_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

H ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου που φέρει τον τίτλο ‘Πρωινό Άστρο,’[1] εκδόθηκε το 1955, όντας γραμμένη και αφιερωμένη στο νεογέννητη κόρη του, Έρη.

Ο υπότιτλος της συλλογής είναι ‘Μικρή Εγκυκλοπαίδεια Υποκοριστικών,’[2] φανερώνοντας μία άμεση και περισσότερο ‘παιγνιώδη’ άσκηση πάνω στη γλώσσα από πλευράς ποιητή, με την χρήση προθημάτων όπως ‘Κοριτσάκι μου,’ ‘Φαναράκια,’ ‘Λουλουδόσκονη,’[3] αφενός μεν να συνθέτουν ένα ίδιο γίγνεσθαι ‘ομορφιάς,’ αφετέρου δε, να εναρμονίζονται με την συναισθηματική και ψυχική διάθεση του ποιητή για τον οποίο η γέννηση της κόρης του δεν δύναται παρά να σημάνει ‘νέα ορμή,’ ιδίως μετά από ό,τι προηγήθηκε την δεκαετία του 1940.

Στο ‘Πρωινό Άστρο’ διαφαίνεται ένας Ρίτσος άμεσος και προσωπικός, εκφραστικός και παράλληλα εξομολογητικός προς την κόρη του Έρη, προσδιορίζοντας μία απεύθυνση που αξιο-θεμελιώνεται και στην υπόσχεση ‘μεγαλώματος,’ αντίληψη που ‘επικοινωνεί’ από την αντίστοιχη δημοτική φόρμα ‘κοιμήσου και παρήγγειλα στην πόλη τα προικιά σου, στα Γιάννενα τα ρούχα σου και τα χρυσαφικά σου,’ με το δημοτικό υπόδειγμα να παραπέμπει σε ένα ‘όμορφο’ μέλλον.

«Κοριτσάκι μου, θέλω να σου φέρω τα φαναράκια των κρίνων να σου φέγγουν τον ύπνο σου. Θέλω να σου φέρω ένα περιβολάκι ζωγραφισμένο με λουλουδόσκονη πάνω στο φτερό μιας πεταλούδας για να σεργιανάει το γαλανό ουρανό σου. Θέλω να σου φέρω ένα σταυρουλάκι αυγινό φως δυο αχτίνες σταυρωτές απ’ τους στίχους μου να σου ξορκίζουν το κακό να σου φωτάνε να μη σκοντάψεις, κοριτσάκι, έτσι γυμνόποδο και τρυφερό στ’ αγκάθι κ’ ενός ίσκιου. Κοιμήσου. Να μεγαλώσεις γρήγορα. Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι, κι’ έχεις δυο πεδιλάκια μόνο από ουρανό. Κοιμήσου».[4]

Από τους πρώτους στίχους του ποιήματος,[5] διαφαίνεται η πρόθεση του ποιητή να καταστήσει σχεδόν ‘ασυγκράτητη’ την αγάπη του, διαμέσου της χρήσης του όρου «Κοριτσάκι μου»,[6] λειτουργώντας ως ένας ιδιαίτερος ‘κομιστής’ που δεν φέρει ‘χρυσαφικά’ και ‘δώρα,’ αλλά μοτίβα όπως ‘λουλούδια’ (τα χαρακτηριστικά ‘φαναράκια των κρίνων’), έντομα με ιδιαίτερα θετικούς συμβολισμούς όχι απλά ομορφιάς αλλά ενός ‘κάλλους’ που απαντάται στη χρωματική ποικιλία, όπως είναι η πεταλούδα, και, πρωταρχικά, στίχους που και σε αυτή την περίπτωση, δύνανται να ‘ξορκίσουν’ και να απομακρύνουν το κακό, φέροντας της την περιώνυμη ‘καλοτυχία’: εγγράφοντας και δημιουργικά ανα-πλάθοντας μοτίβα του δημοτικού τραγουδιού (όπως αντίστοιχα πράττει και στον μητρικό θρήνο του ‘Επιταφίου’), ο ποιητής απευθύνεται στο δικό του ‘Κοριτσάκι’ (η ‘κόρη’ ως ‘οικεία εικόνα’), προτρέποντας το να «μεγαλώσει γρήγορα»,[7] διαμέσου του ύπνου ως ‘ζωοδοτικού’ στοιχείου και ως επι-γενόμενου όρου ‘ξεκούρασης’ και ‘ανεμελιάς’ που δύναται να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για την ανάδειξη της ‘περιουσίας’ της, λιτής αλλά πολύτιμης. «Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι, κ’ έχεις δυο πεδιλάκια μόνο από ουρανό».[8]

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ριτσική ποιητική γραφή, «δεν λέγει την αλήθεια, τη βιώνει»,[9] όπως εναργώς επισημαίνει ο Γιώργος Βέλτσος, παραπέμποντας στον Rene Char, προβαίνοντας σε μία εμπρόθετη έγκληση μίας προσίδιας ‘μοναδικότητας’ που συντίθεται από κάθε ένα αντικείμενο που δεν ‘φράζει’ αλλά ‘απο-καλύπτει’ τον δρόμο,[10] εκεί όπου η γέννηση της κόρης του, προσλαμβάνει τα επι-γενόμενα χαρακτηριστικά της ‘αμοιβαιότητας,’ προσφέροντας στον ποιητή μία ουσιωδώς διττή δυνατότητα: να γράψει ποίηση όσο και να μεγαλώσει μία ζωή, με τα δύο αυτά κεντρικά σημείο ενίοτε να διαπλέκονται.

«Σ’ ένα μαξιλάρι-φεγγαράκι το παιδί μου αποκοιμήθηκε. Όλη η πλάση στις μύτες των ποδιών κοιτάζει απ’ το παράθυρο μας κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε. Όλα τ’ αστέρια μια μυγδαλιά ανθισμένη αστέρια μπρος στο παράθυρο μας κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε».[11]

Με το μοτίβο του ‘ύπνου’ να επανέρχεται, επανεισάγοντας στην ποιητική συλλογή την παράμετρο της σημαίνουσας ‘προϋπόθεσης’ (ο ‘ύπνος’ ως ‘προϋπόθεση, όχι μόνο σωματικής ανάπτυξης, αλλά και ‘μεγαλώματος’), το ποιητικό ‘πράττειν’ δομεί μία ευρύτερη συνθήκη διάσπαρτη[12] από πλαισιώσεις ‘επικουρίας’ στον ύπνο έως ‘προστασίας,’ θέτει στο επίκεντρο την σχέση πατέρα και κόρης που εδραιώνεται στους συμβολισμούς της ‘γέννησης’ που συμβάλλει στην ανάδειξη ενός γίγνεσθαι ‘πλούσιου’ από μεταφορές που καθίστανται ‘οδηγός’ εντός της ιστορίας, νοηματοδοτώντας, για τον ποιητή, αυτό που ο Σάββας Μιχαήλ (και από τον ‘Πλου και Κατάπλου του Μεγάλου Ανατολικού’), ορίζει ως «άνευ ορίων και άνευ όρων»,[13] που εδώ δεικνύει την απερίσταλτη ‘αγάπη’ και πατρική τρυφερότητα. Εντός της ‘απώλειας’ σημείων αναφοράς, της γυμνότητας που δεν συνιστά παρά ανεστραμμένη πρόσληψη της ποίησης-ποιητικότητας, αυτό που μένει και επι-μένει είναι η θεμελιωμένη και ακόμη ‘εμβαπτισμένη’ στα νάματα της αγάπης σχέσης του υποκειμένου με την κόρη του.

«Ένα αστέρι μου κλείνει το μάτι του μια πεταλούδα μου παίρνει το φλιτζάνι μου δυο χελιδόνια μου παίρνουν την καρέκλα μου τέσσερα περιστέρια μου παίρνουν το τραπέζι μου ένας αϊτός μου πήρε τα ρούχα μου γυμνός στον αέρα στον αέρα με παίρνει ο αέρας πούπουλο και φως. Μονάχα το χαμόγελο σου ένας ρόδινος κρίκος να πιαστώ. Κράτησε με».[14]

Η τελευταία παράκληση λειτουργεί υπό το πρίσμα της μη-εντροπίας, εντοπίζει τις απαρχές της επιθυμίας που ανεβαίνει ‘αξιακά’ όσο και ‘διαφορικά,’ εναλλάσσει ή αλλιώς δύναται να συναρθρώσει το πρόταγμα της γενεαλογίας (η ‘συνέχεια της ζωής’),  με το πρόσημο μίας ιστορίας ‘απωλειών,’ ‘ενσαρκώνοντας’ ρυθμικά και ακατάπαυστα, το ίδιο σημαίνον της ‘αγάπης’ ως πρωταρχικής μορφής που εκ-θεμελιώνει μορφές εντροπίας: τι δύναται να σημάνει η ‘αγάπη’ εάν όχι στήριγμα σε δύσκολες στιγμές;

Τι δύναται να σημάνει η αγάπη[15] εάν όχι ‘τόπος’ όπου επι-τελείται το πραγματικό, όπου μορφοποιείται η απεύθυνση ενός πατέρα που συνειδητά και ρομαντικά απευθύνεται στη νεογέννητη κόρη του,[16] χρησιμοποιώντας φόρμουλες που παραπέμποντας σε μία ‘σπερματική’ φύση και σε παράδοση έμβιων όντων που ‘αφαιρούν’ και κύρια ‘προστατεύουν, υπόρρητα ‘κατασκευάζοντας’ μία διχοτομική αντίθεση μεταξύ ‘ισχυρών’ που επιβουλεύονται το παρόν και το μέλλον και όχι κάποιου ασαφούς ‘λαού,’ αλλά μίας ‘ευαισθησίας’ που παράγεται ασύγγνωστα. Εδώ, η ‘ευαισθησία’ δεν αρκεί για να ‘σώσει τον κόσμο,’ αλλά επιδιώκει να συμβάλλει στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για αυτό.

Ο Γιάννης Ρίτσος στο ‘Πρωινό Άστρο’[17] διαμέσου της γέννησης της Έρης, διαβλέπει εκ νέου το γίγνεσθαι, ενώ παράλληλα «το ποίημα προσδιορίζει τον μόνο ταιριαστό τόπο στην εμπειρία της γλώσσας»,[18] κατά την διαπίστωση του Jacques Derrida, ήτοι την έννοια της ‘Δικαιοσύνης’ για το ‘παιδί’ και για τα ‘παιδιά του κόσμου,’ συγκλίνοντας, όχι τόσο με το ‘άνευ ορίων και άνευ όρων’ του Σάββα Μιχαήλ, όσο με την διαδικασία ενός ‘εξανθρωπισμού’ που συναρθρώνει τον ποιητή με την γλώσσα και με την ιστορία.

«Πού γύριζες κοριτσάκι πριν έρθεις; Εκεί που σμίγει η αγάπη της μητέρας και του πατέρα, εκεί που σμίγει η αγάπη των ανθρώπων είναι η πατρίδα σου».[19] Η αφύπνιση του βρέφους σημαίνει και την αφύπνιση του ‘ήλιου’: «Ξύπνησες κοριτσάκι; Ξύπνησε ο ήλιος»,[20] προετοιμάζοντας το έδαφος για την συμβολική μετάβαση στον κόσμο, που καθίσταται εμφανής στο πλαίσιο του ‘περπάτα κοριτσάκι.’

Δίπλα στο ‘Πρωινό Άστρο,’[21] δίπλα σε μία ευαίσθητη εξομολόγηση ενός πατέρα που ‘βρίσκει την θέση του στον κόσμο’ (διαδικασία εκπλήρωσης), τοποθετούνται το ποίημα ‘Μικρό τραγούδι για την Έρη,’ καθώς και η ποιητική σύνθεση ‘Παιχνίδια τ’ Ουρανού και του Νερού.’[22]  Στις σημάνσεις της ποιητικής του Γιάννη Ρίτσου, ο δρόμος του κοριτσιού δεν δύναται να έχει ως κατεύθυνση την ‘ομορφιά’ και την ‘Δικαιοσύνη.

Θέτοντας ως σημείο αναφοράς μία σχέση που παράγεται και μεγεθύνεται εντός ύπνου, ο ποιητής παρατηρεί διαμέσου της κόρης, την δική του μη ανώφελη πορεία, συγκροτώντας μία σφαίρα που αφήνει χώρο μόνο στο διττό πλαίσιο της σιωπής και του βλέμματος που από κοινού δομούν μία ‘κοινότητα αγάπης’ στο όριο (οριακότητα) του κόσμου, δια-κρατώντας την στιγμή που ανήκει στο δικό του λεύκωμα που εκκινεί με την γέννηση της κόρης του.  «Που μ’ έφερες δω πέρα, κοριτσάκι, έξω απ’ το χρόνο, έξω απ’ το χρόνο έξω απ’ τον ήχο».[23]  Η γέννηση της Έρης συμπίπτει με την δημιουργία και συνακόλουθα με την ελπίδα καθότι παραλληλίζεται με την άνθηση της ζωής στο Ναγκασάκι εκεί όπου ύστερα από 10 χρόνια «ακούστηκε το πρώτο τζιτζικάκι».[24] Η ζωή συντίθεται εκ νέου, στην οικία Ρίτσου και στο Ναγκασάκι, ως ανεπαίσθητος, ασταθής βηματισμός, αλλά πάντως βηματισμός.

 

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο,’  ‘Ποιήματα,’ Τόμος Β’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2002. Το εν γένει ‘πνεύμα’ της σύλληψης διαπερνά το ‘Πρωινό Άστρο,’ καθιστώντας την συγκεκριμένη ποιητική συλλογή μία από τις πλέον προσωπικές του ποιητή, με όρους άμεσης απεύθυνσης σε ένα πρόσωπο για το οποίο και κατατίθεται η λέξη που σταδιακά και μη μετεξελίσσεται σε ‘αγάπη,’ σε ‘αγάπη’ που απο-καλύπτει διαρκώς ό,τι η γέννηση της κόρης του χρήζει μίας αξιομνημόνευτης καταγραφής: «Μια μουγγή, κοντόχοντρη -δες- μια αστεία χελώνα κόβει ένα κομμάτι φως στρωτό γαλανό και γελαστό απ’ το ρυάκι στο κρεμάει στην κούνια σου καθρεφτάκι για να κοιταχτείς και να χτενιστείς». Στο ίδιο, σελ. 335.

[2] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π., σελ. 305.  Είναι η χρήση υποκοριστικών εντός ποιήματος που προσιδιάζουν στην επανεπινόηση ενός γίγνεσθαι που λαμβάνει χώρα με την κόρη, ο ερχομός της οποίας για τον ποιητή δεν καθίσταται τίποτε λιγότερο από ‘δώρο’ που δύναται να μετονομάσει την πραγματικότητα. Είναι δε χαρακτηριστικοί ως προς αυτό οι κάτωθι  στίχοι του ποιήματος. «Ώρα καλή κι ώρα χρυσή ήρθες με την καλήν αυγή κ’ η αυγή με σένα να σμίξεις ουρανό και γη κ’ η ζωή να γίνει φως και ψωμί φως και κρασί φως και γαλήνη». Αυτά τα χαρακτηριστικά συναρθρώνονται ‘φορτισμένα,’ στο σημείο όπου η έλευση της κόρης διαχωρίζει μεταξύ του χρονικού ‘πριν’ και ενός ‘τώρα’ που πλέον φέρει μία συμβολική-σωματική ‘σφραγίδα, δεικνύοντας προς τον άξονα του απερίσταλτου. Η νεογέννητη Έρη είναι όσα είναι και ακόμη παραπάνω, τείνοντας στο μετασχηματισμό της ζωής σε «φως και ψωμί, φως και κρασί φως και γαλήνη». Το φως παραμένει κοινό δημιουργώντας ζεύγη ‘γονιμότητας’ αντίστοιχα με το ψωμί, το κρασί (και θρησκευτικά μοτίβα που μετακενώνουν το ‘σώμα’ και το ‘αίμα’ του Χριστού στη ζωή του χριστιανού) και την γαλήνη, μία ‘παραδείσια’ κατάσταση που όμως τροφοδοτείται από ένα πρόσωπο που στέκει εκεί: την κόρη του.

[3] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π., σελ. 305.

[4] Ο ποιητικός λόγος επι-τελείται και εν είδει ‘νανουρίσματος’ προς το βρέφος που ευρίσκεται στο κρεβάτι του, με τον ποιητή να επικαλείται διαρκώς φυσικές και ζωικές δυνάμεις ώστε αυτές να συνδράμουν στο έργο του, στο έργο του ‘αφοσιωμένου πατέρα,’ και του ποιητή που βιώνει εκ νέου συνθήκες εν-συναίσθησης. «Κοιμήσου, κοριτσάκι. Ανάμεσα σε δυο αστραπές χαμόγελα, ένα γλαυκό-γλαυκό ελαφάκι σε κοιτάζει». Από τα ‘αστέρια’ και την ‘αστραπή’ έως το «γλαυκό ελαφάκι», επρόκειτο για την επίκληση δυνάμεων και μορφών που συμβάλλουν στον ύπνο και στο ‘γλυκό όνειρο.’ Στο ίδιο, σελ. 307.

[5] «Τα δέντρα ανθίζουν, δεν ξέρουν γιατί, ανθίζουν. Τα λουλούδια δε νοιάζονται να γίνουν καρποί, γίνονται καρποί. Κ’ εγώ τραγουδάω, δεν ξέρω γιατί, τραγουδάω. Έχω ένα κοριτσάκι, έχω ένα κοριτσάκι. Είμαι ένα δέντρο μες στη μέση τ’ ουρανού. Πολλά αστρουλάκια πολλά λουλούδια πολλοί καρποί. Τραγουδάω». Η διπλή επανάληψη του ‘έχω’ δεν φανερώνει ιδιοκτησία και ιδιοκτησιακή λογική, αλλά ρηματική δεσπόζουσα ‘αγάπης’ και ‘προστασίας’ (σε τάξη μεγέθους, το ‘κοριτσάκι’ είναι μικρό), δίχως ταυτόχρονα να εκ-λείπει η συν-δήλωση της ‘φυσικής συνέχειας  όπως και η συν-δήλωση της ‘γονιμότητας’ («τα λουλούδια δε νοιάζονται να γίνουν καρποί, γίνονται καρποί»), προσομοιάζοντας προς τον ιδεατό άξονα της ‘συγγένειας’ με την ποίηση του Χιλιανού Pablo Neruda από την συλλογή ‘Canto General’ (‘Γενικό Άσμα’): «Μέσα στη γονιμότητα αυγάταινε ο καιρός», προσθέτει ο Pablo Neruda, όπως εντός ‘γονιμότητας’ που ενσκήπτει φυσικώ τω τρόπω, ‘δίχως γιατί,’ (ίσως είναι χαρακτηριστικό αυτό το σημείο), ‘διεισδύει’ η ευκαιρία του ποιητή να ακουστεί εμφατικά ως δήλωση ‘ταυτότητας’: «Τραγουδάω». Βλέπε σχετικά, Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π., σελ. 308-309. Για την ποιητική συλλογή του Pablo Neruda, βλέπε σχετικά, Neruda Pablo, ‘Canto General,’ Μετάφραση: Στρατηγοπούλου Δανάη, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2004.

[6] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π., σελ. 305.  Το ‘Κοριτσάκι’ κοιμάται συνοδεία λέξεων, εκεί όπου η πατρική αγάπη (όχι ως υποκατάστατο της μητρικής) συνυφαίνεται με την επιθυμία και με την βιολογική ανάγκη (ύπνος).

[7] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π., σελ. 305.  Το «να μεγαλώσεις γρήγορα», περισσότερο ως διδακτική παραίνεση, εννοιολογείται ως εικόνα που προϋποτίθεται στον ύπνο, καθότι τα ‘εργαλεία’ («δυο πεδιλάκια») δεν επαρκούν.

[8] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π., σελ. 305.

[9] Βλέπε σχετικά, Derrida Jacques, ‘Κριοί. Διάλογος ατέρμων: μεταξύ δύο απείρων, το ποίημα,’ Πρόλογος-Μετάφραση: Αγκυρανοπούλου Χρυσούλα, Επίμετρο: Βέλτσος Γιώργος, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα, 2008, σελ. 82. Βιώνοντας την γέννηση, ήγουν την ζωή, βιολογικά-συμβολικά και ποιητικά, ο ποιητής ‘διαπραγματεύεται’ διαλεκτικά τα ‘τραύματα’ του, την ιστορία ως ‘αφήγηση’ και την ποίηση ως λαϊκή ‘παραμυθία.’ Η γέννηση και το ‘νανούρισμα’ της Έλλης, διαμεσολαβεί τις λειτουργίες μίας «σωματοποιημένης μορφής γνώσης» για τον ποιητή, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Λεωνίδα Οικονόμου, με τον ποιητή να ‘προσκαλεί’ σε αυτή την διάσταση δημιουργίας, στη ‘σύλληψη’ του ‘ανεπανάληπτου’ στο ζωή του. Βλέπε και Οικονόμου Λεωνίδας, ‘Στέλιος Καζαντζίδης. Τραύμα και συμβολική θεραπεία στο λαϊκό τραγούδι,’ Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2015, σελ. 135.

[10] Ενέχει ενδιαφέρον να δούμε αντίστοιχα το πως προσεγγίζει ποιητικά την σχέση του με την μικρή Μαρία, κόρη του φίλου του Σταύρου, ο ποιητής Νίκος Καρούζος στη συλλογή ‘Θρίαμβος χρόνου.’ Για τον Νίκο Καρούζο, το «παιδί και τα χέρια του» σημαίνουν «παροξυσμούς αρχαίας ευτυχίας», όπως για τον Γιάννη Ρίτσο η γέννηση της κόρης του που λαμβάνει την γενεαλογική της θέση στον κόσμο και στην ιστορία σημαίνει την ‘μοναδική ευτυχία,’ αναδεικνύονται οι προκείμενες μίας γαλήνης που ενώ στον Νίκο Καρούζο προϋποτίθεται στον έρωτα, στη Ριτσική ποιητικότητα προϋποτίθεται και ‘ανήκει’ στο συμβάν (Alain Badiou) μίας ‘γέννησης’ που σπεύδει να ‘συνδιαλλαγεί’ με το ‘αδέξιο παρόν,’ καθίσταται ευδιάκριτος ένας ανθρωπισμός «χωρίς ιδεολογίες» που πιστεύει στην «άνθηση» και στην αίσθηση του συλλογικού που αναγνωρίζει και δεν προοικονομεί την δράση μίας ανώνυμης συλλογικότητας,  ενώ στον Γιάννη Ρίτσο η ‘γονιμότητα’ προκύπτει φυσικά και αισθαντικά, κάνοντας αισθητή την μετάβαση στην παραίνεση στη Μαρία, όπως και στην Έρη. «Να μη λυπάσαι που πέφτουν τα φύλλα φθινόπωρο. Η δική σου τρυφερότητα θα τα φέρει και πάλι στα δέντρα. Δάκρυα μη χαλνάς· όλοι ανήκουμε στην ανάσταση». Στην τελευταία περίπτωση, η εσχατολογικού τύπου και ερμηνείας, τύπου, παραδοχή του Νίκου Καρούζου, προστίθεται στην ‘τρυφερότητα της θηλυκότητας,’ με τον Ρίτσο αντίστοιχο να βαίνεις προς το σημείο παραδοχής που διαπλέκεται με την δική του κοινωνικοπολιτική παρουσία και συνθήκη: «ο δρόμος είναι μακρύς, κοριτσάκι». Βλέπε σχετικά, Καρούζος Νίκος, ‘Θρίαμβος χρόνου,’ Επίμετρο: Λαλουδάκη Ελισάβετ, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα, 1997.

[11] Το φεγγάρι, όπως και στις δημοτικές φόρμουλες, παιδικού τύπου δύναται να τις ονομάσουμε, ‘συντροφεύει’ από μακριά, ‘φροντίζοντας’ το παιδί. Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π., σελ. 309.

[12] Η μικρή Έρη λειτουργεί ως πρόσωπο που δεν γεφυρώνει την απόσταση, αλλά ευρίσκεται ανάμεσα στον πατέρα και στη μητέρα της, στο «χτες και τ’ αύριο», αμβλύνοντας αποστάσεις και καθιστάμενη εν-σώματη και πλέον, μέλος της οικογένειας στην οποία και ομνύει εδώ ο ποιητής. Αυτό που διακρατείται, είναι η συνείδηση του ‘ανήκειν’ ανάμεσα, μεταξύ, στο μέσον ‘βιό-κοσμων’ με μόνο ‘όπλο’ την σιωπή του ύπνου. Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π., σελ. 306.

[13] Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘Πλους και Κατάπλους του Μεγάλου Ανατολικού,’ Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 1995, σελ. 90.

[14] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π., σελ. 311.

[15] Εντός ποιήματος, η ‘καρδιά’ των δύο γονέων, λειτουργεί ως όρος ‘προστασίας’ και θεμελίωσης του εδάφους για την κόρη. «Κάτω απ’ τα τριανταφυλλένια πέλματα σου δυο καρδιές- η καρδιά της μητέρας η καρδιά του πατέρα. Πάτα γερά. Δε θα πέσεις». Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π., σελ. 310.

[16] Αν και στο ‘Πρωινό Άστρο,’ ο τόνος καθίσταται ατομικός και εξομολογητικός, δεν λείπουν οι περισσότερο άρρητες αλλά με έναν ιδιαίτερο τρόπο, συστηματοποιημένες πολιτικοϊδεολογικές αναφορές, που, εν προκειμένω, δύνανται να προβούν στη σύζευξη του κόκκινου χρώματος («Κόκκινο γαρύφαλλο»), ως ενδεικτικού της όλης ‘κοσμο-θεωρίας’ του ποιητή (το ‘κόκκινο γαρύφαλλο’ και το ‘κόκκινο αίμα’), με την απεύθυνση προς τον Θεό και δη τον «Θεούλη» (σημαίνον εξομολογητικής ‘οικειότητας’/προσευχή και εικόνα ‘πατρική’), ώστε αυτός να φροντίσει για «όλα τα παιδάκια». Το όραμα εδώ μετασχηματίζεται στην απτή, καθημερινή προσφορά του γάλακτος, στο τραγούδια και στα αστέρια για «όλα τα παιδάκια» (το παιδικό παιχνίδι ως ‘χαρά’), από τον «Θεούλη» («Καλέ θεούλη, κάνε»), με την χαρά, ακόμη και συγ-κινησιακή εκ-φερόμενη να μην είναι παρά «κόκκινη» και «κόκκινο γαρύφαλλο», σε μία άμεση υπόμνηση της δικής του στράτευσης που δεν παύει να επι-ζητεί την ‘Δικαιοσύνη’ ή αλλιώς το ‘ίσο μερτικό’ από τον «θεούλη» προς τα παιδιά και από τους ανθρώπους προς τους ανθρώπους, δια-κρατώντας, ένα «κόκκινο γαρύφαλλο» (Νίκος Μπελογιάννης).  Ωσάν τον ‘Επιτάφιο,’ και στο ‘Πρωινό Άστρο’ ο Γιάννης Ρίτσος τροφοδοτείται από τις εκφάνσεις της δημοτικής παράδοσης, από την σύστοιχη ιδέα  περί ισότητας, και από θρησκευτικές απεικονίσεις περισσότερο εξατομικευμένες. «Έκανες ένα λάθος, κοριτσάκι. Η χαρά δε γράφεται με πράσινο. Γράφεται με κόκκινο. Η χαρά είναι κόκκινο γαρύφαλλο. Να το θυμάσαι: Κόκκινο γαρύφαλλο. Μεθαύριο θα σου πω». Οι ίσες αναλογίες στην ανθρώπινη χαρά (έντονη η έκφραση της άρσης της κοινωνικής ανισότητας, και εδώ ζητείται όπως με την φύση, η συνδρομή του «θεούλη), ανακύπτει και στο σχήμα της προσευχής που δεν ζητά τίποτε άλλο παρά το αγαθό της ‘ευτυχίας,’ της ‘απλής ευτυχίας’ που ανεστραμμένα αξιο-θεμελιώνει την διαλεκτική του ποιητή, τονίζοντας την δυνατότητας υπέρβασης της εντροπίας: «Κάνε, καλέ θεούλη να ‘ναι όλοι καλά έτσι που και μεις να μη ντρεπόμαστε για τη χαρά μας». Η κόκκινη αναφορά θα ‘διδαχθεί’ «μεθαύριο» (με την κόρη μεγαλύτερη), αφού πρώτα η αίσθηση της ‘Δικαιοσύνης’ έχει καταστεί επίδικο προσευχής: «Κάνε, καλέ θεούλη». Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π., σελ. 313.

[17] Η οικουμενική διάσταση είναι ιδιαίτερα ισχυρή, ιδίως όταν ‘διαλέγεται’ με την κοινή ταξική διάσταση και αναφορά. «Σημαίες χτυπιούνται στον αέρα φωνές και σπαθιά σηκώνονται, πέφτουν αίμα- κλείσε τα μάτια, κοριτσάκι. Όλοι δεν είναι αδέλφια σου; Λοιπόν τι θέλουν; Όλοι δεν είναι τα παιδιά μου; Λοιπόν τι θέλουν;». Η έννοια της ‘αδελφοσύνης’ υπεισέρχεται και σε αυτή την ποιητική σύνθεση (βλέπε και το ‘Καπνισμένο Τσουκάλι), με τον ποιητή να αυτο-αναγνωρίζεται ως ποιητής-‘Πατέρας’ που από την κόρη μεταβαίνει και ονομάζεται τα «παιδιά του», τα «αδέλφια της Έρης» που δεν έχουν ονόματα αλλά ταξικές ιδιότητες και είναι ο «εφημεριδοπώλης», ο «μανάβης», ο «παγοπώλης», με το ιδιαίτερο στοιχείο να είναι το ό,τι ο ποιητής περισσότερο απευθύνεται όχι σε εργάτες αλλά σε επαγγέλματα που προσιδιάζουν προς την παραδοσιακή μικροαστική τάξη (μανάβης). Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π., σελ. 315.

[18] Βλέπε σχετικά, Derrida Jacques, ‘Κριοί. Διάλογος ατέρμων: μεταξύ δύο απείρων, το ποίημα…ό.π., σελ. 21.

[19] Στην αγάπη ανήκει η Έρη (η ‘αγάπη’ ως η μόνη ‘πατρίδα’), διότι προέρχεται από την σπερματική αγάπη των γονέων της. Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π.

[20] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π. σελ. 334.

[21] Aντίθετα από την ποιητική οπτική του Γιάννη Ρίτσου που γράφει ο ίδιος στην κόρη του, ο Franz Kafka, απευθύνεται ο ίδιος στον πατέρα του, σημασιοδοτώντας ό,τι προσδιορίζεται ως πατρική παρουσία στην παιδική του ζωή, δίνοντας τον πρώτο λόγο στη γραφή. Πως δύναται να απο-κοπεί ο ‘ομφάλιος λώρος’ μεταξύ πατέρα και υιού; Βλέπε σχετικά, Κάφκα Φραντς, ‘Γράμμα στον Πατέρα,’ Μετάφραση: Καλαμαράς Φαίδων, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 1987.

[22] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Μικρό Αφιέρωμα’ ‘Ποιήματα,’ Τόμος Δ’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2002 & Ρίτσος Γιάννης, ‘Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού,’ ‘Ποιήματα,’ Τόμος Γ’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2004.

[23] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π. σελ. 317.

[24] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Πρωινό Άστρο…ό.π., σελ. 316. «Την ώρα που γεννήθης, κοριτσάκι, ακούστηκε το πρώτο τζιτζικάκι ύστερ’ από δέκα χρόνια, σκέψου κοριτσάκι, ύστερ’ από δέκα χρόνια στο Ναγκασάκι». Ο ποιητής δεν είναι παρά ένας ευτυχισμένος πατέρας, δηλώνοντας την ζωή σε κάθε της μορφή. Με έναν εκφραστικό τρόπο, το ‘Πρωινό Άστρο’ (η ίδια η Έρη, το ‘Κοριτσάκι’ του ποιήματος), είναι εκείνο το «κείμενο του οποίου το όνομα (στο όνομα του οποίου), στο οποίο το όνομα θα είναι πάντοτε μια re-marque, μια προέκταση της λογικής του ίχνους με την οποία το κείμενο αντιλαμβάνεται την απόσυρση του ως «εκείνο που δεν γράφει», όπως τονίζει ο Γιώργος Βέλτσος. Και εκείνο «που δεν γράφει» χάριν του οποίου παράγεται όχι ένα κείμενο, αλλά ποίηση που συμπεριλαμβάνει επάλληλες προσλήψεις, που δια-ρρηγνύει τις σταθερές της για να ‘πλησιάσει,’ είναι η Έρη. Βλέπε σχετικά, ‘Κριοί. Διάλογος ατέρμων: μεταξύ δύο απείρων, το ποίημα…ό.π., σελ. 76.