Αννέτα, μη μεγαλώσεις πια,
Χαμένα τα ’χει η μάνα σου,
Σαν βλέπει τα στήθη σου σαν μπουμπούκια
έτοιμα να πεταχτούν κάτω από το φουστάνι,
και τη λάμψη των ματιών σου, την ερωτική.
«Πιάσε το φουστάνι, Αννέτα, κρύψε τα βραχάκια σου»!

Πώς άνθισες έτσι ξαφνικά!
Μη, Αννέτα, μη μεγαλώσεις πια.

Σε θυμάμαι μικρή σαν χθες, Αννέτα,
Με τα κοντά παντελονάκια επάνω στο ποδήλατο
Ξένοιαστο παιδί του αέρα, ζωή γεμάτο
Και τη φωνή της μάνας σου «Μη πέσεις παιδάκι μου»!

Πώς μεγάλωσες Αννέτα.
Το βλέπω στα διψασμένα μάτια των αγοριών
που κυνηγάνε τον τρελό αέρα που αφήνει πίσω
το φτερούγισμα των φτερών σου,
Όμορφη Αννέτα.

Μικρούλα μου Αννέτα,
Σαν περνούσες το πρωί κάτω από το παραθύρι μου,
Τον μελαγχολικό αέρα της μοναξιάς μου ταρακούνησες
Με το κρότο των ψηλών τακουνιών σου
Που χτύπησε την πόρτα της μνήμης μου,
και ράγισα… ζήλεψα την νιότη σου.
Ήμουν κι’ εγώ μικρούλα, σαν εσένα, και όμορφη, Αννέτα
Γεμάτη ζωή και όνειρα,
Που εσύ δεν μπορείς να καταλάβεις
γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αλβανία,
στα χρόνια των φυλακισμένων ψυχών.
Νιότη μου ονειρεμένη,
Αννέτα εσύ.

 

_

γράφει η Ardita Jatru (Αρντίτα Ιατρού)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!