Η μέρα είχε προχωρήσει αγγίζοντας το σκοτάδι
Ψηλά ένα βιαστικό άστρο και πέρα μακριά
οι φωνές της γιορτής
περίμεναν να κυριαρχήσει η νύχτα
να γεμίσουν τον ουρανό πυροτεχνήματα
Θυμήθηκα τον γέρο
Στο βάθος το ποτάμι. Το ακούς;
Το επαναλάμβανε σαν ξύπναγε από τον λήθαργό του
-όπως επαναλαμβάνουν τα παιδιά μια λέξη που πρωτάκουσαν
Μετά έγερνε λίγο από το σκαμνί του και αποκοιμιόταν
Φορές ήταν που έβγαζε ένα χαμόγελο ως λαρυγγισμό
Κάποτε συνέχιζε με μια ανάμνηση
-παιχνίδια της μοίρας, απροσδιόριστα
Η γιορτή μακριά συνεχιζόταν
-είχε μπροστά της όλη τη νύχτα
Τώρα ακούγονταν οι αλυσίδες μιας αρκούδας
που είχα πριν χρόνια δει
και το ντέφι του αρκουδιάρη
και μετά κάποιος ύμνος
σε κάποιον θεό
Σαν αυτά τα δυο να ήταν αλληλένδετα
Προχώρησα στο νεκρό σπίτι
Κάθισα εκεί που το σκοτάδι θα γέμιζε θρίαμβο
Μου αρέσει ο θόρυβος
Να ακούω τους άλλους
Γιατί έτσι ξεχνώ πως δεν έχω βήματα
πως αυτό που με κινεί δεν είναι παρά
ο τρόμος μου μην και πεθάνω
Κει πάνω ο ουρανός γέμισε χρώματα
και οι τοίχοι ανάβλυσαν όσον θόρυβο έκρυβαν μέσα τους
-ένα βάζο που έσπασε, μια κουρτίνα που τραβήχτηκε
μια φωνή που ξεκίνησε με χαρά και βυθίστηκε στη θλίψη
το αίμα που πάγωσε
Και μετά το φουρφούρισμα της αγαπημένης που μίλησε πριν χρόνια
με λόγια λησμονημένα στη σιωπή
Πετάρισαν τα σωθικά μου
Και όπως οι πιστοί σκύβουν σε ένα θαύμα που πίστεψαν
γονάτισα στη μνήμη που αποκαλύφθηκε
_
γράφει ο Θεόδωρος Πάλλας








0 Σχόλια