Ανεξίτηλες μνήμες

22.04.2020

Τον τελευταίο καιρό ευγνωμονώ τον καλό μου σύντροφο που με ταξιδεύει άθελά του στο μακρινό παρελθόν μου, τότε, που ήμουν παιδάκι ακόμα…

Βραδάκι, στην μακρινή Ντίρε Ντάουα της Αιθιοπίας. Μία μικρή πόλη στην οποία, τα χρόνια εκείνα, υπήρχε πολύς Ελληνισμός που συγχνοτιζόταν αρμονικά τόσο με τους ιθαγενείς, όσο και με τις άλλες φυλές. Ευρωπαίοι που είχαν ατυχήσει σαν κατακτητές και είχαν ξεμείνει. Κι εκείνοι οι άλλοι, που είχαν έρθει σαν μετανάστες για μια καλύτερη ζωή και χωρίς χαρτιά, κοινώς “λαθραίοι”, αφού ελάχιστοι ήταν εκείνοι που είχαν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Και ακόμα πιο ελάχιστοι εκείνοι που τους είχε παραχωρηθεί η ιθαγένεια.

Ας πάμε, όμως, σε μια γωνιά αυτής της μικρής πόλης. Η Φάτμα, μια καλοσυνάτη ύπαρξη, που έχει αναλάβει να προσέχει την μικρή της οικογένειας, κάθεται κατάχαμα, στην είσοδο του σπιτιού. Μπροστά της βρίσκεται η βεράντα που πιάνει απ’ άκρη σ’ άκρη το κυρίως σπίτι και τα εφτά τεράστια σκαλιά που οδηγούν στην μπροστινή αυλή. Δεξιά κι αριστερά της σκάλας, μέσα σε δύο μεγάλα βαρέλια, τα φούλια σκορπίζουν το μεθυστικό τους άρωμα. Υπάρχει μια μεγάλη λεμονιά που τα κλωνάρια της βγαίνουν από τον μαντρότοιχο προς τον δρόμο και στους εσωτερικούς τοίχους αριστερά και πλάι στην σιδερένια εξώπορτα τα παρτέρια είναι γεμάτα πολύχρωμα λουλούδια, που η κυρία του σπιτιού τα έλεγε χάρτινα, όπως και πολύχρωμες τριανταφυλλιές. Δεξιά είναι ένας μικρός διάδρομος που οδηγεί στην πίσω αυλή, εκεί που υπάρχουν τρεις μικρές και φορτωμένες μανταρινιές, τα δωμάτια της Φάτμα, του Χασάν του νυχτοφύλακα και της Ατζούζα της μαγείρισσας. Απέναντι από τα δωμάτια, η πίσω πλευρά του κυρίως σπιτιού με την κουζίνα στα αριστερά και την πίσω είσοδο, την  ανεπίσημη, που οδηγεί στις κρεβατοκάμαρες, την τραπεζαρία και το μεγάλο σαλόνι.

Κάθε βράδυ, ειδικά όταν η μικρή αρνείται να πάει στο κρεβάτι της να κοιμηθεί, η Φάτμα κάθεται κατάχαμα στην είσοδο, απλώνει το πολύχρωμο μακρύ φόρεμά της κι εκεί, στα πόδια της ξαπλώνει η μικρή. Περιμένουν μαζί να επιστρέψουν οι γονείς από την δουλειά ή από κάποια βεγγέρα που έχουν πάει.

Η Φάτμα τραγουδά στην μικρή τραγούδια του τόπου της ή της λέει διάφορα παραμύθια, που μερικά μπορεί να είναι και αληθινές ιστορίες, χαϊδεύοντάς την στο κεφάλι και η μικρή, τις περισσότερες φορές αποκοιμιέται στην αγκαλιά της. Πολλές φορές αργεί να έρθει αυτή η ώρα, ειδικά όταν ακούγονται οι ουράμπες, από το “ουράμπα”, όπως λέγονται στην τοπική διάλεκτο οι ύαινες. Αυτά τα κακάσχημα ζωντανά με τα ασύμμετρα πόδια, τα οποία μυρίζουν και άσχημα, συχνά-πυκνά πλησιάζουν στα σπίτια μήπως και βρουν τροφή, αν κάποιος έχει ξεχάσει την εξώπορτα ανοιχτή, όπου οι περισσότεροι έχουν σκυλιά, γατιά, ακόμα και κοτέτσια.

Η μικρή, από τότε που μια ουράμπα της τραυμάτισε άσχημα την μικρή σκυλίτσα τους – ο νυχτοφύλακας όταν έκλεισε την σιδερένια εξώπορτα δεν είχε προσέξει πως έλειπε το μικρόσωμο ζωντανό – σαν ακούει το ουρλιαχτό τους, αυτό το μακρόσυρτο ουουου, φοβάται και σφίγγεται ακόμη περισσότερο πάνω στην Φάτμα. Με το μικρό της χεράκι αρπάζει το γόνατο της γλυκειάς αυτής γυναίκας και χώνει το προσωπάκι της στο φόρεμά της.

Και η καλοσυνάτη Φάτμα την σφίγγει πάνω της “la takhaf”, “μη φοβάσαι” της ψιθυρίζει και δυναμώνει το τραγούδι της… Κι όταν πια καταφέρνει να αποκοιμηθεί η μικρή, η γυναίκα αυτή την παίρνει στην αγκαλιά της και την ακουμπά πολύ τρυφερά στο κρεβατάκι της.

Φάτμα: μια γλυκειά, λεπτεπίλεπτη γυναίκα, γύρω στα τριάντα, που το ένα της μάτι μοιάζει σαν γαλάζιο… Έτσι το έβλεπε η μικρή. Πολύ αργότερα έμαθε πως η αγαπημένη της Φάτμα, μετά από κάποιον τραυματισμό σε μικρή ηλικία, δεν έβλεπε από αυτό το μάτι. Είχε μάθει να ζει με αυτήν της την αναπηρία, χωρίς να της δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα, ειδικά σε ό, τι αφορούσε την φροντίδα της μικρής προστατευόμενής της, που δεν είχε καταλάβει τίποτα. Σημειωτέον, η ανασφάλεια που ένοιωθε η μικρή ήταν απόρροια του φόβου που την κυρίευε ειδικά σαν σκοτείνιαζε, εξαιτίας μιας πυρκαγιάς από την οποία είχε επιβιώσει με πολλαπλά εγκαύματα στην τρυφερή ηλικία των δυόμιση ετών.

Ακόμα κι όταν η μικρή κατάφερνε να κοιμηθεί στο κρεβάτι της κι έλειπαν οι γονείς της, η Φάτμα ξάπλωνε πάλι κατάχαμα, δίπλα στο κρεβάτι της, μην τρομάξει η μικρή, μήπως και κλάψει. Να είναι εκεί, δίπλα, να την παρηγορήσει.

Αυτήν την υπέροχη αίσθηση, αυτές οι ανεξίτηλες μνήμες ζωντάνεψαν τούτες τις μέρες, όταν ο καλός μου σύντροφος παρακολουθούσε τα ντοκυμαντέρ “Κανόνες του βασιλείου της ζούγκλας”, με την ζωή της αφρικανικής σαβάνας. Αυτές οι υπέροχες μνήμες ξεπήδησαν από το ξεχασμένο κι αραχνιασμένο χρονοντούλαπό μου, γεμίζοντάς με τρυφερότητα, μυρωδιές, εικόνες, συναισθήματα…, ευγνωμοσύνη…

Αυτή η μικρή που τόσο φοβόταν τις ουράμπες ήμουν εγώ προ αμνημονεύτων ετών… Και η ζεστασιά, η αγκαλιά, ακόμη και η μυρωδιά της γλυκειάς μου Φάτμα ζωντάνεψαν στο είναι μου!… Ας είναι ευλογημένη εκεί όπου βρίσκεται και λυπάμαι που δεν μπόρεσα ποτέ να της πω πόσο την ευχαριστώ και πόσο την αγαπάω!!!…
Καλή μου, Φάτμα, shukraan!!!

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Η δίψα

Η δίψα

-Μαμά, γιατί εγώ δεν πάω σχολείο σαν όλα τα παιδιά; -Σε ποιο σχολείο; -Να, εδώ που είμαστε τώρα. Βλέπω κάθε μέρα τα παιδιά με τις τσάντες τους που πάνε και θα ήθελα να πάω κι εγώ. -Δεν σε καταλαβαίνω... Άσε τις κουβέντες να δούμε πώς θα περάσει κι η σημερινή μέρα. Και...

Χειροπιαστά όνειρα

Χειροπιαστά όνειρα

Το δωμάτιο άδειο. Δυο πολυθρόνες ορφανές, αντικριστά. Τα παράθυρα χωρίς κουρτίνες, οι τοίχοι δίχως κάδρα. Γκρι τοίχοι, σπατουλαρισμένοι. Κανένα ψεγάδι πάνω τους. Και τα παράθυρα με τζάμια τόσο καθαρά που περιμένεις τον αέρα ή την κάψα. Τα κανάτια κλειστά αφήνουν...

Το χάρισμα της επικοινωνίας

Το χάρισμα της επικοινωνίας

Διανύει την έκτη δεκαετία της ζωής της. Κάθεται σε μια γωνιά, στην κυριολεξία, για να μην ενοχλεί. Σέβεται τα «θέλω» και τις ανάγκες των άλλων κι όμως… Πού πήγε η «ικανότητά» της να μπορεί να επικοινωνεί με όλους; Τι έγινε; Γέρασε κι έχασε αυτό το χάρισμα; Μέχρι και...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου