Εγγαστριμυθία

30.12.2018

             Πόσες ημέρες να έχουν περάσει που η Θεανώ δεν έχει ανταλλάξει δυο ανθρώπινες λέξεις με συνάνθρωπό της; Μια εβδομάδα, δυο;

            “Και να δεις που, έτσι όπως πάει το πράμα, θα ξεχάσω πώς μιλάνε οι άνθρωποι, αφού εισπράττω μόνο ήχους και δεν αποκρίνομαι. Λες; Λες να πάθω κάτι τέτοιο, αν δεν το ’χω πάθει ήδη;

            Μα σε ποιον ζώντα οργανισμό να απευθύνω τον λόγο; Στην γάτα μου τη φρου φρου ή τον σκυλάκο μου τον Στηβ;

            Ας αρχίσουμε από το γατόνι”:

            «Ξέρεις, καλή μου, τι έλλειψη ανθρώπινης επικοινωνίας έχω. Επίτρεψέ μου λοιπόν, σε παρακαλώ, πού και πού να σου κάνω καμιά ερώτηση και βέβαια χωρίς να περιμένω την απάντησή σου».

            «Άκου, λέει. Και βέβαια μπορείς, κυρά μου. Αν δεν το μπορείς εσύ, τότε ποιος;», της απάντησε η φρου φρου σε άψογα ανθρώπινα ελληνικά.

            “Πάει. Ή άρχισα να τα χάνω ή εδώ κάτι παίζει μ’ εμένα και το γατί μου”, σκέφτηκε η καημένη η Θεανώ. “Τώρα δα δεν άκουσα μια ολόκληρη φράση; Δεν μπορεί να το φαντάστηκα, δεν το νομίζω, αλλά και πάλι…

            Ας ξαναδοκιμάσουμε λοιπόν”:

            «Φρου φρου, συγγνώμη για την ερώτηση, μα πες μου πριν το χάσω ολότελα, μόλις πριν λίγο μού μίλησες με ανθρώπινη λαλιά για όχι;»

            «Και βέβαια το έκανα, κυρά μου. Αλλά γιατί η έκπληξή σου; Δεν είναι δα και η πρώτη φορά που ξεφεύγω έτσι, χωρίς εσύ να το σπουδαιολογήσεις. Οπότε κι εγώ ρωτώ, τι έγινε ξαφνικά και προβληματίζεσαι;»

            «Φρου φρου, πάει το ’χασα. Μιλάς σαν άνθρωπος και δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν. Είτε με λυπήθηκε ο Θεός, που έπαψα να ομιλώ ελλείψει συντροφιάς και μου έστειλε εσένα, ή λυπήθηκε εσένα και σου έδωσε την περίσσια αυτή ικανότητα, για να απαλύνεις και συ κακόμοιρο τη μοναξιά σου με το να ανταλλάσσουμε δυο κουβέντες, βρε αδερφέ. Μίλησα για μοναξιά, φρου φρου μου. Αλήθεια, τι κακούργα είμαι που σου στέρησα τη φυσική σου παρέα, κακόμοιρο ζωντανό! Δε λέω, σε έχω στα πούπουλα, τίποτα δε σου έλειψε ποτέ, από τίποτα δεν κινδύνεψες ποτέ και ποτέ δεν αγχώθηκες τι μέλλει γενέσθαι με τη συγκατοίκησή μας. Χωρίς υπερβολή ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ η αφέντρα του σπιτιού μου. Μα για όλα αυτά και άλλα τόσα ίσως σου στέρησα την ομορφιά του κεραμιδιού, του ξεπορτίσματος, του έρωτα, του πάθους, τη μητρότητα ακόμη ακόμη. Νόμιζα θα μ’ αγαπούσες. Έκανα λάθος; Εσύ θα πρέπει να με μισείς θανάσιμα. Μιλώ σωστά;»

            «Ολόσωστα. Έτσι ακριβώς έχουν τα πράγματα, μα και τίποτα πια δε γίνεται να αλλάξει. Μη σκιάζεσαι. Εγώ πια συνήθισα σε αυτόν τον τρόπο ζωής, όπως εσύ συνήθισες τη μοναξιά σου. Βρήκε, που λες, ο Θεός, λοιπόν, έναν τρόπο να μοιραζόμαστε τις μοναξιές μας με το να σου μιλώ στη γλώσσα σου που όσο να ’ναι την ξέρεις καλύτερα από τα νιαουρίσματά μου. Και τον ΣΤΗΒ; Αυτόν δεν τον υπολογίζεις;»

            «Για μια στιγμή. ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΠΕΙΣ; Ώρες είναι να ακούσω και αυτόν να μού μιλά σαν εσένα…»

            «Γιατί όχι;. Για δοκίμασε. Γούστο θα ’χει».

 

            «Στηβ, θα άκουσες τις χαζομάρες της γάτας μας. Ποια είναι η σκυλίσια σου άποψη επί του σοβαρού τούτου θέματος;»

            «Συμφωνώ απολύτως μετά της χαριτόβρυτης συγκατοίκου μου. Εγώ, γιατί να μη σου ομιλώ δηλαδή; Τόσα χρόνια καθημερινής συνύπαρξης, κάποια λίγα πράγματα τα έμαθα κι εγώ, δεν είμαι δα και ντιπ ντουβάρι».

            Και βέβαια πια η Θεανώ τα είχε τελείως χαμένα. Αν και μέσα της βαθιά γνώριζε ότι αφηνόταν σε μια ψευδαίσθηση, απίστευτα ελπιδοφόρα και γοητευτική, ανησυχούσε όμως για τον ακριβή υπολογισμό του μυαλού της σε δράμια. Σίγουρα κάποια διέλαθαν της προσοχής της και την έκαναν γι’ άλλη γη, γι’ άλλα μέρη…

            “Μα αν πάλι το χάσιμο του μυαλού μου, ακολουθεί τούτην εδώ την ατραπό, χαλάλι η απώλεια και ολίγων εκ των τετρακοσίων της οκάς”, μονολόγησε πικροχαμογελώντας. “Και μακάρι αυτό που μου συμβαίνει τώρα με τα κατοικίδιά μου να είχε συμβεί πιο μπροστά. Τόσος καιρός μας, πήγε χαμένος. Τώρα πια που πέρασα τον Ρουβίκωνα των ογδόντα, μπορώ να το  ομολογήσω.’’

            «Γιατί, βρε αγάπες μου, δε μου μιλούσατε πιο μπροστά;»

            «Μη το λες, μη το λες. Κάθε πράγμα στον καιρό του. Π.χ. τώρα, στην ηλικία σου δικαιολογούνται και ορισμένα πράγματα να θεωρηθούν σαν φυσιολογικά, ανεπίτρεπτα για νεώτερους ανθρώπους, καταλαβαίνεις τι εννοώ».

            «Θέλεις, δηλαδή, να μου πεις ότι εγώ τώρα δεν έχω σαλτάρει για τα καλά, πιάνοντας κανονικά κουβέντα μαζί σας; Στον βαθμό που αναλογεί στο μυαλό που μου έχει απομείνει, όμως, ίσως αρχίζει φευγαλέα να φωτίζεται το τι πραγματικά έχει συμβεί. Μια εγγαστριμυθία ασφαλώς. ΕΣΥ Π.Χ. ΝΙΑΟΥΡΙΖΕΙΣ ΚΑΙ ΕΓΩ ΜΕΤΑΤΡΕΠΩ ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΣΟΥ ΣΕ ΛΕΞΕΙΣ. Που σημαίνει ότι ΕΓΩ ΟΜΙΛΩ ΑΝΤ’ ΕΣΟΥ… Μόνον, που τ’ ορκίζομαι, αυτό έγινε χωρίς και να το καταλάβω, τελείως ακούσια. Άρα, τα δράμια εξακολουθούν να είναι τετρακόσια και ευχαριστώ τον θεό που δεν απώλεσα ούτε ένα. Και αυτό από μόνο του είναι ένα θαύμα για την ηλικία μου.

            «Ευχαριστώ Ύψιστε»…

γράφει Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Ακολουθήστε μας

Λευκό πέπλο

Λευκό πέπλο

Δροσάτη νύχτα, αέρινη, Απριλίου. Στη λεωφόρο θόρυβος αυτοκινήτων. Χθες αρραβωνιάστηκαν δυο νέα παιδιά.  Το επόμενο Σάββατο, σε μια εξόρμησή τους στην εξοχική Ιερά Ανδρώα Μονή, περνούν τη μεγάλη πύλη με τον Σταυρό. Στην είσοδο του καθολικού δίπλα στο μανουάλι, ένας...

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

Φίλες, γειτόνισσες, συμμαθήτριες, αγαπημένες και κολλητές, η Σύλβια και η Μαρία, μακράν καλύτερες και από αδερφές, μοιράζονταν τη ζωή και τις ομορφιές της, σε ίσα μερίδια. Όλη την ημέρα μαζί, η μία στο σπίτι της άλλης και μόνο τη νύχτα, με βαριά καρδιά πήγαιναν για...

Βροντή

Βροντή

Αθήνα Απαυδισμένοι άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους. Αναμένονταν κινητοποιήσεις για το δημοψήφισμα με επίκεντρο την Πλατεία Συντάγματος. Αεροδρόμιο Μακεδονία «Σας μιλάει ο κυβερνήτης από το πιλοτήριο του αεροσκάφους. Αυτή είναι μια πτήση μη καπνιστών. Θερμοκρασία εδάφους...

Σκοτεινή εγγύτητα

Σκοτεινή εγγύτητα

Περπατούσε στο δρόμο σκυφτός, καταβεβλημένος. Ήταν απόγευμα και πριν από λίγη ώρα είχε βγει από το εξαώροφο κτίριο που στεγάζονταν τα γραφεία της εταιρείας που δούλευε. Στο κεφάλι του συνωστίζονταν σκέψεις βαριές, ετερόκλητες, που όλες τους συνηγορούσαν σε μια...

Ο προφήτης

Ο προφήτης

Τράβηξε το κάρο και το ζεύτηκε. Και έφερε και μια και δυο γυροβολιές και πόσες άλλες έφερε μέσα στο κύλισμα των χρόνων. Και έκαμε τον κόσμο του κατά πως τον ήθελε. Και με το βλέμμα έψαχνε να βρει, έβρισκε μονάχα τον εαυτό του.  Κάποτε κουράστηκε και τότε είδε.  Είδε...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ο προφήτης

Ο προφήτης

Τράβηξε το κάρο και το ζεύτηκε. Και έφερε και μια και δυο γυροβολιές και πόσες άλλες έφερε μέσα στο κύλισμα των χρόνων. Και έκαμε τον κόσμο του κατά πως τον ήθελε. Και με το βλέμμα έψαχνε να βρει, έβρισκε μονάχα τον εαυτό του.  Κάποτε κουράστηκε και τότε είδε.  Είδε...

Αχρείαστοι ήρωες

Αχρείαστοι ήρωες

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πάλι ξύπνησα μέσα στην αγκαλιά της μαμάς μου κι είναι ακόμα νύχτα νομίζω. Την αγαπάω τη μαμά μου πολύ αλλά τις τελευταίες μέρες που φύγαμε από το σπίτι και είμαστε σ’ αυτό το υπόγειο δε με αφήνει να κοιμηθώ καλά το βράδυ. Όλο με...

Δεκαοκτώ μήνες

Δεκαοκτώ μήνες

Κανείς δεν επρόκειτο να του πάρει την ελευθερία του. Ο Πέτρος έχει και νομικό οπλοστάσιο στα χέρια του και οργανώνεται μέσα από τη φυλακή. Με τα συντρόφια του επικοινωνεί συνέχεια, καθώς και με την Άννα, που είναι μαζί από το πρώτο έτος της νομικής. Όλοι αυτοί ήταν...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου