Δέκα ολόφρεσκες πάστες Σεράνο

11.02.2019

Καθώς καθόταν και έγραφε αγκαλιά με τον θερμοπομπό που ξεπάγωνε αργά, μα ικανοποιητικά, τα παγωμένα της άκρα, σαν να πήρε το μάτι της μια αδιόρατη σκιά να διασχίζει απ’ άκρου εις άκρον, το μεγάλο μπαλκόνι της.

‘’Όπα τις, και τι γίνεται τώρα; Σίγουρα τούτη δω η ύπαρξη σύντομα θα πάψει να είναι και τόσο άυλη και θα μού κάνει την τιμή να με φιλοδωρήσει με τα διαπιστευτήριά της, τα οποία θα μεθερμηνεύονται σε καμιά εικοσαριά μαχαιριές έτσι και αντισταθώ και δεν ικετεύσω, χωρίς αποτέλεσμα βέβαια, για την τύχη μου.

Εγώ δεν θα έπρεπε τώρα, να κρατάω ήδη στα χέρια μου το ασύρματό μου τηλέφωνο ή το κινητό μου να ειδοποιήσω, αν ακόμη υπάρχει σύνδεση, για την επαπειλούμενη εισβολή στον ανοχύρωτο χώρο μου’’;

Θα ‘πρεπε, μα αυτή η λέξη φάνταζε ντιπ ανεδαφική, στη σφαίρα των συμβουλών που η Πέρσα λάτρευε να δίνει με εμβρίθεια σε όλους, πλην του εαυτού της. Και τώρα, να το συναπάντημα με την κακιά την ώρα που δεν θυμόταν άλλη φορά να τής έχει ξανασυμβεί. Και να δεις, που πάντα αναρωτιόταν και απορούσε πώς και είχε αυτήν τη τύχη, τη στιγμή που η κολλητή της, η Μηλιώ, τρεις φορές την μία πίσω από την άλλη, είδε να κάνουν το φτωχικό της, καλοκαιρινό. Γι’ αυτό, επειδή ήταν παθούσα η Μηλίτσα, προσπάθησε πολλάκις να πείσει την Πέρσα κάτι να κάνει και για το δικό της σπιτικό πριν της συμβούν πράγματα και θαύματα και να μην τα αφήνει όλα τα μη κακά συναπαντήματα με ληστές και κλεφτρόνια ως εάν να είχε πάνω στο νοικοκυριό της κλεφτοαπωθητικό ένα πράγμα, μα η Πέρσα από εκείνα τα αγύριστα κεφάλια, σφύριζε αμέριμνα.      Ολίγον μοιρολάτρης, πρέσβευε ότι ό,τι ήταν να συμβεί θα συνέβαινε. Και να πεις ότι ήταν καμιά ατρόμητη Μπουμπουλίνα που δεν φοβόταν και μόνον στην σκέψη κλοπής και συνοδευτικών ατυχημάτων, όπως ξυλοδαρμό μέχρι θανάτου ανήμπορων γερόντων, όπως ακούμε καθημερινά δυστυχώς; Μια κυρία το παλιού καιρού θα την λέγαμε, που κοιμόταν ακόμη με ανοικτά παράθυρα το καλοκαίρι… Καμία οργάνωση σπιτικής άμυνας ενάντια σε αυτήν την πληγή του νοικοκυριού μας. ‘’Πού ακούστηκε’’ έλεγε, ‘’να κινδυνεύεις ακόμη και μέσα στο ίδιο σου το φτωχόσπιτο, και από κλεψιά πέρα από τα ατυχήματα, όχι που να πάρει, όχι…’’

Και να πεις ότι οι μπουκαδόροι θα είχαν κάποιο κέρδος να αποκομίσουν, κάτι να βρουν να σουφρώσουν, από ένα πάμφτωχο βαλάντιο, ή ανύπαρκτη κρυψώνα; Να γιατί βγάζουν στο τέλος όλο τους το μένος στο ξεκοίλιασμα καναπέδων και στρωμάτων κάνοντας το νοικοκυριό όχι απλά φτωχότερο, αλλά ακατοίκητο.

Και αυτές τις βαθυστόχαστες σκέψεις έκανε η Γερόντισσα, όταν της φάνηκε πώς είδε τη σκιά, που της ήρθε η φλασιά να εκπονήσει σχέδιο σπιτικής άμυνας, που ρέει ως ακολούθως:

Σκύλο δεν είχε, για να πεις ότι με μία πινακίδα θα ενημέρωνε ότι ο σκύλος εκτός του γαβ γαβ δαγκώνει κιόλας και να ‘χει το νου του ο ανεπιθύμητος επισκέπτης. Μία προστατευτική γάτα αγκύρας, ένα θηρίο από το πάχος και την κλεισούρα σε ένα σπίτι παλιό, είχε, που όλο ραχάτευε, έτρωγε και κοιμόταν, τέρας σκέτο!

Άρπαξε μολύβι κα χαρτί και με κεφαλαία γράμματα έγραψε και κόλλησε με σελοτέιπ στην εξώθυρα:

«ΑΓΑΠΗΤΕ ΕΠΙΔΟΞΕ ΚΛΕΦΤΗ, ΣΤΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΝ ΑΤΥΧΗ ΠΟΥ ΒΡΕΙΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΤΟΥ ΧΕΡΙΟΥ ΣΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΓΔΥΣΕΙΣ, ΣΕ ΕΝΗΜΕΡΩΝΩ ΌΤΙ ΆΔΙΚΑ ΘΑ ΜΠΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΟΠΟ, ΓΙΑΤΙ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΤΑ ΜΟΥ, ΤΙΠΟΤΑ ΜΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΛΙΓΟΥΡΕΥΦΤΕΙΣ ΥΠΑΡΧΕΙ,ΚΑΝΕΝΑ ΕΥΡΩ ΊΣΩΣ ΠΟΥ ΘΑ ΞΕΜΕΙΝΕ ΓΙΑ ΝΑ ΡΕΖΙΛΕΥΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΤΗΣ ΦΟΔΡΑΣ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ ΜΟΥ ΠΟΡΤΟΦΟΛΙΟΥ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΤΗ ΤΟΥ ΆΝΤΡΑ ΜΟΥ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΜΟΥ ΦΥΓΕΙ. ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΑΠΟΦΥΓΕ ΝΑ ΜΟΥ ΡΙΜΑΞΕΙΣ ΤΟ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΟ ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ ΤΟΥ ΑΛΗ ΜΠΑΜΠΑ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΟΝΟ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑΤΑ ΜΟΥ. ΔΕΙΞΕ ΑΝΘΡΩΠΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ. Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ».

Η Πέρσα είχε την διαίσθηση ότι γρήγορα θα είχε κάποιου είδους επαφή με τον εμπνευστή τούτου του μηνύματος και πράγματι δεν έπεσε έξω. Το ίδιο εκείνο βράδυ καθώς σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα, βλέπει στο τραπεζάκι του χολ ένα κουτί ζαχαροπλαστείου προφανώς, με γλυκά. Έκπληκτη το πιάνει στα χέρια. Για να τής το έφερε κάποιο από τα παιδιά κομματάκι απίστευτο αφού γνώριζαν το απαγορευτικό του σακχάρου, που το κυνηγούσαν οσάκις παρασπονδούσε η γηραιά κυρία. Για να το είχε αγοράσει η ίδια, σε μια στιγμή υψίστου πειρασμού, δεν θα το θυμόταν τουλάχιστον; Ξεχνιούνται τέτοιες αμαρτίες; Ανοίγει το κουτί και μια σιελόρροια ακατανίκητη την κατέλαβε εκείνο το βράδυ πού ‘βρεχε πού ‘βρεχε μονότονα. Δέκα λαχταριστές πάστες Σεράνο, γέμιζαν ασφυκτικά το πολυτελές κουτί που από μόνο του σε προϊδέαζε για τον γλυκό πειρασμό. Μα και ένας ροζ φάκελος στο πλάι ήταν αυτός που σίγουρα θα της έλυνε τις όποιες δικαιολογημένες απορίες που δεν έλεγαν να λυθούν εδώ και τόσην ώρα.

Με χέρια που προσπαθούσε η γυναίκα να τα κάνει να μην τρέμουν, τον ανοίγει και κατάπληκτη διαβάζει:

«Ευγενική μου κυρία, σας ευχαριστώ που με απαλλάξατε από τον κόπο να αναζητήσω βοήθεια εκ του μη έχοντος, αποφεύγοντας συνάμα και τους λογής λογής κινδύνους που ελλοχεύουν ακόμη και σε τέτοιες εύκολες περιπτώσεις. Επιτρέψτε μου παρακαλώ λίγα γλυκά για το ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΜΟΥ»…

Η Πέρσα ξέσπασε σε αβίαστα γέλια για το καλής ποιότητας χιούμορ του επίδοξου κλέφτη, αλλά και την κατανόηση, την ανθρωπιά, που έδειξε διαβάζοντας το σημείωμα απελπισίας της βρίσκοντάς το προφανώς ρεαλιστικότατο. Στην τελική δεν είναι οι άνθρωποι που μας απογοητεύουν αλλά οι προσδοκίες που επενδύουμε πάνω τους. Ποιος να ξέρει τι τον έφερε και τούτον εδώ τον γλυκατζή, στην κατάσταση να παρανομήσει σε μια κοινωνία που το ρήμα ‘’κλέπτω’’ είναι το πλέον γνωστό και χιλιοερμηνευμένο ανάλογα με την περίπτωση και την περίσταση!

Γελώντας πάντα, σερβίρει τον εαυτό της μια ολόφρεσκη Σεράνο που είχε να την γευτεί από τα νιάτα της, από το πολύ βαθύ του Χρόνου δηλαδή, τότε που πήγαινε με την συντροφιά της στου ΦΛΟΚΑ, κάθε Κυριακή Γιορτή και Σκόλη, απαρέγκλιτα. Μία μόνον από τις δέκα, για να τιμήσει τον ιππότη ληστή, αλλά και την εγκράτειά της που δεν έπρεπε να υποκύψει έτι περεταίρω. Τις υπόλοιπες εννιά, όποιος ήταν ο τυχερός που θα θυμόταν να… την θυμηθεί, πηγαίνοντας να ρίξει μια ματιά αν ζει ή αν πέθανε αυτή η ψυχή! Το μερίδιό της στην γευστική πανδαισία θα είχε βέβαια και η ΦΡΟΥ ΦΡΟΥ, Η ΤΕΡΑΣΤΙΑ γάτα της, που η Πέρσα έτρεμε μην τής παχύνει κι’ άλλο και φτάσει να γίνει ένα Τέρας ΑΙΛΛΟΥΡΟΙΔΕΣ, ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΚΙΝΕΣ (όχι πως δεν ήταν τέρας ήδη!)…

_

γράφει η  Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Ακολουθήστε μας

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

Φίλες, γειτόνισσες, συμμαθήτριες, αγαπημένες και κολλητές, η Σύλβια και η Μαρία, μακράν καλύτερες και από αδερφές, μοιράζονταν τη ζωή και τις ομορφιές της, σε ίσα μερίδια. Όλη την ημέρα μαζί, η μία στο σπίτι της άλλης και μόνο τη νύχτα, με βαριά καρδιά πήγαιναν για...

Σκοτεινή εγγύτητα

Σκοτεινή εγγύτητα

Περπατούσε στο δρόμο σκυφτός, καταβεβλημένος. Ήταν απόγευμα και πριν από λίγη ώρα είχε βγει από το εξαώροφο κτίριο που στεγάζονταν τα γραφεία της εταιρείας που δούλευε. Στο κεφάλι του συνωστίζονταν σκέψεις βαριές, ετερόκλητες, που όλες τους συνηγορούσαν σε μια...

Αχρείαστοι ήρωες

Αχρείαστοι ήρωες

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πάλι ξύπνησα μέσα στην αγκαλιά της μαμάς μου κι είναι ακόμα νύχτα νομίζω. Την αγαπάω τη μαμά μου πολύ αλλά τις τελευταίες μέρες που φύγαμε από το σπίτι και είμαστε σ’ αυτό το υπόγειο δε με αφήνει να κοιμηθώ καλά το βράδυ. Όλο με...

Τζέπε και Αζόρ

Τζέπε και Αζόρ

Είχαμε έναν σκύλο που τον λέγαν Αζόρ. Ο καημένος πίσω από την καγκελόπορτα της διπλανής μονοκατοικίας, με κολάρο, πιστός φύλακας του ηλικιωμένου ζευγαριού που κατοικούσε στο παλιό δίπατο σπίτι. Κάθε φορά που μας έβλεπε κουνούσε χαρούμενα την ουρά του, μιας και μας...

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου