Βγήκε πολύ προσεκτικά από το διαμέρισμα προσέχοντας να μην κάνει καθόλου θόρυβο. Το κινητό κλειστό. Άνοιξε πολύ προσεκτικά την εξώπορτα της πολυκατοικίας και κρατώντας την ανάσα της, την έκλεισε με το κλειδί. Κοίταξε γύρω. Έψαξε μέσα στα σκοτάδια. Δεν φαινόταν κανείς. Φόρεσε την κουκούλα του μπουφάν και πηγαίνοντας τοίχο τοίχο κατάφερε να βγει στον κεντρικό. Εδώ τα πράγματα δυσκόλευαν. Αυτά τα δέκα μέτρα άσφαλτος μέχρι το απέναντι πεζοδρόμιο, λουσμένα στο φως και με τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών να κρέμονται από πάνω σαν δικαστές, της φαίνονταν ατελείωτα. Ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή. ‘Έλα, μια απόφαση είναι. Τρέχα όσο πιο γρήγορα μπορείς”, ψιθύρισε στον εαυτό της προσπαθώντας να κάνει τα πόδια της να ξεκολλήσουν από το πεζοδρόμιο. Μια τελευταία ματιά δεξιά αριστερά, μια ακόμη στα γύρω μπαλκόνια, μια βαθιά ανάσα και χώθηκε τρέχοντας στο απέναντι στενό. Δεν είχε πολύ χρόνο. Οι κάμερες θα είχαν σίγουρα καταγράψει την γκρίζα φιγούρα που τολμούσε να αψηφεί τα μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας. Ήταν ζήτημα χρόνου να βγουν προς αναζήτησή της. Έπρεπε να φτάσει το ταχύτερο στο πάρκο. 

Το σημείο συνάντησης ήταν μία τεχνητή λίμνη σε σχήμα καρδιάς με ένα συντριβάνι στο κέντρο που παρίστανε τον Έρωτα και την Ψυχή αγκαλιασμένους. Εκεί, πίσω από μια πυκνή συστάδα θάμνων, υπήρχε μια παλιά αποθήκη, χωμένη μέσα στον βράχο. Έλεγξε το χώρο γύρω για να βεβαιωθεί πως δεν την βλέπει κανένας και με γρήγορες κινήσεις βρέθηκε κολλημένη πάνω στη σκουριασμένη πόρτα. Χτύπησε με τη γροθιά της το συνθηματικό. Καμία ανταπόκριση. Άρχισε να ανησυχεί. Κι αν δεν τα κατάφερε να έρθει; Αν τον έπιασαν στο δρόμο; Κι αν φανέρωσε το μυστικό; Όχι. Δεν θέλει ούτε να το σκέφτεται. Ξέρει πολύ καλά τι την περιμένει αν την πιάσουν. Ισόβια καραντίνα. Χτύπησε ξανά. Η πόρτα άνοιξε. Ήταν ο Αλέξης. Έπεσε με λαχτάρα στην αγκαλιά του. Εκείνος την έσφιξε πάνω του και τη φίλησε με πάθος.

-Άργησες κι άρχισα ν’ ανησυχώ, της είπε.

-Φοβήθηκα, του απάντησε εκείνη και χώθηκε στην ασφάλεια της αγκαλιάς του. Δεν ξέρεις πόσο φοβήθηκα.

-Έλα, ησύχασε. Σε λίγο θα ‘μαστε ασφαλείς.

Η Θάλεια τον κοίταξε με τα μεγάλα μαύρα μάτια της.

-Είσαι σίγουρος; Μήπως…

-Πάμε, τη διέκοψε εκείνος.

Ο Αλέξης κατευθύνθηκε στο μεταλλικό κουτί με την ένδειξη “ΠΡΟΣΟΧΗ – ΚΙΝΔΥΝΟΣ – ΥΨΗΛΗ ΤΑΣΗ” που κάλυπτε ολόκληρο σχεδόν τον τοίχο στο βάθος τη αποθήκης. Άνοιξε την πόρτα. Τράβηξε αυτό που φαινόταν σαν πίνακας ρεύματος γεμάτος καλώδια και λαμπάκια, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μια πόρτα που οδηγούσε σε ένα στενό πέρασμα μέσα στο βράχο. Της έγνεψε να πλησιάσει. Η Θάλεια μπήκε και ο Αλέξης ακολούθησε, φροντίζοντας με σχολαστικότητα να καλύψει την έξοδο. Προχώρησαν στη σκοτεινή στοά με ένα φακό. Η ατμόσφαιρα ήταν υγρή και αποπνικτική. Μισή ώρα περπάτημα κι έφτασαν σε μια ακόμη μεταλλική πόρτα. Ο Αλέξης χτύπησε συνθηματικά. Ένας προβολέας άναψε λούζοντας τους στο φως. Η Θάλεια διέκρινε μια πολύ μικρή κάμερα που τους σημάδευε. Η πόρτα άνοιξε. Ένας νεαρός τους καλωσόρισε και έκλεισε βιαστικά πίσω τους.

Η Θάλεια έμεινε έκπληκτη από αυτό που αντίκριζε. Ένα τεράστιο θολωτό σπήλαιο μέσα στο βουνό. Τρεχούμενα νερά ολόγυρα. Μεγάλοι αεραγωγοί σκαμμένοι στο βράχο. Και καρποφόρα δέντρα φυτεμένα σε ειδικά διαμορφωμένα παρτέρια σε βαθμίδες ολόγυρα. Δεκάδες νέοι άνθρωποι κινούνταν ελεύθεροι, χωρίς στολές, χωρίς μάσκες. Ασυναίσθητα, ένιωσε ένα σφίξιμο στην κοιλιά. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, πάντα φορούσε στολή και μάσκα όταν έβγαινε από το σπίτι. 

Οσμίστηκε τον αέρα. Ήταν διαφορετικός. Χωρίς την χαρακτηριστική μυρωδιά του απολυμαντικού που ψεκάζονταν καθημερινά όλη η πόλη. Γέμισε τα πνευμόνια της με μια βαθιά ανάσα. Ένιωσε τόσο ελεύθερη! Τόσο ζωντανή! Ήθελε να φωνάξει. 

Κι όμως, ο φόβος ήταν εκεί, βαθιά ριζωμένος στο υποσυνείδητό της. Αναζήτησε το βλέμμα του Αλέξη.

-Θα είμαστε ασφαλείς εδώ; Δεν θ’ αρρωστήσουμε;

-Μπορεί και ν’ αρρωστήσουμε κάποια στιγμή. Δεν αποκλείεται. Αλλά, στο μεταξύ, ίσως προλάβουμε να ζήσουμε.

 

_

γράφει ο Τάσος Κυρτάσογλου