Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

 

-Γιατί συννέφιασε έτσι; αναρωτήθηκε η μαμά μου, η κυρία Δάφνη.

Αν και η μέρα σήμερα είχε έναν λαμπρό ήλιο, εκεί στα καλά καθούμενα, γύρω στις δυόμισι το μεσημέρι –κάπου στην Καβάλα και ουχί ‘Κάποιο μεσημέρι στης Ακρόπολης τα μέρη’, όλα σκοτείνιασαν. Σα να φορούσαμε φιμέ γυαλιά ηλίου ένα πράγμα.

-Είδες θεία; πήρε το λόγο η Αμαλία, αφήνοντας στην άκρη το ποικίλης ύλης περιοδικό της. Η χάση του ηλιάτορα την είχε κόψει στο καλύτερο της συνέντευξης του γοητευτικότατου Βλάση Μπονάτσου και έδειχνε φανερά εκνευρισμένη.

-Τς τς τς, μα τι παραπάνω έχει η Βουγιουκλάκη από μας, βρε Κατερίνα; Τι της βρίσκει και την αποκαλεί γυναίκα της ζωής του; Κοίτα, κοίτα να δεις τι πούδρα πασαλείβεται. Κοίτα πως ζαρώνει ο λαιμός της απ’ τις πλαστικές επεμβάσεις!

-Μα είναι η εθνική μας σταρ, αντέτεινα εγώ.

Έτσι κι αλλιώς δεν γλίτωνα. Άφησα στα πρόχειρα το βιβλίο και την εφηβική  ταξιδιάρικη ονειροπόληση. Ο Παπαδιαμάντης με είχε όντως συναρπάσει. Η δε μαυρομαλλούσα κοπελιά με έπαιρνε και με σήκωνε για πολλοστή φορά.

-Τι σταρ και στάρια, ξέσπασε ο Βεζούβιος- Αμαλίτσα. Εγώ είμαι πιο μικρή, σε μένα ταιριάζει αυτός. Όχι σ’ αυτήν την…

-Στην ευχή! Δεν βλέπω να πλύνω τα πιάτα. Κι αυτά τα μπουρεκάκια σήμερα βρήκαν να μου αρπάξουν… Πώς θα τελειώσω με το τηγάνι που κάηκε; Δε βλέπω! αντάριασε η μαμά εν μέσω φιμέ σκοταδιού και λευκών σαπουνάδων.

-Περίμενε θεία, θα σε βοηθήσω εγώ.

Ως συνήθως, η τριανταπεντάχρονη Ξανθιώτισσα ξαδερφούλα μου ήταν πάντα πρόθυμη για όλα. Δεν γλίτωσε από ελόγου της η πουδραρισμένη Αλίκη, ο Βλάσης- πανέμορφος με ενδυμασία Τσε Γκεβάρα-, εγώ, ο Παπαδιαμάντης, τα δεκαπέντε μου χρόνια και θα της ξέφευγε το μπουρλότο του τηγανιού;

Η αλήθεια είναι ότι σήμερα στο σπίτι μας κυριαρχούσε γενικώς ΤΟ μπουρλότο.

Οι τρεις πρώτες ξαδέλφες της μαμάς, η Φανή, η Δόμνα και η Βεατρίκη, ετοίμαζαν την επιδρομή τους εδώ, όπως κάθε Τετάρτη, για καφέ, μπουρέκια, κέικ και ράδιο αρβύλα, κουτσομπολιό δηλαδή. Θρηνούσε η Καβάλα του ’78 στις απανταχού συνάξεις τους, τόσο θάψιμο έπεφτε για τους πάντες.

Καλή η Μεταπολίτευση, το ηγετικό ‘Έλληνιδες, Έλληνες’ του Καραμανλή, ξεσήκωνε ποικιλοτρόπως το ζιβάγκο του Ανδρέα, αλλά μια επίδειξη πλαστικών τάπερ και μια σύναξη για καφέ το απογευματάκι, ήταν το φόρτε (κι aqua forte) της κάθε αξιοπρεπούς σύγχρονης γυναίκας. Τον καιρό εκείνο, οι αριθμοί των καβαλιώτικων τηλεφώνων καλούσαν με πέντε μόνο ψηφία, ενώ οι τηλεφωνικές συσκευές ήταν το πολύ δύο σε κάθε γειτονιά.

Αλλά, σήμερα, εκτός από μια κάποια Τετάρτη, ήταν και 5 Μαΐου. Ημέρα που τιμάται η Αγία Ειρήνη. Βοήθεια μας, δηλαδή.

Κι ενώ όλοι τιμούσαν την προστάτιδα της Ελληνικής Αστυνομίας, οι τρεις ξαδέλφες –ποτέ ‘Τρεις Αδερφές’ του Τσέχωφ-, τιμούσαν δεόντως το ‘‘Καλάθι Με Τα Τριαντάφυλλα Της Ρένας’’.

Ποια ήταν η Ρένα; Χμμμ, εδώ σας θέλω.

Σύμφωνα με τα τρία ξαδερφικά ληξιαρχεία, υποθηκοφυλακεία  και υπουργούς άνευ χαρτοφυλακίου, μεταφέρω τις εξής φλέγουσες πληροφορίες.

Η γκριζομάλλα βέρα Καβαλιώτισσα, που ξεπερνούσε πια τους 55 Μάηδες στην ηλικία, κάθε χρόνο στην ονομαστική της αξία και γιορτή είχε τη χαρά να λαμβάνει ως δώρο, ένα καλάθι γεμάτο κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Τριάντα τρία στον αριθμό.

Αποστολέας τους ήταν ο εξ Αθηνών μεγαλογιατρός Διομήδης Στεργίου, ο οποίος την είχε χειρουργήσει όταν έπαθε ρήξη του θώρακος τον 3ο αιώνα προ Χριστού.

Έκτοτε, αν και νυμφευμένος με τρία παιδιά ο Διομήδης κι αυτή ανύπαντρη με ύφος σαράντα πέντε καρδιναλίων, άφησαν να πλεχτεί- ανάμεσά τους, γύρω, εκεί ψηλά στον Υμηττό, δεν ξέρω ακριβώς- ένα φλογερό ειδύλλιο. Τα γαλάζια του γράμματα, καθώς και οι επισκέψεις του σύγχρονου Ρωμαίου στην ασορτί με την αλληλογραφία γαλάζια μας πολιτεία, έπεφταν βροχή.

Απογειωμένη, σχεδόν να ίπταται η φίλτατη Ρένα, έδειχνε απόλυτη εμπιστοσύνη στην επιστήθια φίλη της, τη θεία Βεατρίκη και της τα έλεγε όλα. Η δε θεία, δε λέω, χαιρόταν με τον αντικέ έρωτα της φίλης της, αλλά ήταν μικροπαντρεμένη με τον άντρα της –τον καλό μου θείο Κυριάκο. Ζήλευε, χόλωνε με τούτο το αίσθημα της Ρένας.

-Νιώθω άδεια, κενή, Δάφνη. Πόσα χρόνια πάνε που δεν νιώθω μέσα μου κάτι δυνατό, εμπιστευόταν στη my mother συχνά πυκνά με θλίψη.

Ενώ η επιστήθια φίλη…

Χωρίς να νιώθει κάτι δυνατό;  Μα ο Κυριάκος της, κύριος μέτοχος σε μεγάλο πρατήριο υγρών καυσίμων, εξέπεμπε δυνατούς ρύπους και οσμή πετρελαίου ο άνθρωπος, κι αυτή δεν το ένιωθε. Απορούσα.

Γύρω στις πέντε το απόγευμα ακούσαμε τις φωνές τους στην εξώπορτα. Μόλις προλάβαμε ν’ αναχαιτίσουμε  απ’ την κουζίνα στοίβες πιάτων, καμένα τηγάνια, σφουγγάρια, συν μια μαχόμενη Αμαλία που ήθελε να ‘δει’ το φλιτζάνι του καφέ όλης της θηλυκής ομήγυρης.

Ο μπαμπάς μου, ο πάντα μετριοπαθής κύριος Γιάννης, πώς  γινόταν και έλειπε σε έκτακτα δρομολόγια του ΚΤΕΛ, κάθε  ηλιοβασίλεμα Τετάρτης -παραμένει μυστήριο.

-Τρελάθηκες; ωρυόταν η μεγάλη δικαστής, η πάντα ευγενική κι ολίγον βασιλόφρων θεία. Δεν έφτανε η έκλειψη ηλίου! Ε, ρε κακό που μας βρήκε σήμερα. Η μνήμη του Αγίου Ειδυλλίου είναι και δεν το ‘ξερα!

-Φανή, σους, μας ακούει ο κόσμος.

-Άσε με κι εσύ Δόμνα… Θα μας ακούσει όλη η Παναγία, θα μας κάνουν ντου στο Ιμαρέτ. Άκου η Αυτή Εξοχότης, να κλείσει ραντεβού με τον κορτάκια που της τηλεφωνεί!!! Κι άμα το μάθει ο Κυριάκος, τι γίνεται μου λες;

-Και κανονίσατε να βγείτε αύριο το πρωί για καφέ στη Μυροβόλο; θαύμασε η μεσαία από τις Τρεις Μοίρες, η Δόμνα.

-Ναι, κορίτσια. Την ώρα που ο Κυριάκος λείπει στη δουλειά και η γυναίκα του για ψώνια. Μήνες τώρα το ψήνουμε δια τηλεφώνου κι όπου τύχει να βρεθούμε. Με θέλει, το καταλαβαίνεις; έλιωνε η number two πουδραρισμένη κι άλλο τόσο σιτευμένη δικιά μας Αλίκη.

Μόλις είχαν βγει απ’ τα μπικουτί τους και οι τρεις. Αρώματα κραγιόν και λακ, αναδύονταν στην κάθε κίνησή τους, ιδίως της πρωτοσύγκελου Φανής – Λιζ Ταίηλορ της παρέας. Η Μεγάλη Ρήγισσα ήταν μαθημένη να βάζει τα ρουζ, λακ, κι ava perle απορρυπαντικό πιάτων και μαλλιών με  το χεράκι της. Τέσσερα παιδιά μεγάλωσε με τον λίγο μπερμπάντη άντρα της, συνταξιούχο πια παντοπώλη, τον μπάρμπα Δήμο. Και τη Βενιαμίν-α / Βιταμίνα Βεατρίκη, τη χαρά οφθαλμών της μάνας τους.

-Συγκεντρώσου, αναφωνούσε τώρα η ‘Λιζ’. Τι ‘ψήνετε’ μήνες τώρα, αγκινάρες α λα Πολίτα; Μη χειρότερα!

-Με τις Πολίτες και το λουλάκι που βάζει στα μαλλιά της, δεν έριξε η μαντμαζέλ Ρένα τον Διομήδη; τσίριξε η χειραφετημένη Βέα. Το μαύρο καμπαρντινέ παντελόνι έτριξε κι αυτό τα δόντια του..

-Μα τι ακούω; Έγινε έκλειψη ηλίου σήμερα; Πότε;

-Δάφνη πού ζεις; Δεν είδες πώς σκοτείνιασε το μεσημέρι; Μη με σκας. Αρκετή πίεση ανεβάζω με τη Βεατρίκη από δω.

-Ααααα, γι’ αυτό δεν έφεγγε την ώρα που έπλενα τα πιάτα…

-Κρίμα που δεν το ήξερα! Θα έριχνα τα χαρτιά, για να δω τον γαμπρό και με ήλιο και με φεγγάρι, βούρκωσε η μαυρομαλλούσσα από χένα ξαδερφούλα.

-Εσύ δεν μπορούσες ούτε τις φωτογραφίες του Μπονάτσου να δεις, ο γαμπρός θα φωσφόριζε πάνω στην τράπουλα; έλαμψα εγώ.

-Ο καφές έγινε; Να καπνίσω ένα τσιγάρο, γιατί θόλωσα, ψιθύρισε ξέπνοα η λεπτοκαμωμένη, τριανταφυλλένια Βεατρίκη.

-Να δοκιμάσετε όλες τα μπουρεκάκια μου, είναι πεντανόστιμα. Πριν λίγο τα έκαψ…. Τα έφτιαξα! επενέβη χαρούμενα η μαμά μου.

-Φεύγεις, Κατερινούλα; ρώτησε η θεούσα θεία Δόμνα.

-Συγνώμη, με πείραξε αυτή η Χιροσίμ… Εεε, η αντηλιά του κήπου εννοώ.

Η Βουλή του Κήπου άρχισε να χαλαρώνει.. Έτσι περάσαμε κι αυτήν την Τετάρτη. Δίχως άλλες αναφλέξεις ή μπουρλότα. Στο τηγάνι και στις καρδιές.

_

γράφει η Χρυσούλα Βακιρτζή

 

 

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 06 – 07 Ιουνίου 2026

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 06 – 07 Ιουνίου 2026

Real News Καθημερινή Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Τα ΝΕΑ Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων (Δεν στέλνουμε ανεπιθύμητη αλληλογραφία ενώ μπορείτε να διαγραφείτε με ένα κλικ και...

Το γρανάζι

Το γρανάζι

Η πεζή και τετριμμένη καθημερινότητα δεν επρόκειτο να διαταραχθεί. Τα ίδια και τα ίδια αδιέξοδα μεταξύ των οποίων ακροβατούσε επιδιώκοντας να βρει την ισορροπία της ζωής. Όμως αυτή δεν ερχόταν. Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος σε έναν κόσμο ασταθή; Για να γίνει κάτι...

Ο χορός των καταραμένων

Ο χορός των καταραμένων

Ήταν Σεπτέμβρης. Ένα από τα τελευταία δειλινά του. Όπως πάντα όταν επέστρεφα στο σπίτι, είχα σταματήσει στο πιο όμορφο σημείο της πόλης. Ένα πάρκο στο κέντρο της, στολισμένο με μια μικρή λίμνη, στην άκρη της οποίας δέσποζε μια παλιά εκκλησία. Η λίμνη της φωτιάς, την...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ο χορός των καταραμένων

Ο χορός των καταραμένων

Ήταν Σεπτέμβρης. Ένα από τα τελευταία δειλινά του. Όπως πάντα όταν επέστρεφα στο σπίτι, είχα σταματήσει στο πιο όμορφο σημείο της πόλης. Ένα πάρκο στο κέντρο της, στολισμένο με μια μικρή λίμνη, στην άκρη της οποίας δέσποζε μια παλιά εκκλησία. Η λίμνη της φωτιάς, την...

ο κόσμος της

ο κόσμος της

Ήρθε με μια ρόμπα που δεν ήτανε δική της Γύριζε και ξεγύριζε τα μανίκια Σε περίμενα, της είπα Δεν κοιτούσε, δεν άκουγε Προσπαθούσε να τα βρει με τη ρόμπα της  Και με εκείνο το μαντήλι που έψαχνε κάπου να το βάλει Κάποτε με κοίταξε Εσύ; μου κάνει. Τι γυρεύεις εδώ; Σε...

Νύφη

Νύφη

(Γάμος ήταν που δεν ήτανε να γίνει…) Προσπάθησε πολύ να τον μεταπείσει. Προέβαλε κάθε επιχείρημα. Άλλωστε μια χαρά ζούσαν τη ζωή τους έτσι. Τι τους χρειαζόταν ένας γάμος; Από τη φύση της ήταν πνεύμα ανεξάρτητο. Όσα χρόνια θυμόταν τον εαυτό της, της άρεσε η διασκέδαση,...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *