Δραπετεύεις από τα σχήματα της ζωής

η καρδιά ακολουθεί την πτώση

στο γεμάτο ποτήρι του πόθου γλιστρούν παράπονα

το σημάδι μιας αστραπής φωτίζει το κρύσταλλο

ή τον Έρωτα

κι ας μην έχει μείνει τίποτα πια

τίποτα, εκτός από την ασπρόμαυρη φωτογραφία

κορνίζα παλιά στο παράθυρο.

Η ανάσα κυκλώνει σαν μουσική την επιθυμία

η ίδια θλίψη κυβερνά τα άστρα πάνω από την έρημη γέφυρα

το κάστρο γέρνει ανεπαίσθητα προς την Άνοιξη

λυπάσαι την παπαρούνα που αγνοήθηκε στην πύλη.

Ρημαγμένοι λαβύρινθοι της Αγάπης

έγιναν απόψε τα στενά καντούνια στην Κέρκυρα.

Αγγίζεις με αφοσίωση της μνήμης το κεντημένο σεντόνι

στη σιωπηλή συγκατάθεση των ήχων της λίμνης

εκεί στο κεδρόδασος, ασημένια ξέφτια της νιότης,

εκεί, κάποτε είχες ανταλλάξει όρκους και φιλιά.

Μαζεύονται αλήθεια όμορφες σκέψεις κι όμορφες λέξεις

όλα όμορφα στο απροσδόκητο της ανάμνησης

μα δεν θέλω να σου γράψω ένα γράμμα.

Επιτάφιο δάκρυ κρατώ τη θύμηση

σκαλίζοντας τις στάχτες του ονείρου για μια σπίθα.

Δε λέει ψέματα ο άνεμος

εκεί που αρχίζει η μοναξιά παύει ο φόβος.

Πόσο αλήθεια σε έχω αγαπήσει

μόλις συμφιλιώθηκα με τον καιρό

μια ζωή μου πήρε, μα ούτε και αυτό με πειράζει.

Οι νύχτες λεπταίνουν κάτω απ΄ τα ρόδα της αυγής,

τώρα πια δε με κυνηγούν

είναι τέχνη να πολεμάς και να χάνεσαι αθόρυβα πριν ηττηθείς.

Ποτέ δε μου ‘φτανε μόνο το βλέμμα

ήθελα πάντα και το πρόσωπο και το σώμα

γιατί κοιμάται ακόμη το παρελθόν στην αγκαλιά σου δεν κατάλαβα.

Έρωτας που τον λησμόνησαν οι αισθήσεις

κουράστηκα βλέπεις να μετρώ,

την απουσία σε κίβδηλες αναπαραστάσεις΄

ξεφυλλίζοντας παλιά βιβλία και ημερολόγια

με κούρασαν τα ασήμαντα λόγια

και τα κρυφά σημάδια που ξυπνούν τη νοθευμένη προσδοκία.

Αύριο... δεν θα 'χω κάτι να μου λείπει.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!