Δύο Φίλοι

16.01.2020

Εκείνος καθόταν στην γνώριμη γωνιά του, η οποία βρισκόταν σε έναν από τους κεντρικότερους δρόμους της Αθήνας, αγκαλιά με τον Οδυσσέα την γάτα του, που ποτέ δεν τον εγκατέλειπε. Σκεπασμένος με κουβέρτες για να ζεστάνει όχι το σώμα του, αλλά την ψυχή του από την αδιαφορία των περαστικών, παρατηρούσε τους διαβάτες. Από το περπάτημά τους καταλάβαινε αν ήταν χαρούμενοι ή λυπημένοι και από το ντύσιμό τους, προσπαθούσε να μαντέψει τι επάγγελμα έκαναν. Ο δρόμος είχε γίνει το σπίτι του, πίστευε ότι του άνηκε κάθε του κομμάτι. Μάλιστα αρκετές φορές έκανε παρατηρήσεις στους περαστικούς, που τύχαινε να πετάξουν κάτι στην άσφαλτο. Τις ημέρες των Χριστουγέννων χάζευε τις βιτρίνες των καταστημάτων και αναπολούσε τα παιδικά του χρόνια, τότε που είχε ένα σπίτι, ένα πιάτο φαγητό και μια μάνα να τον νοιαστεί. Μόλις τελείωσαν οι γιορτές τα φώτα έσβησαν, ο κόσμος που είχε έρθει για να θαυμάσει την στολισμένη πρωτεύουσα επέστρεψε στις πόλεις του, κι έτσι η μαγεία χάθηκε και μαζί της τα όνειρα εκείνου του άντρα. Ώσπου μια μέρα ένα νεαρό αγόρι τον πλησίασε για να του αφήσει ένα κέρμα από το χαρτζιλίκι του. Ο άντρας που καθόταν με σκυμμένο το κεφάλι για να προφυλάσσεται από το κρύο και από την ψεύτικη συμπόνια των ανθρώπων, μόλις άκουσε τον ήχο που έκανε το νόμισμα μέσα στο σιδερένιο ποτήρι, ανασήκωσε το αυλακωμένο από τις ρυτίδες πρόσωπό του και τα μάτια του διασταυρώθηκαν με τα μάτια εκείνου του αγοριού. Στο βλέμμα του μπόρεσε να διακρίνει την σπίθα της νιότης, μια απέραντη θάλασσα γεμάτη ταξίδια, έτοιμα να σαλπάρουν για μέρη μακρινά και μια καθαρότητα που είχε χρόνια να αντικρίσει. Το μικρό αγόρι δίχως να κάνει βήμα πίσω, συνέχισε να τον κοιτά και να περιεργάζεται τα σκληρά του χαρακτηριστικά, που ο χρόνος προσπαθούσε να σβήσει. 

Ο άντρας τον ευχαρίστησε και τον ρώτησε πως τον έλεγαν, το αγόρι έμεινε για λίγο σκεπτικό και μετά είπε: «Εδώ με λένε Πέτρο» και χαμήλωσε το βλέμμα. Ο άντρας προσπάθησε να κατανοήσει την απάντηση του παιδιού και πριν κάνει την επόμενη ερώτηση, εκείνο τον πρόλαβε λέγοντάς του: «Ήρθα από μία μακρινή χώρα, άφησα πίσω μου τα πάντα, πράγματα που θυμάμαι και πράγματα που έχουν σβηστεί από την μνήμη μου, ένα από αυτά είναι και το όνομά μου». Μια υγρασία απλώθηκε στα μάγουλά του αγοριού και με το μανίκι της μπλούζας του σκούπισε τα μάτια του. Ο άντρας κατάλαβε πως το αγόρι είχε περάσει πολλά, ήταν κι αυτό ένας ταξιδευτής που αναγκάστηκε να αποκοπεί βίαια από τις ρίζες του και να ζήσει σε έναν καινούργιο κόσμο, αλλάζοντας τον εαυτό του. Φυσικά δεν ένιωσε λύπη αλλά θαυμασμό, για τον αγώνα που έδινε να κρατηθεί επάνω στο πλοίο που λέγεται ζωή. 

Το αγόρι παίρνοντας θάρρος από την φιλία που του πρόσφερε ο άντρας, τον ρώτησε εάν κι εκείνος είχε αφήσει την πατρίδα του, για να βρει άλλη στεριά. Ο άντρας χαϊδεύοντας τον Οδυσσέα, που ήδη είχε αρχίσει να δυσανασχετεί, επειδή κάποιος άλλος μονοπωλούσε το ενδιαφέρον του αφεντικού του, κοίταξε το παιδί στα μάτια και με μία ανάσα του είπε: «Εγώ είμαι ένας ναυαγός που εγκατέλειψα το πλοίο, για να ζήσω ελεύθερος, αν και κάποιες φορές αναπολώ την ζεστασιά της παιδικής μου ηλικίας». 

Μια σιωπή κάλυψε την μέχρι πρότινος ζωηρή τους στιχομυθία. Όμως το αγόρι άπλωσε το χέρι του προς το μέρος του άντρα και τον ρώτησε αν ήθελε να γίνουν φίλοι. Εκείνος χωρίς δεύτερη σκέψη και με ένα ουράνιο τόξο να έχει ανατείλει στο πρόσωπό του, δέχτηκε την αληθινή φιλία εκείνου του αγοριού. Από εκείνη την ημέρα και μετά οι δυο τους συζητούσαν για διάφορα θέματα, μοιράζονταν το φαγητό που έφερνε το αγόρι, κι έτσι το ταξίδι τους στο πέλαγος της ζωής, άρχισε να βάζει πλώρη για τα ανοιχτά με καπετάνιο την ανθρωπιά.

_

γράφει η Ολυμπία Θεοδοσίου

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Ήρωες και δεδομένα

Ήρωες και δεδομένα

Τα βράδια όταν πέφτω να κοιμηθώ, όταν κουρασμένος από τις εμπειρίες της ημέρας ακουμπώ στο κρεβάτι, τότε είναι που έρχονται στην παρέα μου, οι ήρωες των παραμυθιών που διάβαζα μικρός. Ήρωες με μαγικές δυνάμεις, ήρωες τρανοί, αγέρωχοι μπρος στο χρόνο. Όταν ξαπλώσω,...

Ο λαθροκυνηγός

Ο λαθροκυνηγός

“Τώρα βρήκε να μας κλείσει μέσα η καταραμένη καραντίνα; Τώρα που τα καλύτερα θηράματα βγαίνουν να βοσκίσουν το φρέσκο χορτάρι και τα αγριολούλουδα;” είπε θυμωμένος. Εδώ και τρεις μήνες, έβγαζε τακτικά τα κυνηγητικά του όπλα και τα περιποιούνταν αναλόγως. Τα έλυνε με...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου