Λιγοστοί άνθρωποι περιφέρονταν νωχελικά στην αποβάθρα του σιδηροδρομικού σταθμού. Ένας μεσόκοπος άνδρας, ανασκουμπωμένος και στοχαστικός, στάθηκε με τη βαλίτσα του στο χέρι απέναντι απ’ τα εκδοτήρια εισιτηρίων. Το βλέμμα του έπεσε πάνω στη λεία επιφάνεια της τζαμένιας πόρτας, όπου καθρεπτιζόταν το είδωλό του. Έκπληκτος παρατήρησε ότι στο πλάι του στεκόταν ευθυτενής και με ύφος σκληρό, εκείνος ο νεαρός που κάποτε του ήταν οικείος, μα τώρα πια δυσκολευόταν να τον αναγνωρίσει. Ο νεαρός σκέφτηκε:

«Είμαι εδώ, έτοιμος να φύγω. Οι φλέβες μου πάλλονται και φουσκώνουν, δεν μπορώ άλλο να περιμένω. Αυτή η πόλη δε με χωρά, ασφυκτιώ στους στενούς της ορίζοντες. Ο εχθρός μου είναι ο χρόνος, αυτό το βραδυκίνητο ποτάμι που με παρασέρνει αργά, βασανιστικά αργά, προς τις επιθυμίες μου. Βιάζομαι να προχωρήσω μπροστά, αλλά η ροή των πραγμάτων με εμποδίζει και με κάνει να αγανακτώ. Τα θέλω όλα και τα θέλω τώρα. Απαιτώ την ολοκλήρωση και δε συμβιβάζομαι με τίποτα λιγότερο. Σύντομα θα αποδείξω ποιος είμαι, σύντομα θα υποτάξω τον κόσμο στη στιβαρή μου βούληση. Πόσο θα διαρκέσει άραγε αυτό το «σύντομα»; Δεν ξέρω, αλλά εμένα μου φαίνεται πως ήδη έχει διαρκέσει πολύ, πάρα πολύ. Εκεί που πάω, θα χτίσω τον καινούργιο μου εαυτό, θα δώσω νόημα στην ύπαρξή μου, θα γίνω αυτός που ποθώ να είμαι. Νιώθω μέσα μου να ξεχύνονται πλημμύρες και να σκάνε ηφαίστεια. Κάθε στιγμή περικλείει εντός της μια θεογονία και μια αποκάλυψη. Όχι κάθε στιγμή, ψέματα˙ υπάρχουν και στιγμές που δε συμβαίνει τίποτα και τότε βαριέμαι, πλήττω αφόρητα και νομίζω πως πεθαίνω. Εύχομαι να μπορούσα να αποδράσω απ’ το παρόν, να πετούσα στο κενό και να προσγειωνόμουν σ’ ένα άλλο σημείο του χρόνου, υστερότερο, εκεί όπου θα είχα κατακτήσει την ουσία μου. Σε κανέναν δε θα επιτρέψω να με αποκαλέσει ξανά «αγόρι». Αυτές οι ράγες που τώρα αντικρίζω θα με οδηγήσουν στο πεπρωμένο μου. Μια μακρινή ηχώ μου ψιθυρίζει στο αυτί πως μου ανήκουν όλα όσα θελήσω να αδράξω. Είμαι σίγουρος για μένα, είμαι άτρωτος, είμαι πανίσχυρος. Ανυπομονώ να πράξω, οι δείκτες όμως στα ρολόγια μοιάζουν να ’χουν κολλήσει. Τι μαρτύριο είναι αυτό και πώς να πολεμήσω τούτον τον αόρατο αντίπαλο που με υπονομεύει;»

Ο μεσόκοπος άνδρας σκέφτηκε: «Είμαι εδώ, έτοιμος να φύγω. Τα χέρια μου κρέμονται άτονα, η βαλίτσα μου είναι βαριά, πολύ βαριά. Μια σφοδρή αποκαρδίωση με σαρώνει. Αφήνω πίσω μου τη βεβαιότητα, οικτρή, ασήμαντη, με περιορισμένες προοπτικές, το παραδέχομαι. Παρόλα αυτά είναι βεβαιότητα αυτό που χάνω σήμερα. Η ανάγκη με σπρώχνει σ’ αυτό το ταξίδι και η ανασφάλεια με κυριεύει. Δε μου αρέσουν τα ρίσκα, αλλά δεν έχω άλλη επιλογή. Κάποτε είχα φύγει ξανά,· τότε το είχα επιδιώξει, σε αντίθεση με τώρα που προσπάθησα να το αποφύγω. Δε θυμάμαι και πολύ καλά ποιος ήμουν όταν έφυγα. Θυμάμαι πεντακάθαρα, όμως, ποιος ήμουν, όταν επέστρεψα. Ήμουν κάποιος που έκοβε και έραβε τον εαυτό του, για να αντέξει την πραγματικότητα. Κάποιος που βάφτιζε με άλλο όνομα τις αλλοτινές του προσδοκίες, επειδή αρνιόταν πως είχε ηττηθεί. Οι απανωτές ματαιώσεις με άλλαξαν. Πλέον δε διστάζω να πω ότι υπήρξα υπερφίαλος και αιθεροβάμων. Περηφανεύομαι κιόλας γι’ αυτή μου την ειλικρίνεια. Φοβάμαι πως κατά βάθος στρουθοκαμηλίζω μπροστά στην ανικανότητά μου να στοχεύσω σε οτιδήποτε βρίσκεται ψηλότερα από μένα. Τι να κάνω; Τα χρόνια πέρασαν, οι δυνάμεις μου εξασθένησαν, τα περισσότερα όνειρά μου παρέμειναν ανεκπλήρωτα. Δε μου φέρνει θλίψη αυτό˙ μάλλον έτσι είναι η μοίρα του ανθρώπου, να θάβει όνειρα, καθώς κυλάει ο καιρός. Πικρή σοφία που σε βοηθά να αγαπήσεις τη ζωή, όπως είναι και όχι όπως θα ήθελες να είναι. Δε ζητάω πολλά, μονάχα λίγο χρόνο. Ο χρόνος είναι ο εχθρός μου, αυτή η τράπεζα στιγμών που ολοένα και στερεύουν τα αποθέματά της και βαδίζει σταθερά προς τη χρεωκοπία. Μακάρι να μπορούσα να επιβραδύνω αυτό το ανελέητο ξόδεμα που με κάνει όλο και πιο φτωχό. Το μέλλον περιορίζεται, το κατατρώει το αδηφάγο παρόν και το αποταμιεύει στο μαυσωλείο που λέγεται «παρελθόν». Δε θέλω να κάνω σπουδαία πράγματα, ξέρω πως δεν μπορώ, θέλω μονάχα να βρω έναν τρόπο να γεύομαι όσο γίνεται πιο έντονα τις ημέρες που θα ’ρθουν. Ο χρόνος, όμως, μου ξεγλιστρά κι εγώ ανήμπορος βλέπω τη ζωή να ξεθωριάζει και να σβήνει μέσα σ’ ένα θολό σύμπλεγμα εικόνων. Συλλογίζομαι το τέλος και συνειδητοποιώ πως το μόνο καθήκον που έχω είναι να είμαι αυθεντικός. Δεν έχω περιθώριο για υποκρισίες και αυταπάτες. Αλίμονο σε όποιον δε βγάλει ποτέ την ψυχή του στο φως. Εκεί που πηγαίνω με περιμένει μια καινούργια ζωή. Όχι, όχι, το «καινούργια» δεν είναι η κατάλληλη λέξη. Ό,τι βρω και με βρει εκεί, θα αποτελέσει απλώς το όψιμο σκέλος της ίδιας, παλιάς ζωής. Κουβαλώ τα λάθη και τις διαψεύσεις μου, ελπίζοντας να γίνω λίγο πιο έντιμος απέναντι στον εαυτό μου. Δε βιάζομαι, οι ημέρες δε μου περισσεύουν πια. Να που οι ράγες δονούνται και ο συρμός πλησιάζει. Κι αυτοί οι διαβολεμένοι δείκτες στα ρολόγια, πως τρέχουν και τρέχουν έτσι ασταμάτητα! Ήρθε η ώρα να επιβιβαστώ. Έχε γεια πόλη της παιδικής μου ηλικίας, της εφηβείας, της δεύτερης νεότητας, της ωριμότητας, της χαράς και της λύπης μου».

Προτού ο μεσόκοπος άνδρας βάλει το πόδι του στο σκαλοπάτι του βαγονιού που ακινητοποιήθηκε μπροστά του, έριξε μια τελευταία ματιά στη τζαμαρία του εκδοτηρίου. Πάνω στο γυαλί αντανακλούσε μόνο η δική του μορφή. Ο νεαρός με την ασύσπαστη αποφασιστική έκφραση είχε εξαφανιστεί.

 

γράφει ο Βαγγέλης Κατσούπης

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!