Δεν είχε ύπνο απόψε... Καρτέραγε με τα βλέφαρα ορθάνοιχτα το φως του ήλιου και με το που τρύπωσε, σηκώθηκε. Νίφτηκε καλά, του έκαμε η μάνα και χωρίστρα, φόρεσε το δανικό πουκαμισάκι, το καλό - σιδερωμένο και μπαλωμένο κοντό παντελονάκι και βγήκε. Ήταν ο μόνος που είχε σε όλα δέκα και σήμερα θα έπαιρνε τη σημαία. Γι αυτό τόση περιποίηση. Χαμογέλασε. Έφτασε στο σχολείο. “Δημοτικό σχολείο Φιλιππιάδος”. Διάβασε όλο καμάρι την ταμπέλα στην είσοδό του. Η καρδιά του χτύπησε γρήγορα και τα γονατάκια του έτρεμαν από την αγωνία και τη λαχτάρα της στιγμής. Μπήκαν στη γραμμή. Σε λίγο θα ανακοίνωναν το όνομα του. Ο κύριος Σίμος, ο διευθυντής του σχολείου, ήρθε και στάθηκε ευθυτενής μπροστά τους. «Ανάπαυση», τους είπε και φώναξε τον Μπαλάφα, το γιο του γιατρού, να κάνει δύο βήματα μπρος. Ύστερα άπλωσε το χέρι του και τον συνεχάρη για τη σημαία. Ήθελε να φωνάξει, να ουρλιάξει… μα κρατήθηκε!... Έσκυψε το κεφάλι και το σήκωσε μόνο σαν έμεινε μονάχος, στο γυρισμό για το σπίτι του. Τα δάκρυα λευτερώθηκαν και έβρεξαν το προσωπάκι του. Θύμωσε με τον εαυτό του, που περίμενε… που ήλπιζε αλλιώς... Έτσι ήταν το πρέπον!… Ο γιος του γιατρού έπρεπε να πάρει τη σημαία όχι του φτωχού... του μέθυσου!!!

_

γράφει η Σοφία Ντούπη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!