος ήταν τόσο ψυχρός, τόσο απόμακρος. Αναστέναξε και προχώρησε στο δρόμο της.

 Ο Δημήτρης δεν ξαναμίλησε ποτέ γι αυτή την ιστορία. Ήθελε να ξεχάσει όλα όσα ένιωσε. Κορόιδευε τον εαυτό του που πήγε να την πατήσει έτσι. Με έρωτες και λουλούδια. Σαχλαμάρες. Είχε πείσει τον εαυτό του πως ήταν όλα σαχλαμάρες. 

Τα χρόνια πέρασαν, κύλησαν σαν το νερό. Ένα βράδυ, καθισμένος στην πολυθρόνα του, έπινε ουΐσκι και άκουγε μουσική. Το μυαλό του τριγυρνούσε σε παλιές καλές στιγμές. Τότε που ήταν νέος και όμορφος. Τώρα πια, το γερασμένο του κορμί δεν το ήθελε καμιά. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη με θλίψη. Το πρόσωπό του ρυτιδιασμένο. Τα όμορφα λαμπερά μαλλιά του εξαφανίστηκαν. Η σπινθηροβόλα ματιά του, θόλωσε. Τίποτα δεν έμεινε από την λάμψη του. Μόνος μεσ’ τη σκοτεινιά, αναμετρούσε τη ζωή του. Συνειδητοποίησε πως τόσα χρόνια κοιμόταν αρκετές φορές με παρέα, αλλά ξυπνούσε μοναχός. Πάντοτε ξυπνούσε μοναχός. Τις σκέψεις του διέκοψε ο εκφωνητής του ραδιοφώνου. «Και τώρα αγαπητοί ακροατές πάμε μια βόλτα στο μακρινό 2018 ν’ ακούσουμε το Perfect του Ed Sheeran». Στο άκουσμα της μελωδίας διακτινίστηκε μαγικά, πίσω σ’ εκείνη την εποχή. Τότε που ήταν νέος, γεμάτος όνειρα και αυτοπεποίθηση. Θυμήθηκε ξαφνικά εκείνο το ντροπαλό κορίτσι που γνώρισε μέσα από το ημερολόγιό της. Τι υπέροχη ψυχούλα που είχε! Ένα αυθόρμητο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. «Πόσο ανόητος ήμουν!», μονολόγησε. Το τραγούδι τελείωσε και τώρα ο εκφωνητής ανακοίνωνε μια δυσάρεστη είδηση. «Έφυγε από τη ζωή πριν λίγες ώρες η σπουδαία συγγραφέας της καρδιάς μας, η Έλενα Μιχαήλ. Τα έργα της σημάδεψαν τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ κέρδισε πολλές τιμητικές διακρίσεις. Το πρώτο της μυθιστόρημα γράφτηκε το 2019 με τίτλο «Καθισμένη στο παγκάκι της πλατείας, ένα φθινοπωρινό βράδυ μοναξιάς.» Έπειτα ακολούθησαν σπουδαία έργα, τα οποία μας άφησε παρακαταθήκη για το πολιτιστικό μας μέλλον. Η γλυκιά μας Έλενα βρίσκεται πλέον στη γειτονιά των αγγέλων. Καλό παράδεισο!» 

Το ποτήρι με το ουίσκι του έπεσε από τα χέρια. Μόλις συνειδητοποίησε ποιά ήταν η γνωστή σε όλους Έλενα Μιχαήλ. Η καρδιά του χτύπησε πολύ δυνατά κι έπειτα σταμάτησε. Έτσι ξαφνικά. Το άψυχο κορμί του σωριάστηκε στο έδαφος και η ψυχή του φτερούγισε μακριά. Εκεί που υπάρχει η αληθινή, η αιώνια ομορφιά! 

Κάπου εκεί, στην πύλη του υπερπέραν, την είδε μπροστά του. Πανέμορφη. Και την αγάπησε. Για πάντα!

_

γράφει η Ράνια Σιαμορέλη

Ακολουθήστε μας

Οι ταινίες της εβδομάδας

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Οικογένεια Αλλουγιαλλούρη

Οικογένεια Αλλουγιαλλούρη

-Χαμήλωσέ το ρε Μαρία, μας πήρες τ’ αυτιά, μαμά πες της κάτι. -Μαρία χαμήλωσέ το! Η Μαρία επιδιδόταν στις χορευτικές της φιγούρες, στο σαλόνι απτόητη. Είχε τοποθετήσει το τραπέζι στην άκρη και στρίμωξε τις καρέκλες της τραπεζαρίας, ώστε να έχει περισσότερο χώρο. Ήθελε...

Το ταξίδι της ψυχής

Το ταξίδι της ψυχής

Ένας κεραυνός ακούστηκε μέσα στη νύχτα και ανάγκασε τον κυρ Βαγγέλη να ξυπνήσει πρόωρα. Η ώρα ήταν τέσσερις το πρωί και έξω έβρεχε ασταμάτητα. Οι αστραπές φώτιζαν στιγμιαία και επαναλαμβανόμενα το μικρό δωμάτιό του και του παρουσίαζαν με τον πιο ευφάνταστο τρόπο...

Η ταπεινή γριά-Καραγκιόζαινα

Η ταπεινή γριά-Καραγκιόζαινα

- γράφει η Ιωάννα Μαρία Νικολακάκη - Στη γειτονιά μας, είχαμε μια γραία -ετών ογδόντα φεύγα, ρίζα από Μικρασία. Καλή γυναίκα, κιμπάρισσα κι ανοιχτόκαρδη, με τα βραχιόλια της να βροντούν (κατά πώς λέει το άσμα για τη Γερακίνα που κίνησε να φέρει νερό απ’ το πηγάδι και...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου