«Πενήντα τρία χρόνια είχα να σε δω… τόσος καιρός πέρασε και δεν έχεις αλλάξει καθόλου,… ίδιος κι απαράλλαχτος έμεινες.»

«Εσύ άλλαξες,… άλλαξες κι απ’ έξω κι από μέσα» του είπε κουνώντας το κεφάλι του αργά πάνω κάτω θέλοντας να τονίσει τα λόγια του.

«Δεν άλλαξα εγώ, ο κόσμος γύρω μας άλλαξε» του είπε.

«Ο κόσμος αλλάζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, εσύ όμως φρόντισες να τον κάνεις χειρότερο παλιέ καλέ μου φίλε Χρήστο. Εσύ και όλο το σκυλολόι που έχεις γύρω σου»

«Κάποιος πρέπει να παίρνει τις αποφάσεις για όλους… Κι αυτό δεν είναι εύκολο… Ο καθένας έχει τις δικές του ανάγκες και δεν είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν όλοι… Έτσι είναι κι ας μην το καταλαβαίνεις Χάρη, έτσι είναι…»

«Χρήστο, θυμάσαι τότε που ήμασταν μικρά παιδιά; Τότε, στο νησί μας, που περιμέναμε κάθε καλοκαίρι να έρθει η Νάνσυ από την Αθήνα για να της κάνουμε τα γλυκά μάτια;» ρώτησε χωρίς να περιμένει την απάντηση και συνέχισε, «εσύ, εγώ κι ο συγχωρεμένος ο Νικολάκης που τον πήρε η κάτω βόλτα με την παλιαρρώστια... Τότε που μοιραζόμασταν και τη μπουκιά μας. Πως κατάντησες έτσι;… να γίνεις άνθρωπος της νύχτας χωρίς αισθήματα;»

«Τα αισθήματα είναι άχρηστα στη δουλειά μου, μόνο μπελάδες φέρνουν»

«Κι όταν έδωσες εντολή να σκοτώσουν το γιό μου; Ούτε τότε δε σκέφτηκες για μια στιγμή πως είναι γιος του ανθρώπου που μεγάλωσες μαζί του; Δε σου πέρασε καθόλου από το μυαλό αυτό;» του είπε κι έκανε να σηκωθεί από την καρέκλα αλλά το μετάνιωσε κι έμεινε ακίνητος με το πιστόλι στραμμένο προς το βρωμερό πάτωμα.

«Ο γιος σου έπαιξε κι έχασε. Κι έπρεπε να τιμωρηθεί. Αλλιώς θα μου σήκωναν όλοι το κεφάλι κι άντε να τους μαζέψω. Η τιμωρία είναι το καλύτερο υπνωτικό φάρμακο Χάρη, κακά τα ψέματα, κοιμίζει τα μυαλά όσων τα μάτια φοράνε παρωπίδες και δεν τολμούν να τα σηκώσουν από χάμω…»

«Πάψε!» έκανε προσπαθώντας να συγκρατήσει την ένταση της φωνής του, ήξερε πως τα πρωτοπαλλήκαρά του με το παραμικρό θα έμπαιναν μέσα και θα τον τελείωναν πριν προλάβει να αντιδράσει. Παρατήρησε πως ο παιδικός του φίλος δεν έμοιαζε να ανησυχεί, η ηρεμία του τον εξόργισε ακόμα περισσότερο. «Δε φοβάσαι; Κρατάω όπλο και σε σημαδεύω κι εσύ είσαι ήρεμος… Πως γίνεται αυτό;» ρώτησε σηκώνοντας το όπλο ψηλά.

Εκείνος γέλασε. «Στη δουλειά μου ένα πράγμα μόνο έχω μάθει, πως το αύριο είναι πολύ μακριά…»

 

Ο Χάρης τον σημάδεψε ανάμεσα στα μάτια. Μια σιωπή απλώθηκε μέσα στους τέσσερις ξεφτισμένους τοίχους εκείνου του άθλιου δωματίου που έμοιαζε με γραφείο. Ο Χρήστος κούνησε ελαφρώς το κεφάλι και κάρφωσε το βλέμμα του στα μάτια του ανθρώπου που είχε σκοπό να τον σκοτώσει. Η σιωπή που κράτησε πολύ έκανε τους ανθρώπους του απ’ έξω να ανησυχήσουν.

 

«Όλα εντάξει αφεντικό;» ακούστηκε μια βραχνή φωνή μαζί με δυο τρία χτυπήματα στην σαρακοφαγωμένη πόρτα.

«Εντάξει» φώναξε ο Χρήστος, «να μη μπει κανείς μέσα αν δεν το πω εγώ» συνέχισε με αυστηρή φωνή.

 

Η σιωπή απλώθηκε ξανά στο χώρο…

«Λοιπόν, δεν έχεις τα κότσια να με σκοτώσεις; Θα περιμένω πολύ;» του είπε με ύφος ειρωνικό χωρίς να πάρει τα μάτια από πάνω του.

«Σκότωσες το γιο μου και δε δίστασες ούτε μια στιγμή, λες να με ενδιαφέρει αν περιμένεις ή όχι; Το πράγμα θα τελειώσει όποτε θέλω εγώ…»

«Νομίζεις πως έχεις το πάνω χέρι επειδή κρατάς ένα όπλο; Έτσι νομίζεις φίλε μου;… Ξέρεις πόσες φορές με έχουν σημαδέψει; Μάλλον όχι! Μάθε λοιπόν πως αυτοί που με σημάδεψαν τώρα κάνουν παρέα με το γιόκα σου… Κι αν νομίζεις πως φοβάμαι κάνεις λάθος, ο φόβος έχει φύγει από μέσα μου εδώ και χρόνια…»

«Πάψε, δε θέλω να σε ακούω άλλο» του απάντησε ο Χάρης και πετάχτηκε από την καρέκλα του απότομα. Τον έπιασε από το γιακά με το αριστερό του χέρι κι έφερε το ψυχρό μέταλλο της κάνης με το άλλο του χέρι πάνω από το αριστερό του μάτι. «Τελείωσες» του είπε…

Ο Χρήστος έμεινε ατάραχος να τον κοιτάζει, χαμογέλασε αμυδρά λες κι ανακουφίστηκε από την αποφασιστικότητα του παλιού γνώριμού του.

 

Λίγες στιγμές αργότερα ο Χάρης κατέβασε το όπλο, το έβαλε μέσα στο σακάκι του και γύρισε προς την πόρτα.

«Πού πας;» του φώναξε ο Χρήστος.

«Φεύγω από εδώ, βρωμάει εδώ μέσα… Κι εσύ βρωμάς, δεν αντέχω άλλο τη μπόχα σου» του είπε κι έπιασε το ξεφλουδισμένο πόμολο.

«Στάσου» του φώναξε επιτακτικά εκείνος. «Αν ανοίξεις την πόρτα θα πεθάνεις… Έχω δώσει εντολή…» του είπε.

«Έχεις δώσει εντολή να σκοτώσουν κι εμένα;» γύρισε και του απάντησε.

«Όχι ακόμα, αλλά αν ανοίξεις την πόρτα θα δώσω» του είπε και ξέσπασε σε γέλια. «Δεν είσαι τίποτα άλλο παρά ένα αξιολύπητο ανθρωπάκι που δεν αξίζει να περπατάει πάνω στη γη… Άλλωστε Χάρη… χάρη θα σου κάνω, θα πας να συναντήσεις το γιόκα σου…» του είπε και συνέχισε να γελάει.

Ο Χάρης έβγαλε ξανά το όπλο από το σακάκι του. Τρεμόπαιξε το δάχτυλό του στη σκανδάλη για λίγο…

«Κανένας δε με έχει προσβάλλει κι έζησε μετά την προσβολή» του είπε ο Χρήστος. «Οπότε ή με σκοτώνεις και σε σκοτώνουν οι άλλοι απ’ έξω ή απλώς… σε σκοτώνουν οι άλλοι απ’ έξω.»

«Παλιο…» πήγε να τον βρίσει αλλά σάστισε γιατί ο Χρήστος σηκώθηκε όρθιος.

«Άντε, τι περιμένεις;» του είπε λες και ήθελε να τον ωθήσει στα άκρα, λες και ήθελε να πεθάνει εκείνη τη μέρα.

Ο Χάρης κοίταξε ολόγυρά του. Με μια απότομη κίνηση βρέθηκε στο παράθυρο που έβλεπε στον ακάλυπτο. Το άνοιξε απότομα κι εκείνο σχεδόν ξεκόλλησε από τη θέση του. «Δε θα σε λυτρώσω εγώ για ό,τι έχεις κάνει» του φώναξε από την έξω μεριά πια, «η συγχώρεση είναι καλύτερη από την τιμωρία, αυτό να το θυμάσαι» του είπε κι άρχισε να τρέχει μέσα στο σκοτάδι.

«Κάνεις λάθος» του φώναξε εκείνος χωρίς να τον βλέπει πια.

 

Δυσκολεύτηκε να κινηθεί μέσα στον στενό ακάλυπτο χώρο. Είδε μια σκάλα μπροστά του κι αποφάσισε να ανέβει. Μόλις πάτησε το πόδι του στο πρώτο σκαλοπάτι άκουσε έναν έντονο ήχο από τη μεριά του γραφείου του Χρήστου, έναν πυροβολισμό. Σάστισε αλλά κατάλαβε τι είχε γίνει. Σχεδόν αμέσως άκουσε εκείνη τη βραχνή φωνή να ουρλιάζει. «Πιάστε τον… εδώ κοντά είναι… τον έφαγε το Χρήστο…». Κοίταξε το φεγγάρι που έφεγγε στον ουρανό και του μίλησε.

«Θα με κυνηγήσουν… Δώσε φιλιά στο γιό μου… Κι αν γλυτώσω σου υπόσχομαι πως αύριο κιόλας παραιτούμαι από Δικαστής… δεν μπορώ άλλο πια να κοιτάζω τους ανθρώπους στα μάτια…»

 

του Κώστα Θερμογιάννη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!