Select Page

Δώρο Νο. 36

Δώρο Νο. 36

 

 

Τελευταίως σκέφτομαι συχνά το χρόνο που περνά. Καμιά φορά λέω πως άφησα πίσω μου πολλά ανεκπλήρωτα δευτερόλεπτα. Από εκείνες τις στιγμές που σε κάνουν πλούσιο αλλά εσύ κοιτάς από την άλλη πλευρά και τις χάνεις από τα μάτια σου και από την ψυχή σου. Αναρωτιέμαι αν το έκανα πολλές φορές και εγώ. Αν φάνηκα τόσο αφελής και αγενής στη συνέχεια των χρόνων. Ύστερα σκέφτομαι πως έφυγε γρήγορα ο καιρός. Σκέφτομαι πως θα μπορούσα να είχα κάνει χίλια πράγματα περισσότερα, χίλια πράγματα διαφορετικά. Να είχα πάρει τόσους διαφορετικούς δρόμους. Τόσες στροφές, τόσες κονταρίδες[1] που λέμε και στο νησί μου.

Θα μπορούσα ας πούμε να μάθω λύρα και όχι πιάνο. Να φύγω από την Αθήνα. Να πάω στο νησί μου. Να φτιάξω ένα αμπέλι γεμάτο από βηλάνα, λιάτικο και κοτσιφάλι[2] Και να καρτερώ τους χυμούς του. Να περιμένω το πρώτο ποτήρι. Σα θεία κοινωνία. Θα μπορούσα να είχα βρει εκεί κάτω ένα σπίτι μικρό και άσπρο και χωμάτινο. Με έναν κήπο. Ναι σίγουρα με έναν κήπο. Με πολλά λουλούδια. Κυρίως τριανταφυλλιές. Σαν αυτές που ποτίζει και μεγαλώνει με φροντίδα ο πατέρας μου. Σαν τον κήπο που φρόντιζε ο «παππούς» μου ο Αντώνης που τώρα φροντίζει με χαρά τους κήπους των αγγέλων και έρχεται καμιά φορά η μυρωδιά του Παραδείσου ως το παραθύρι μου και μου φτιάχνει εκείνο το μυρωδάτο όνειρο που χωρά κάθε λογής θέλω.

Ναι λοιπόν, λέω, περπατώντας στον ανοιξιάτικο πεζόδρομο του Αμαρουσίου κρατώντας τον καφέ στο χέρι μου περιποιημένο από τα χεράκια ενός τυχαίου Ορέστη κάνοντας διάλειμμά από τη δουλειά μου. Ναι, θα μπορούσα να είμαι εκείνη η κρητικιά που άφησε την πόλη, βρήκε ένα σπίτι μικρό κι απλό και έφτιαξε ένα αμπέλι. Και τα απογεύματα να κάνει ό,τι κατεβάσει ο νους της. Μα κυρίως να βουτά στη θάλασσα που αγαπά. Χειμώνα καλοκαίρι. Και να περπατά ξυπόλητη η καρδιά στην πανέμορφη επισκοπιανή αμμουδιά βάζοντας τις ρίζες του πατέρα της, το παππού της, του προπάππου της βαθιά στο χώμα, για να στεριώσει το πόδι της, να μην φύγει ποτέ από τούτον τον επίγειο Παράδεισο…

Έτσι με βρήκαν οι σκέψεις σήμερα καθώς κράταγα εκείνο το χαρτί. Συστημένο δέμα. Από τα ΕΛΤΑ. Δεν ήξερα τι είναι. Ούτε και έγραφε αποστολέα. Μα ενόψει εορταστικών γενεθλίων, της αφεντιάς μου , ήμουν σίγουρη ότι ήταν κάποιο δώρο. Για να μου θυμίσει όσα δεν έχω προλάβει. Για να με βάλει να σκέφτομαι ότι παραμεγάλωσα και ο χώρος των θέλω μικραίνει. Για να λέω πως ακόμα δε βρέθηκα στο νησί, δεν έβαλα ποδιά με κεντητό το νησί και δεν έμαθα ακόμα να φτιάχνω ανθούς γεμιστούς που έκοψα το πρωί σαν άνοιξαν τα πορτοκαλένια τους μάτια στον κήπο μου. Και πόσα άλλα. Κάμωνα ότι θα κάνω πολλά περισσότερα. Και συνεχώς έλεγα σε πόσα μέρη θα πάω. Μα οι κουκίδες στο χάρτη της γης που με έβαλα είναι ακόμα πολύ λίγες. Και τώρα ξέρω ότι δε θα προλάβω να τον γεμίσω. Δε μου φτάνει ο χρόνος.

Σε κανέναν δε φτάνει ο χρόνος. Δε λέω πως κάποιος προλαβαίνει. Μα ναι, είναι που όταν ενηλικιώνεσαι η φαντασία φθείρεται και δεν έχεις εκείνο το όμορφο όνειρο που σε χωράει στο παντού και στο πάντα. Δύσκολες οι λέξεις αυτές. Τα ζηλεύω τα παιδιά. Τα αγαπάω. Γιατί μπορούν και χωράνε όλα τα θέλω τους σε κάθε τους βήμα. Κι ύστερα ερχόμαστε εμείς οι άθλιοι και τα περιορίζουμε. Τους βάζουμε τα «ως εδώ», τα «απαγορεύεται», τα «πρέπει». Κάπως έτσι περιορίστηκα και εγώ. Δε θυμάμαι το πότε. Αλλά κάποια στιγμή χώρεσα σε εκείνο το καβούκι. Της καθημερινότητας, της ρουτίνας, της αναβολής, της παραίτησης.

Οι σκέψεις τρέχουν. Για να τις αλλάξω προσπαθώ να μαντέψω το δώρο που έρχεται από μακριά. Φαντάζεσαι, λέω, να είναι ένα εισιτήριο για οπουδήποτε; Ας είναι και με το ΚΤΕΛ. Κάτι που να με αναγκάσει να πάρω τους δρόμους. Χωρίς επιστροφή. Γελάω. Κοιτάω την αφεντιά μου στη βιτρίνα ενός μαγαζιού. Δε μοιάζω με τουρίστρια, λέω. Πιο πολύ με κρατούμενη μοιάζω. Χωρίς επιστροφή, σκέφτομαι. Να πάω πού; Και να αρχίσω τι; Ο χρόνος που περνά με τρομάζει. Λίγες μέρες πριν, χάζευα τον απέναντι γεράκο της πολυκατοικίας. Μόλις είχε ξυπνήσει και έκανε ασκήσεις στο σπίτι για να ξεπιαστεί. Τις γνωρίζω τούτες τις ασκήσεις. Και γνωρίζω και την ασθένεια τούτη που έχει. Το ξέρω αυτό το βήμα. Με τρομάζει η σκέψη της κληρονομιάς του. Μεγαλώνω ρε μάνα. Και φοβάμαι. Μα δε θα της το πω. Ποτέ δε θα πληγώσω τα όνειρα που έχει για μένα.

Για μένα. Κάποιος που έχει όνειρα για μένα. Ετούτα τα όνειρα δε φθείρονται, σκέφτομαι. Και τούτη η σκέψη με έκανε να ανατριχιάσω. Το συμπέρασμα το πανέμορφο. Πως μπορεί εγώ να μεγαλώνω και τα όνειρα να μικραίνουν, μα οι άνθρωποι που με αγαπάνε με βλέπουν χωρίς ηλικία και ονειρεύονται το πάντα για μένα. Κοκκαλώνω στη βιτρίνα. Είδα χέρια να ακουμπάνε στον ώμο. Και γελαστά πρόσωπα. Ανθρώπους που ήξερα χρόνια, ανθρώπους που έμαθα πριν λίγο καιρό. Δε χωράγαμε στη βιτρίνα πια. Ο πεζόδρομος είχε γίνει ασφυκτικός από ανθρώπους. Ξαφνικά, το Νο.36 της τούρτας μου, φάνταζε χορταστικό. Όλος ετούτος ο κόσμος που δε χωρά σήμερα σε τούτο το δρόμο, είναι μια πληθώρα διαδρομών που έχω κάνει. Πανέμορφα ταξίδια ανακάλυψης. Άνθρωποι που όρισαν ένα κομμάτι μου και ορίζουν. Και όλοι αυτοί πίστεψαν και πιστεύουν σε μένα.

Συνέχισα να περπατάω συγκινημένη. Χρειάστηκαν να κλείσουν 36 χρόνια για να καταλάβω πως τα μεγαλύτερα ταξίδια τα έχω κάνει και τα κάνω. Πως τις μεγαλύτερες χαρές τις έχω γευτεί και τις γεύομαι. Και πως τα μεγαλύτερα όνειρα τα κάνω ακόμα αγαπητέ Ναζίμ[3]. Και πως το μεγαλύτερο δώρο είναι ετούτα τα χέρια που έσφιξα ή που θα σφίξω. Ο Μάης αυτός κλείνει με μια ανείπωτη χαρά. Με μια αλήθεια που μάλλον κάποιο πιτσιρίκι μου ψιθύρισε και στάθηκα τυχερή να την ακούσω. Δεν εξηγείται αλλιώς.

Πρωί 26ης Μάϊου σωτήριον έτος 2015 που λέει και ο εκφωνητής στο ΚρήτηFm και αναστενάζω, στέκομαι έξω από τα ΕΛΤΑ με το χαρτάκι μου. Ήρεμη και ευτυχισμένη. Μπαίνω γελαστή στην ουρά και περιμένω τη σειρά μου. Δίνω το χαρτί και περιμένω να φανεί το «δέμα». Η κυρία στα ΕΛΤΑ με πλησίασε με ένα μικροσκοπικό πάπυρο στα χέρια. Τα μάτια μου άστραψαν. Το πήρα σχεδόν αγκαλιά και βγήκα έξω. Κάπου εκεί, στην πλατεία του Γέρακα, κάθισα κοντά στο σιντριβάνι. Πάλι δε λειτουργούσε. Μα δε με ένοιαζε. Άνοιξα δειλά το παπυράκι μου και το κοίταζα για λίγα λεπτά. Όπως το περίμενα. Κενό. Άσπρο. Ένα όμορφο λευκό χαρτί μικροσκοπικό.

Ύστερα ο αέρας το πήρε από τα χέρια μου και το έριξε στο σιντριβάνι. Σαν ακούμπησε στα στάσιμα νερά του, οι πίδακες από τους σωλήνες άρχισαν να χοροπηδούν. Φτάνανε τόσο ψηλά. Τους κοίταζα από το παγκάκι και έτρεμε η καρδιά από χαρά. Πιάνανε Θεό. Ναι σου λέω. Πίστεψέ με. Φτάνανε το Θεό. Και οι άγγελοι άρχισαν να πλατσουρίζουν στις κορυφές τους σαν παιδιά. Τι ομορφιά.

Δώρο Νο.36. Ζωντανή και με ανθρώπους να με αγαπούν και να τους αγαπάω. Αυτό είναι το Δώρο. Κι έστειλα το μικρό μου «Σε Ευχαριστώ» να χοροπηδήσει κι εκείνο στα νερά και το δασκάλεψα να κρατηθεί από ένα σύννεφο για να προλάβει το φεγγάρι και τα αστέρια το βράδυ, να λάμψει σαν κερί γενεθλίων με τη φλόγα της πραγματικής ευτυχίας και της ευγνωμοσύνης… να μπορέσουμε όλοι ετούτοι οι σημαντικοί να το φυσήξουμε μαζί... για να χωρέσουν οι ευχές όλων μας…

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη

 

_____

[1] Κονταρίδα (κρητική διάλεκτος) = παράκαμψη για πιο σύντομη διαδρομή, ο συντομότερος δρόμος

[2] Βηλάνα, Κοτσιφάλι, Λιάτικο : σταφύλια με κρητική προέλευση

[3] Ναζίμ Χικμέτ «Η πιο όμορφη θάλασσα»

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

13 Σχόλια

  1. Χριστίνα Σουλελέ

    Σε κάποιο βιβλίο του,ο Ν. Καζαντζάκη , νομίζω στο Βυσσινόκηπο, ας με διορθώσει κάποιος αν κάνω λάθος , αναφέρεται σε έναν μύθο του Κομφούκιου για να μας πει πως το κέντρο του κόσμου για κάθε άνθρωπο είναι οι άνθρωποι που βρίσκονται κοντά του.
    “Δώρο Νο.36. Ζωντανή και με ανθρώπους να με αγαπούν και να τους αγαπάω.” Αυτό είναι ευτυχία Μάχη μου , πολύ σωστά το έχεις καταλάβει. Από κει ξεκινάς και όλα τα άλλα , αν έχεις θέληση , μπορούν να πραγματοποιηθούν . Να είσαι ευτυχισμένη και πολύχρονη!

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Σε ευχαριστώ Χριστίνα μου. Ας είμαστε όλοι μας καλά, γεροί και να γευόμαστε την αγάπη που μας δίνεται από τους ανθρώπους που βάζουμε στη ζωή μας.

      (Το κομμάτι στο οποίο αναφέρεσαι ταιριάζει με την ιστορία του Βραχόκηπου αλλά με πιάνεις αδιάβαστη και θα πρέπει να το αναζητήσω στη βιβλιοθήκη μου…!)

      Απάντηση
  2. Χριστίνα Σουλελέ

    Έχεις δίκιο . Ο Βραχόκηπος είναι.

    Απάντηση
  3. Άννα Ρουμελιώτη

    Δηλαδή πως να μην σε αγαπάει κανείς εσένα κοπελιά;;; Όχι πες μου δηλαδή!Πάλι μέσα στην ψυχή μου στάλαξες την ομορφιά σου!!! 🙂

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Άννα….! 😀

      Απάντηση
  4. Ντίνα

    Καθε κείμενο σου καλυτερο, πιο απελευθερωμένο απο ποτέ, πιο γεμάτο με την ομορφιά της ψυχής σου. Να χαίρεσαι όσους σε αγαπούν και να δοκιμάζεις πάντα κάτι νέο!!! Σε αγαπάμε και εμεις πολυ.

    Απάντηση
    • Μάχη

      Ντινάκι μου όμορφο, σας χαίρομαι…και σας αγαπάω! Είστε το καλύτερο δώρο!!

      Απάντηση
  5. Ελένη Ιωαννάτου

    Μάχη κλαίω από συγκίνηση!!!
    Μου την προκάλεσε ο ψυχισμός σου!!!
    Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;
    Αυτό πάντα το αναζητώ και
    εσύ μου το πρόσφερες απλόχερα.
    Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό το δικό σου δώρο,
    που ίσως δεν κατάλαβες ότι πρόσφερες.

    Μόνο η Αγάπη Μάχη μου, μόνο!
    Να είσαι καλά! Με τους ανθρώπους
    που αγαπάς και σε αγαπούν.
    Στα 36 χρόνια σου, εφόσον νιώθεις τα όμορφα κι απλά της ζωής
    που σου προσφέρθηκαν,
    έχεις αγκαλιά τον Ήλιο κι όλο τον κόσμο.

    Έχεις κερδίσει να ξέρεις, το πρώτο καραβάκι
    στην ζωή και στην καρδιά μας!

    Απάντηση
  6. Μάχη Τζουγανάκη

    Σε ευχαριστώ Ελένη… Τώρα αν είναι το πρώτο ή 36ο καραβάκι στη ζωή κανείς δεν ξέρει…χαχα… Αλλά ως πρώτο καραβάκι στην δική σου καρδιά..νιώθω τυχερή και ευγνώμων.. Να μη χάσεις ποτέ αυτόν τον λυρικό σου αυθορμητισμο που σε χαρακτηρίζει…μικρή ποιήτρια

    Απάντηση
  7. Μαριάνθη Πλειώνη

    Υπέροχο Μάχη!!! Να χαίρεσαι τα γενέθλιά σου έχοντας πάντα κοντά σου ανθρώπους που αγαπάς και να σβήνετε μαζί το κερί της ευτυχίας με τη φλόγα της ευγνωμοσύνης!

    Απάντηση
  8. Ανώνυμος

    Γλυκιά μου Μάχη,

    Χρόνια καλά, δροσερά, φωτεινά και ανθρώπινα. Εύχομαι η ζωή να σταθεί γενναιόδωρη μαζί σου και σ’ όλο το διάβα της να έχεις γύρω σου ανθρώπους που χαίρονται με τη χαρά σου, πονούν με τη λύπη σου, σε συντροφεύουν, σε χαϊδεύουν, σε ηρεμούν. Ελπίζω τα όνειρά σου να σε σεριανίσουν σε ακρογιαλιές, σε αμμουδιές, σε παρέες φιλικές, σε σελίδες λευκές, που θα σε περιμένουν για να γεμίσουν από την πένα της ψυχής σου!!!!!!!!!!!!!!!!!

    Μαριάνθη Παπάδη

    Απάντηση
  9. Μάχη Τζουγανάκη

    Μαριάνθη μου σε ευχαριστώ τόσο πολύ για τις όμορφες ευχές σου! Να μαστε πάντα καλά όλοι μας να γράφουμε με την ψυχή μας!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!