Select Page

Αυλαία

Αυλαία

 gun

Έκανα όπως μου είπε. Να, ετοίμασα τη βαλίτσα μου και τον περιμένω. Όχι ότι κατάλαβα και πολλά από το τηλέφωνο, μα κατάλαβα αρκετά. Πρέπει να φύγω, λέει. Να εξαφανιστώ. Με είδαν, λέει, και η αστυνομία ερευνά. Όπου να ναι θα φανεί. Να με συλλάβει για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση και μάλιστα εκ προμελέτης.

Βλακείες, λέω εγώ. Και πώς θα μπορέσουν μωρέ να αποδείξουν οτιδήποτε; Εντάξει, υπάρχουν μάρτυρες που με είδαν εκεί το βράδυ. Ε, και; Το πρωί είχα φύγει. Πώς θα αποδείξουν ότι το έκανα εγώ; Θα μου πεις, μπορεί να με αναγκάσουν να ομολογήσω. Μπορεί. Μπορεί όμως και όχι. Είμαι σκληρός εγώ. Δεν σπάω εύκολα. Μετά υπάρχει και το όπλο. Πού θα το βρουν όμως; Θα μου πεις, αφού το έχω πάνω μου. Ναι, μα δε θα το έχω για πολύ. Μόλις βγω από δω μέσα, θα φροντίσω να το εξαφανίσω. Ίσως να έπρεπε να το είχα κάνει ήδη, μα δεν το σκέφτηκα αυτό τότε. Άσε που μπορεί και να μου χρειαστεί. Καλά είναι λοιπόν στην τσέπη μου. Με κάνει πιο δυνατό, πιο κυρίαρχο και πιο ασφαλή.

Μα, από ποιον άραγε κινδυνεύω περισσότερο, αν όχι από τον ίδιο μου τον εαυτό; Ποιος με πιέζει περισσότερο, από εμένα τον ίδιο; Ποιος γίνεται τόσο φορτικός με όλες αυτές τις ερωτήσεις, αν όχι το είναι μου ολόκληρο; Και τι ερωτήσεις είναι αυτές; Δύσκολες. Δύστροπες. -Τι πήγες και έκανες; -Γιατί το έκανες; -Είσαι λοιπόν ένας φονιάς; -Πού είναι τώρα εκείνη που σε αγαπούσε; -Γιατί δεν είναι εδώ να σε ευχαριστεί που την απάλλαξες; -Γιατί δεν είναι εδώ να σε παρηγορεί; Ερωτήσεις που πρέπει να τις απαντήσω όλες εγώ. Μόνος μου! Χωρίς κάποιος να με βοηθήσει.

Ο μόνος που με βοηθά είναι ο αδερφός μου. Και αυτός από ανάγκη το κάνει. Γιατί είναι αδερφός μου. Όχι επειδή θέλει, όχι επειδή με αγαπάει, μα επειδή έτσι πρέπει. Είναι καλό αυτό; Θα έπρεπε ίσως να χαίρομαι; Δε χαίρομαι. Μάλλον θα προτιμούσα να με άφηνε μόνο μου, έτσι που σκέφτεται. Όταν του τηλεφώνησα και του ζήτησα βοήθεια δεν το έκανα επειδή ήταν αδερφός μου μα επειδή μόνο εκείνον ήθελα να δω. Μόνο σε εκείνον ένιωθα καλά να μιλήσω. Και όχι επειδή είναι αδερφός μου, μα επειδή τον αγαπώ. Δεν έχω άλλον να αγαπήσω πέρα από εκείνον. 

Η Ζωή με άφησε. Με ξεγέλασε. Δεν είναι μαζί μου πια. Προτίμησε τον άλλο. Είμαι μόνος. Και ποιος φταίει που είμαι μόνος; Εκείνη.

(Με ένταση.)

Εκείνη που πήγε και πέθανε ενώ μου ορκιζόταν πως δε θα με άφηνε ποτέ. Εκείνη που μου έλεγε πως, κι αν όλα γύρω μας χαθούν κι αν όλα καταρρεύσουν, θα έχουμε πάντα ο ένας τον άλλο να νοιαζόμαστε. Και όμως, με την πρώτη αδιαθεσία, κατέρρευσε, πέθανε. Με παράτησε. Και έμεινα μόνος και έρημος να τρέχω πίσω από μία Ζωή που ούτε σημασία δε μου έδινε.

(Χαμηλώνει τον τόνο.)

Και όμως, εγώ την είχα τόσο πολύ ανάγκη!

(Κάθεται και βάζει τα χέρια του στο κεφάλι. Με παραδομένη φωνή ψιθυρίζει σχεδόν κλαίγοντας.)

Μητέρα! Αχ πολυαγαπημένη μου εσύ μητέρα. Γιατί με άφησες; Γιατί; Δε σκέφτηκες, άραγε, τι θα απογίνω χωρίς εσένα; Εγώ, που δεν είχα μάθει να ζω έξω από σένα, από την προστασία σου, από τη στοργή σου; Εγώ δεν ήμουν ο αγαπημένος σου; Εγώ δεν ήμουν η ζωή σου όλη; Έτσι δεν έλεγες; Πώς μπόρεσες λοιπόν και με άφησες;

(Σηκώνεται οργισμένος και αρχίζει να μονολογεί πηγαίνοντας πάνω κάτω ξανά.)

Εσύ φταις για όλα. Αν είχες κρατήσει το λόγο σου και έμενες κοντά μου, τώρα δε θα βρισκόμουν σε αυτή τη θέση. Ούτε και θα είχα ποτέ την ανάγκη της Ζωής. Μα ήταν η μοναδική που μπορούσε να καλύψει το κενό σου και με έκανε να νιώθω ασφαλής. Οπότε και εγώ την κυνήγησα και να το αποτέλεσμα. Πυροβόλησα έναν άνθρωπο. Πώς μπόρεσα αλήθεια και τράβηξα τη σκανδάλη; Είμαι άραγε τόσο γενναίος ή μήπως είμαι ένα κτήνος; Τι από τα δύο είμαι άραγε, μητέρα; Γενναίος ή κτήνος;

Εκείνη τη στιγμή της έξαψης, της απόλυτης υπερδιέγερσης του εαυτού μου ένιωθα πως ήμουν γενναίος. Άτρωτος. Καμάρωνα και ένιωθα την υπέρτατη ηδονή τραβώντας τη σκανδάλη. Πόση γλύκα έχει η στιγμή που νιώθεις πως ξεπερνάς τον εαυτό σου και τον φτάνεις στο σημείο της αποκορύφωσης, της ταύτισης σχεδόν με το Θείο! Ναι, πράγματι έτσι ένιωθα. Κρατούσα το όπλο στα χέρια μου, σταθερά και θαρρετά, και αποφάσιζα να αφαιρέσω μια ζωή. Έτσι όπως κάνει και ο Θεός. Έτσι όπως αποφάσισε και πήρε και τη δική σου, μητέρα. Ένιωθα λοιπόν πως πλησίαζα, έφτανα ψηλά. Τέτοια ευχαρίστηση και αγαλλίαση δεν είχα νιώσει σχεδόν ποτέ. Ω, τι έξαψη ήταν αυτή!

Μετά όμως… Μετά άρχισε το δράμα στο κεφάλι μου. Έφυγε η έξαψη και η χαρά και έμεινε μόνο μία σκέψη: σκότωσα έναν άνθρωπο. Αφαίρεσα μία ζωή. Πώς να αγαλλιάσω πια την ψυχή μου; Πώς να την πείσω ότι έτσι έπρεπε να γίνει; Διεκδικεί την τιμωρία μου. Αποφάσισε πως είμαι ένα κτήνος που πρέπει να πληρώσει για ό,τι έκανε. Καμία πράξη δε μένει ατιμώρητη, μητέρα. Καμία. Και όλες οι Ερινύες του κόσμου τώρα πια, έχουν πέσει πάνω μου και μου τριβελίζουν το μυαλό. Δε σταματούν να μου ψιθυρίζουν: φονιά, φονιά, φονιά... Δε σταματούν ποτέ. Κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, στον ύπνο μου και στον ξύπνιο μου. Δεν μπορώ μήτε να τις απειλήσω μήτε να τις καλοπιάσω. Αυτές εκεί, αποφασισμένες, να με κάνουν να πληρώσω. Πώς, με ποιον τρόπο, άραγε πρέπει να πληρώσω; Με το να μπω στη φυλακή; Η αλήθεια είναι πως το σκέφτηκα πολύ σοβαρά αυτό. Αν πράγματι αυτός είναι ο τρόπος για να τις κάνω να σταματήσουν, σκέφτηκα να το κάνω. Να μπω στη φυλακή. Έστω και για πάντα. Αν αυτός είναι ο τρόπος για να κατευνάσω την οργή τους, ας είναι. Θα πληρώσω το τίμημα φτάνει αυτές να πάψουν.

Μα… μόλις μου τηλεφώνησε ο Μάρκος και μου είπε πως η αστυνομία είναι στα ίχνη μου και όπου νά ‘ναι θα έρθει εδώ, κάτι μέσα μου σκίρτησε, κάτι τράνταξε. «Θα έρθουν να με συλλάβουν; Άρα θα πληρώσω και επιτέλους θα λυτρωθώ.» Αυτή έπρεπε να ήταν η πρώτη μου σκέψη, μα δεν ήταν. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να γλυτώσω, να ξεφύγω, να το σκάσω. Αμέσως ξέχασα τις τύψεις, τις Ερινύες που με κυνηγούν. Λειτούργησα σαν ένα δειλό ανθρωπάκι που αμέσως φοβήθηκε και ψάχνει να κρυφτεί για να γλιτώσει. Άρα, μητέρα, δυστυχώς, δεν είμαι απλώς ένα κτήνος, μα ένα απελπισμένο και δειλό κτήνος. Κρίμα και αλλιώς με φανταζόμουνα, μα έφτανε μια μικρή απειλή για να φανεί ο πραγματικός μου εαυτός. Οπότε τώρα, τι μένει; Να ζήσω με τις ενοχές μου μα και με τη σκέψη πως είμαι ένας δειλός. Γιατί θέλει τόλμη και γενναιότητα να σταθείς όρθιος και να πεις έφταιξα και είμαι εδώ, συνειδητά, για να πληρώσω. Κάτι που εγώ δεν έχω. Κάτι που εσύ ποτέ δε μου έμαθες, μητέρα. Και να σου ο Μάρκος, σε αυτή την ιδιαίτερη στιγμή, να μου λέει να ετοιμάσω τη βαλίτσα μου και να τον περιμένω. Θα μου φέρει ένα πλαστό διαβατήριο, λέει, ώστε να καταφέρω να φύγω από τη χώρα. Επιβραβεύει δηλαδή τη δειλία μου, την ανημποριά μου για θάρρος. Και εγώ τον υπακούω, τον ακολουθώ. Από τους δυο μας εκείνος ξέρει καλύτερα. Μα σάμπως νοιάζεται για μένα μην τυχόν και μπω στη φυλακή; Μάλλον για το όνομά του νοιάζεται. Θα λένε : «Να ο αδερφός του φονιά.» Πόσο άσχημα ακούγεται αυτό! Ίσως κατά βάθος και να τον καταλαβαίνω. Ίσως και εγώ το ίδιο να έκανα. Μα όπως και νά ‘χει, το πρόβλημα τώρα είμαι εγώ και όχι εκείνος. Εγώ, που πρέπει να ζήσω όλη μου τη ζωή ως ένας δειλός και καταδιωκόμενος φυγάς.

(Σταματάει να περπατάει. Παύση για λίγο. Κοιτάζει στο κέντρο. Σαν να τον κεραυνοβόλησε μια δυνατή σκέψη, τα μάτια του φωτίζονται.)  

Κι αν δεν κάνω τίποτα από όλα αυτά; Τίποτα από όσα περιμένουν οι άλλοι από μένα; Η αστυνομία περιμένει να παραδοθώ, ο Μάρκος περιμένει να το σκάσω. Αν, λοιπόν, δεν τους κάνω τη χάρη; Αν κάνω κάτι αποκλειστικά δικό μου; Κάτι που να το έχω σκεφτεί μόνος μου και να το έχω επιλέξει ελεύθερα και με τόλμη; Τότε μπορεί και να με δουν όλοι αλλιώς. Όπως μου αρμόζει! Γιατί, τι θα μείνει άραγε από μένα, αν όχι αυτό που θα δείξω φεύγοντας από τη ζωή; Ναι, λοιπόν, αυτό θα κάνω. Θα αποφασίσω εγώ και θα είμαι κυρίαρχος, για μοναδική ίσως φορά, των πράξεών μου. Αντίο δειλία, αντίο Ερινύες. Αντίο φόβοι, αντίο μοναξιά. Αντίο Ζωή!

Τραβάει από τη ζώνη του παντελονιού του το όπλο του. Ακούγεται πυροβολισμός.

 

_

γράφει η Ευαγγελία Στρατή

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου…

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!