Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Δημοσίευση: 12.12.2021

Ετικέτες

Κατηγορία

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που κάλυπτε το περίβλημα των ανθρώπων και τον αέρα της πόλης. Περίεργο για γιατρό αυτό. Να θέλεις να φτάσεις ως το μεδούλι των ανθρώπων για να τους κάμεις καλά. Τίναξε τη σκόνη από τα παπούτσια του και έριξε στην πλάτη το σακίδιό του. Παραδίπλα, στην ίδια οικοδομή, στο υπόγειο δωμάτιο της ηλικιωμένης Άννας, το φως που έβγαινε από το μισοανοιγμένο παράθυρο και η λάμψη της βουβής τηλεόρασης αιχμαλώτισαν τον Παύλο για μια στιγμή. Με ένα νεύμα στο γείσο του, της λέει καλησπέρα. Η Αθήνα βυθισμένη μέσα σε μια καταχνιά του Απρίλη. Η πορεία συμπαράστασης είχαν πει θα γίνει στις επτά το απόγευμα. Το Πανεπιστήμιο, η ιατρική σχολή, όπου ήταν τελειόφοιτος ο Παύλος ήταν ερμητικά κλειστά, εδώ και ένα τριήμερο, για το φόβο των Ιουδαίων. Μέσα στην κατάληψη άνθρωποι ήταν οχυρωμένοι, σαν τον Παύλο, συντρόφια και συμφοιτητές του, φοιτητές και που μέσα τους είχαν αισθήματα και καρδιά, παιδιά που επρόκειτο να σώσουν ανθρώπους, τιμώντας τον όρκο του Ιπποκράτη. 

Σχεδόν αδιαφορώντας για όλα αυτά, και μασουλώντας αμέριμνα ένα σάντουιτς, ο Παύλος κατευθύνθηκε προς το δικαστικό μέγαρο. Ήταν περίπου πέντε το απόγευμα, η καλύτερη ώρα για καφέ και συζητήσεις με αδιάφορους και άγνωστους ανθρώπους στα παγκάκια τριγύρω από την πλατεία δικαστηρίων. Η τέλεια στιγμή για αφισοκόλληση. Ο Παύλος ποτέ δεν έβγαινε χωρίς τον μπερέ στο κεφάλι του και το τριμμένο σακάκι στους ώμους του. Του είχαν πει να μην δείχνεται, να περνάει όσο το δυνατόν απαρατήρητος, για να γίνεται η δουλειά. Στις πιάτσες είχε μαθευτεί πρόσφατα ότι πιάσανε επ’ αυτοφώρω έναν δικό τους και ότι κινδύνευε να τον χώσουν μέσα, έστω και για λίγο. 

Περίπου την ίδια ώρα η λιτανεία, η επίσημη χρυσοφόρα πομπή βγαίνοντας μετά Βαΐων και Κλάδων, κατευθυνόταν στην κεντρική λεωφόρο μπροστά από το νοσοκομείο. Τα άμφια και η μήτρα του Ιεράρχη χρυσοποίκιλτα, περιστοιχισμένος ο ίδιος από πλήθος ιερέων. Το νοσοκομείο πρόβαλε πολυόροφο, γιγάντιο, σαν να άγγιζε και να ξύνει τον ουρανό, στα δεξιά της πομπής. Ηταν το σημείο αναφοράς κάθε άνθρώπου. Έδω άρχιζαν και τέλειωναν οι ζωές. Εδώ όλα. Στην πλαϊνή πτέρυγα απεξάρτησης επικρατούσε θόρυβος πολύς, είχε μαθευτεί η επ’ αυτοφώρω σύλληψη του αγοριού και όλοι ήταν σε αναταραχή. Θα κατέβαιναν στη διαδήλωση. Από μέσα ακουγόταν δυνατή η φωνή του διευθυντή και οι άλλες των επιμελητών και των ειδικευόμενων. Κόσμος πολύς περίμενε στα εξωτερικά ιατρεία από την άλλη είσοδο. Άλλοι βογγούσαν από τους πόνους και άλλοι περίμεναν στωϊκά να έρθει η σειρά τους. Η ευωδιά από το λιβάνι και το θυμίαμα της λιτανείας πλημμύρισε τις πλαϊνές αίθουσες των κλινικών.

Ο Παύλος με ενθουσιασμό προχωρούσε με την αφισοκόλληση. Κοίταξε πίσω από τη γωνία, κάποιος σαν να τον παρακολουθούσε, κόρδωσε μπροστά το στήθος του, δεν είχε να φοβηθεί κανέναν, καμιά δίωξη, κανέναν δικαστή. Κομμάτια να γίνει, θα πάω κι ας κινδυνεύσω, έδωσε θάρρος στον εαυτό του. Είσαι στη σωστή κατεύθυνση, του σφύριξε ένας γέρος πάνω σε ένα ποδήλατο. Ο Παύλος είχε δυο ώρες καιρό να ξεσκεπάσει την πόλη από κάθε ίχνος αρρώστιας, βρωμιάς και αντιπροπαγάνδας. Θα ζητούσε βοήθεια εν ανάγκη. Από μακριά ακούστηκε μια σειρήνα. Το ασθενοφόρο προσπέρασε την πομπή του Ιεράρχη και με τις ευλογίες του κατευθύνθηκε προς τα επείγοντα. Οι γιατροί έπεσαν πάνω στο περιστατικό. Αμέσως. 

Την ίδια στιγμή η ηλικιωμένη Άννα άνοιγε τα παντζούρια που βλέπουν στο πεζοδρόμιο. Οι κουρτίνες χύθηκαν έξω σαν πέπλα. Μύρισε το ανοιξιάτικο αεράκι και η καρδούλα της σκίρτησε από αγωνία. Αναρωτήθηκε τι να έκανε ο Παύλος, ο γείτονάς της, ο μόνος άνθρωπος που είχε μια καλησπέρα, πού να χάθηκε τόσες μέρες. Είκοσι λεπτά περπάτημα την ημέρα, της είχε συμβουλεύσει ο Παύλος ως γιατρός. Η Άννα ντύθηκε αργά αργά με κινήσεις αργές και προσεκτικές, τύλιξε ένα σάλι γύρω από τους ώμους της, δρασκέλισε το σκαλάκι της εξώθυρας και βγήκε αλαφροπατώντας σαν τη γάτα στο σοκάκι και επιταχύνοντας λίγο το βήμα της έστριψε προς τον κεντρικό δρόμο. Από μακριά, στης γωνίας το άνοιγμα, αντίκρυσε τις μανάδες που βαστούσαν τα παιδιά τους από το χέρι, ακολουθώντας την πομπή, τα εξαπτέρυγα και τον Ιεράρχη. Η λάμψη του χρυσοποίκιλτου σταυρού την κάρφωσε στα μάτια, την τύφλωσε, γύρισε το κεφάλι της στο πλάι, έκανε να γυρίσει προς τα πίσω, μάλλον είχε ξεχάσει το μάτι της κουζίνας ανοιχτό. Στη βιασύνη της δεν πρόσεξε το κολωνάκι που ήταν τοποθετημένο στο πεζοδρόμιο και σκόνταψε πάνω σε αυτό και έπεσε χάμω, σαν να ήταν ένα σακί με πατάτες, σπάζοντας το πόδι της,

Η πορεία εν τω μεταξύ, προσέγγιζε το δικαστικό μέγαρο, οι άλλοι είχαν αρχίσει να κάνουν ενοχλητική την παρουσία τους, σαν μύγα που ερέθιζε τις επιφάνειες μιας κουζίνας αγγίζοντάς τες ή σαν σφήκα που εστίαζε επικίνδυνα προς το πρόσωπο, και οι πιο τολμηροί δεν άντεξαν, όρμησαν μποστά, και ξεγύμνωσαν τις ελεύθερες εξωτερικές επιφάνειες στην πρόσοψη του μεγάρου. Χαρτιά, ανακοινώσεις, δημοσιεύσεις, αναγγελίες, δελτία τύπου, κηδειόχαρτα και ενοικιαστήρια έπεσαν κάτω ταπεινωμένα και άχρηστα. Ο πυροβολισμός δεν άργησε να ακουστεί. Η σφαίρα είχε πετύχει κάποιον στο ψαχνό και στην ψύχρα. Ο κόσμος αλαλιασμένος και πνιγμένος στα δακρυγόνα, διαλύθηκε στα γύρω στενά. Σειρήνες ασθενοφόρων και μεταγωγικών έκαναν τον εφιάλτη ζωντανό. Μέσα από το μέγαρο έβγαινε πυκνός καπνός. Σκοτείνιασε στους δρόμους της πόλης. Οι άνθρωποι σαν ποντίκια χώθηκαν στα σπίτια τους, κατέβασαν τα ρολά. Καπνός πλώθηκε παντού και σκέπασε την πόλη σαν να έριξε κάποιος, ο Θεός ίσως, μια κουβέρτα για να πνίξει τη φωτιά που είχαν ανάψει κάποιοι, τη φωτιά που έβγαινε από ένα μάτι κουζίνας που ξεχάστηκε ανοιχτό κατά λάθος. Ο Παύλος χάθηκε μέσα στα στενά. Δεν άντεχε αλλά και δεν θα τα παρατούσε έτσι εύκολα. Το μυαλό του άστραψε σαν θυμήθηκε την ηλικιωμένη Άννα. Έπρεπε οπωσδήποτε να βεβαιωθεί ότι είναι καλά. Θα φύγω, πριν μου πεις, του είχε πει η Άννα κάποτε σε μια απογευματινή συζήτηση που είχαν οι δυό τους μέσα στο ευάερο και ευήλιο και χρωματιστό σπίτι. Δεν σε αφήνω να φύγεις, της είχε πει ο Παύλος.

Μέσα στον χαμό, και ρίχνοντας μια ματιά στο εσωτερικό των κλινικών, η κατάσταση ήταν περίεργη. Στην ορθοπεδική, η Άννα αγκομαχούσε με το πόδι της στον νάρθηκα, στο κομοδίνο πλάι της δυό κουτάκια με φάρμακα, ένα βάζο με ανοιχτόχρωμα λουλούδια και μια Καινή Διαθήκη τσέπης. Δίπλα, στην πτέρυγα απεξάρτησης επικρατούσε ένα χαρούμενο κλίμα, δυό απεξαρτημένοι επέστρεφαν στους φίλους τους, στις οικογένειες τους και στις δουλειές τους. Όλα έδειχναν ότι τα πράγματα ξανάρχονται στη θέση τους. Η πόλη άρχισε να συνέρχεται, σαν να ήταν έτοιμη από καιρό. Ο νόμος είναι δίκαιος, είχε πει κάποτε στον Παύλο ένας φίλος του από τη νομική. Εγώ, δεν ξέρω, δεν νομίζω να δώσω τα χέρια στο σύστημα, του είχε απαντήσει τότε ο Παύλος. Φιλαράκι, μήπως λαθεύει το μυαλό σου, μήπως δεν είσαι στη σωστή κατεύθυνση;, αναρωτήθηκε ο νομικάριος και κοίταξε τον Παύλο κατευθείαν μες στα μάτια. Εγώ σε ξέρω από καιρό. Για το καλό σου το λέω. Είσαι γιατρός, καταλαβέ το. 

Ο Παύλος, ανέκφραστος πιάνει με τα χέρια του το κεφάλι του και ακουμπά τους αγκώνες του στο τραπέζι. Κοιτάζει πάλι εξονυχιστικά σαν μαγνητισμένος τον μεγάλο ανθρώπινο σκελετό. Του φάνηκε γυμνός και απροστάτευτος ο άνθρωπος. Πρέπει να σώσω την Άννα σκέφτηκε. Πήρε θάρρος. Ας μη χάνω άλλο την ώρα μου, είπε. Δεν το έκανε από σκοπιμότητα αλλά από φιλότιμο. Ήταν στη σωστή κατεύθυνση εστώ και με καθυστέρηση.

Έξω ο θόρυβος είχε κοπάσει. Η ηλικιωμένη Άννα έκλαιγε · τόση ησυχία· λαχτάρησε να βρει έναν άνθρωπο, να αλλάξει μια κουβέντα, να πει στο Παύλο ότι έγινε καλά, ότι πήρε εξιτήριο. Οσφριζόταν ακόμη στο όνειρό της τους καπνούς και την ευωδία του θυμιάματος. Βγήκε, του χτύπησε το κουδούνι, τον αναζήτησε. Μια άσπρη γάτα κουλουριάστηκε στα πόδια της, που αναζητούσε στοργή και αγάπη κι αυτή. Την ίδια ώρα ο Παύλος έσωζε μια ακόμη ζωή μέσα στο πελώριο νοσοκομείο, το ευλογηθέν και αγιασθέν κάτω από τη σκέπη ένος μαγιάτικου μαγευτικού ξαστερωμένου ουρανού.

 

_

γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 27 – 28 Απριλίου 2024

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 27 – 28 Απριλίου 2024

Real News Καθημερινή Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων (Δεν στέλνουμε ανεπιθύμητη αλληλογραφία ενώ μπορείτε να διαγραφείτε με ένα κλικ και δεν θα...

Το τελευταίο μεροκάματο

Το τελευταίο μεροκάματο

Από το μυαλό της δεν φεύγανε τα απειλητικά λόγια, που αντάλλαξαν στο τηλέφωνο χθες το βράδυ με τον πρώην άντρα της όταν αυτή αναλύθηκε σε λυγμούς, μόνη και αβοήθητη στον κόσμο.  Σήμερα κοντοστέκεται λίγο να ξαποστάσει και να πάρει μιαν ανάσα, σκουπίζοντας τον ιδρώτα...

Ουράνιες μελωδίες

Ουράνιες μελωδίες

Ερμητικό το σφράγισμα των κτιρίων με τα σιδερένια φαντάσματα της γειτονιάς της Άνω Πόλης, κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό του Φεβρουαρίου, που τυλίγει με γκρίζο πέπλο ομίχλης, τη Νύμφη του Θερμαϊκού μέχρι κάτω, στο φωτισμένο λιμάνι. Το κρύο του Βαρδάρη αβάσταχτο. ...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Ουράνιες μελωδίες

Ουράνιες μελωδίες

Ερμητικό το σφράγισμα των κτιρίων με τα σιδερένια φαντάσματα της γειτονιάς της Άνω Πόλης, κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό του Φεβρουαρίου, που τυλίγει με γκρίζο πέπλο ομίχλης, τη Νύμφη του Θερμαϊκού μέχρι κάτω, στο φωτισμένο λιμάνι. Το κρύο του Βαρδάρη αβάσταχτο. ...

Ο πραματευτής

Ο πραματευτής

ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗ ΤΟΝ ΞΕΡΑΝ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ. Ούτε ρώτησε κανείς τ’ όνομά του, ούτ’ εκείνος το ’πε ποτέ σε κανέναν. Λιγόλογος. Μέτριο, γεροδεμένο κορμί.  Πυκνά, σμιχτά φρύδια σκέπαζαν δυο μάτια βαριά. Νιότερος γνωρίζονταν από μια μεγάλη λοξή χαρακιά που ξεκίναγε από το μέτωπο,...

Παπαθεοδώρου Βασίλειος

Παπαθεοδώρου Βασίλειος

«Στρατιώτης πεζικού, Παπαθεοδώρου Βασίλειος, Ε’ ΕΣΣΟ, 2018. Αιτούμαι διήμερη άδεια για...».  «Πάλι άδεια Παπαθεοδώρου; Κουράστηκες να κάθεσαι εδώ μέσα κι είπες να κάθεσαι κι έξω;». «Όχι, κύριε Διοικητά. Εγώ...». «Τι όχι Παπαθεοδώρου;». «Εγώ... κύριε... Διοικητά...»....

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου