Απαρνήθηκες τον ήλιο.
Όπως παλιά που έσερνες τα βουνά μπροστά σου,
χορεύοντας μαζί τους, σκοπό της άνοιξης σε ξάστερο καιρό.
Τον στρίμωξες τον ήλιο,
που δίχως αυτόν θα ‘τανε σκούρα η ζωή.
Στάχτη, σ’ ένα κουτάκι τόσο δα,
σκοτεινό,
απόρθητο, κατακαμένο.
Στην τσέπη σου το πήρες και το στέρησες
απ’ όλους όσους για το φως του ζούσαν.
Ρούφηξες το φως.
Καταβόθρα είν’ το μυαλό σου.
Μες στην πλάνη στριμώχνει όλα τα δώρα,
που μπροστά τους σκόνταψες.
Τα ‘κανες ύστατη αγωνία
περπατώντας μες στο φόβο.
Και στης ζωής σου τον απέραντο εφιάλτη,
μες στο κουτί
που χρόνια κρύβει όλα τα χρώματα της ίριδας,
δεν άνοιξες απεγνωσμένα χαραγή.
Δεν τόλμησες στη λάμψη να χυθείς,
λάμψη κι εσύ να γίνεις στους καιρούς
που τώρα πια χορεύουν μόνοι στους ρυθμούς σου.
Για σένα που τους πρόδωσες.
Για σε που δεν τους ρώτησες ποτέ
αν μες στη φυλακή που ζεις,
μες στην υγρή γωνιά της που λουφάζεις,
αχτίδα βέλος απ’ τα έγκατα θα βγει.
Πυξίδα τρελή ο οδηγός σου,
κει στα τυφλά που έμαθες να βαδίζεις
ψάχνοντας απεγνωσμένα μία έξοδο.
Κι ουδέποτε κατάλαβες
πως τούτη που αλύπητα στα χρόνια που περνούν αποζητάς,
ένα μονάχα βήμα βρίσκεται
απ΄ της όψη σου το ταραγμένο βλέμμα.
_
γράφει ο Αλέξιος Πολυχρονόπουλος








0 Σχόλια