Δεκαοκτώ μήνες

26.02.2022

Κανείς δεν επρόκειτο να του πάρει την ελευθερία του. Ο Πέτρος έχει και νομικό οπλοστάσιο στα χέρια του και οργανώνεται μέσα από τη φυλακή. Με τα συντρόφια του επικοινωνεί συνέχεια, καθώς και με την Άννα, που είναι μαζί από το πρώτο έτος της νομικής. Όλοι αυτοί ήταν οργανωμένοι εντός του αντιεξουσιαστικού χώρου και μερικοί από αυτούς είχαν καλά «στηρίγματα». Κομβικές θέσεις μέσα στο σύστημα για να το πολεμήσουν από έξω. Ήταν Δευτέρα μεσημέρι μετά την έκδοση της εισαγγελικής διάταξης που διέτασσε προσωρινή κράτηση, και η Άννα κατέφθανε τρέχοντας στις φυλακές, στο επισκεπτήριο. Μπαίνοντας, σκόνταψε πάνω στον σωφρωνιστικό υπάλληλο. Κουβαλούσε πράγματα. «Θα περάσουν από έλεγχο. Δεν φέρνουμε τρόφιμα εδώ μέσα.» «Είναι τα γενέθλιά του αύριο», έβαλε όλη της τη δύναμη η Άννα. Ο φύλακας τελικά έκανε τα στραβά μάτια. «Πρόσεξε, μη με κάψεις. Είναι η τελευταία μου μέρα εδώ μέσα».

Τον βρήκε στο προαύλιο. Καθόταν σε ένα απόμερο, σκιερό παγκάκι και κάπνιζε σιωπηλά, κοιτάζοντας τον μεσημεριάτικο, φθινοπωρινό ουρανό και αναπνέοντας λίγη ελευθερία μέσα στα πνευμόνια του. Μόλις την είδε, σηκώθηκε και έβαλε το χέρι του να σκεπάζει την αντηλιά. Αγκαλιαστήκανε. «Σου έφερα καθαρά ρούχα και με το ζόρι κατάφερα να μου περάσουν την τούρτα από τον έλεγχο. Χρόνια σου πολλά. Να ζήσεις. Όμως για το τσιγάρο τόσον αγώνα έκανες να το κόψεις ρε συ». «Καλά, το έχω μειώσει σου λέω, μαμά…», απολογήθηκε γελώντας ο Πέτρος.

Λίγες μέρες νωρίτερα, στην Ευελπίδων προσερχόταν η Μάγια, η μητέρα του Πέτρου, αγκαζέ με την Άννα, τη συνήγορο. Ο Πέτρος ήταν ήδη μέσα με χειροπέδες. Η Άννα προχώρησε μέσα και η Μάγια στάθηκε έξω στον διάδρομο, μέσα σε μια πνιγερή ατμόσφαιρα. Κοίταζε αμίλητη τους αστυνομικούς όση ώρα απολογούνταν ο Πέτρος μέσα στο γραφείο της ανακρίτριας. Είχε μαζί της ένα μπουκάλι νερό και κάθε τόσο έβρεχε τα κατάστεγνα χείλη της. Το άυπνο βλέμμα της μιλούσε στους αστυνομικούς, έβριζε, μα μιλιά δεν έβγαζε από το στόμα της και κοιτούσε το μεγάλο ρολόι στον τοίχο του διαδρόμου, και από τα μάτια της δεν έβγαιναν δάκρυα. Ήθελε να τελειώσει όλο αυτό, κι ας γινόταν ό,τι ήθελε να γίνει.

Εντός του γραφείου της ανακρίτριας οι δύο συνήγοροι υπεράσπισης στέκονταν όρθιοι. Έβαζαν τα δυνατά τους να μην πουν αυτά δεν λέγονται και που αντανακλούν έναν ολόκληρο αγώνα μιας ζωής, και για να πουν αυτά που λέγονται σε μια ξύλινη, αποστεωμένη νομική γλώσσα. Μία από τους συνηγόρους ήταν η Άννα. Η ανακρίτρια επέσπευδε τη διαδικασία. Τα πολλά λόγια δεν ωφελούν. Ήξερε καλά τη δουλειά της. Όσο διαρκούσε η διαδικασία κοίταζε τον Πέτρο κατευθείαν στα μάτια, προσπαθώντας να διεισδύσει και μέσα στην ψυχή του, στα κίνητρά του. Ήρθε η στιγμή που έβγαλε τα γυαλιά της, τα ακούμπησε πάνω στη ολιγοσέλιδη δικογραφία και μίλησε. «Αντίσταση κατά της αρχής. Φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Δεύτερη φορά. Καμιά μεταμέλεια. Έ όχι. Θα οδηγηθείτε στις φυλακές».

Ο Πέτρος με το που μπήκε μέσα, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ζητήσει χαρτί και πένα για να γράφει. Εδώ τις ώρες τις γεμίζεις μόνος σου. Μόνος σου οργανώνεις τα επιχειρήματά σου, τα δουλεύεις μέσα σου, και τα υπερασπίζεσαι. Ενάντια σε ένα σύστημα που νομοθετεί για να αυτοσυνηρείται, να αναπαράγει τον εαυτό του και για να καταστέλλει τους εχθρούς του. Είχε ήδη κάποια βιβλία που του έφερναν η Άννα και η Μάγια. Θυμήθηκε πάλι τον Καστοριάδη από τα φοιτητικά τους χρόνια, στο μάθημα της κοινωνιολογίας, και άλλα. Θυμήθηκε τη διάλεξη που είχε δώσει στο μεγάλο αμφιθέατρο μία μεγάλη ψυχίατρος με θέμα τα δικαιώματα των τοξικοεξαρτημένων και θυμήθηκε που είχε τονίσει: «Eσείς που θα κληθείτε αύριο, μεθαύριο να δώσετε τα χέρια στην καθεστωτική ψυχιατρική, να θυμάστε τον τρόπο που θα το κάνετε αυτό. Και οι ακούσιες ακόμα νοσηλείες δεν πρέπει αντιμετωπίζονται μόνο με φάρμακα και καταστολή. Χρειάζεται να νοιώσουν το νοιάξιμο, ότι μπαίνεις στη θέση του άλλου…» Θυμήθηκε και την καθηγήτρια στο συνταγματικό που μιλούσε για συνειδησιακή ελευθερία, ενάντια στη στέρηση της φυσικής ελευθερίας.

Ο Πέτρος ζήτησε και να εργαστεί. Μέσα από τις φυλακές θα οργάνωνε την αντικαθεστωτική πάλη και θα έγραφε το βιβλίο. Αυτό που θα τον έκανε ηγετικό στέλεχος σε κόμμα που θα κατέβαινε στις επόμενες εκλογές. Ζήτησε τέλος και μια σκούπα, για να καθαρίζει ο ίδιος τον χώρο του και για να απαλλάξει τον συγκρατούμενό του από αυτή την υποχρέωση. Αρκετά ήδη του προσέφερε ο άλλος. Το πολύ ζόρισμα δεν ωφελεί.

Στο μεταξύ οι μέρες περνούσαν και ένα κύμα συμπαράστασης είχε βρει το ρυθμό του, για τον Πέτρο. Φίλοι, συμφοιτητές, συναγωνιστές. Ο ήλιος χτυπούσε την πορεία από τα πλάγια. Τα συνθήματα, οι φωνές, η αφισοκόλληση που είχε προηγηθεί, είχαν φέρει αποτελέσματα. Μερικοί, στην κεφαλή της πορείας φώναζαν στους περαστικούς: «Ε, εσείς παιδιά που κοιτάζετε από το πεζοδρόμιο, μπείτε μέσα στην πορεία, να γίνουμε περισσότεροι…». Ο κόσμος όλο και ενωνόταν σχηματίζοντας ένα ποτάμι που βοά. Στα αυτιά όλων ηχούσε η φωνή του Πέτρου να τους φωνάζει: «μην πτοείστε. Αγώνας παντού. Θα γυρίσω γερός, αδέρφια…».

Όταν πήρε τηλέφωνο κάποιος, που ήθελε δήθεν να τον εκφοβίσει, μέσα από τη φυλακή, ο οποίος πιθανώς ανήκε σε αντίπαλες ομάδες του αντιεξουσιαστικού χώρου, όταν ζήτησε στοιχεία και ημερομηνίες, παρουσιάζοντας την εθελοντική μαρτυρία του, σαν το τυράκι στη φάκα, η παρέμβαση της ψυχολόγου των φυλακών ήταν καταλυτική: «να προσέχετε τι λέτε και πώς το λέτε. Εδώ μέσα και οι τοίχοι έχουν αυτιά. Και να σέβεστε το ό,τι έχει περάσει ο Πέτρος.»

Εκείνο το καυτό μεσημέρι, στο επισκεπτήριο, η Άννα του έφερε και δύο κόκκινα τριαντάφυλλα. Για τα γενέθλιά σου, του είπε, και ακούμπησαν ο ένας τα χείλη του άλλου. «Δώσαμε χθες και στους αστυνομικούς». Σου έφερα και αυτά τα βιβλία. Παρέμεναν σιωπηλοί. Ο υπάλληλος της ένευσε αυστηρά. Κοίταξε το ρολόι της. «Πέτρο, πρέπει να φύγω. Θα έρθω πάλι όταν μπορέσω να σου φέρω νέα. Να φροντίζεις τον εαυτό σου και να γράφεις όσο μπορείς», τον χτύπησε απαλά στην πλάτη και απομακρύνθηκε προς την έξοδο προσπαθώντας να πνίξει τους λυγμούς της.

Θα πήγαινε κατευθείαν στο γραφείο να συνεχίσει τη δουλειά. Συγκέντρωνε με τους συντρόφους της αποδεικτικά στοιχεία για να μην καταδικαστεί ο Πέτρος από την έδρα. Το βράδυ είχαν οργανώσει κοινό υπαίθριο γεύμα για όλα τα παιδιά της φοιτητικής εστίας και για όποιον άλλο ήθελε ή είχε την ανάγκη να φάει και να πιεί μια μπίρα στα γρασίδια της πανεπιστημιούπολης του Ζωγράφου. «Δεκαοχτώ μήνες είναι, θα περάσουν…», σκεπτόταν η Άννα, καθώς οδηγούσε μέσα στην κίνηση της Αθήνας. Δεν πήγε στο γραφείο τελικά εκείνο το απόγευμα, αλλά πήρε το αυτοκίνητο και τράβηξε προς Πειραιά. Ήθελε να σταθεί στην αποβάθρα, να δει πώς δένουν τα πλοία, τα μεγάλα, τα κρουαζιερόπλοια, Αύγουστο μήνα και να νοιώσει ότι έφευγαν αυτή και ο Πέτρος με ένα από αυτά, για τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Λίγο λίγο η ξεγνοιασιά αποκαταστάθηκε μέσα της για να μπορέσει να συνεχίσει τη δουλειά που τους περίμενε αμείλικτη όπως αμείλικτος είναι και ο χρόνος. Ήταν εργασιομανής. Δεκαοχτώ μήνες είναι. Θα περάσουν, Πέτρο.

_

γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου

Ακολουθήστε μας

Βροντή

Βροντή

Αθήνα Απαυδισμένοι άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους. Αναμένονταν κινητοποιήσεις για το δημοψήφισμα με επίκεντρο την Πλατεία Συντάγματος. Αεροδρόμιο Μακεδονία «Σας μιλάει ο κυβερνήτης από το πιλοτήριο του αεροσκάφους. Αυτή είναι μια πτήση μη καπνιστών. Θερμοκρασία εδάφους...

Σκοτεινή εγγύτητα

Σκοτεινή εγγύτητα

Περπατούσε στο δρόμο σκυφτός, καταβεβλημένος. Ήταν απόγευμα και πριν από λίγη ώρα είχε βγει από το εξαώροφο κτίριο που στεγάζονταν τα γραφεία της εταιρείας που δούλευε. Στο κεφάλι του συνωστίζονταν σκέψεις βαριές, ετερόκλητες, που όλες τους συνηγορούσαν σε μια...

Ο προφήτης

Ο προφήτης

Τράβηξε το κάρο και το ζεύτηκε. Και έφερε και μια και δυο γυροβολιές και πόσες άλλες έφερε μέσα στο κύλισμα των χρόνων. Και έκαμε τον κόσμο του κατά πως τον ήθελε. Και με το βλέμμα έψαχνε να βρει, έβρισκε μονάχα τον εαυτό του.  Κάποτε κουράστηκε και τότε είδε.  Είδε...

Αχρείαστοι ήρωες

Αχρείαστοι ήρωες

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πάλι ξύπνησα μέσα στην αγκαλιά της μαμάς μου κι είναι ακόμα νύχτα νομίζω. Την αγαπάω τη μαμά μου πολύ αλλά τις τελευταίες μέρες που φύγαμε από το σπίτι και είμαστε σ’ αυτό το υπόγειο δε με αφήνει να κοιμηθώ καλά το βράδυ. Όλο με...

Τζέπε και Αζόρ

Τζέπε και Αζόρ

Είχαμε έναν σκύλο που τον λέγαν Αζόρ. Ο καημένος πίσω από την καγκελόπορτα της διπλανής μονοκατοικίας, με κολάρο, πιστός φύλακας του ηλικιωμένου ζευγαριού που κατοικούσε στο παλιό δίπατο σπίτι. Κάθε φορά που μας έβλεπε κουνούσε χαρούμενα την ουρά του, μιας και μας...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Τζέπε και Αζόρ

Τζέπε και Αζόρ

Είχαμε έναν σκύλο που τον λέγαν Αζόρ. Ο καημένος πίσω από την καγκελόπορτα της διπλανής μονοκατοικίας, με κολάρο, πιστός φύλακας του ηλικιωμένου ζευγαριού που κατοικούσε στο παλιό δίπατο σπίτι. Κάθε φορά που μας έβλεπε κουνούσε χαρούμενα την ουρά του, μιας και μας...

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου