Select Page

Η Μαριώ απ’ το χωριό!

Η Μαριώ απ’ το χωριό!

 

Woman_alone

(Το διήγημα αυτό είναι αληθινό. Περιγράφει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν οι κοπέλες, όταν παντρεύονταν, μέχρι που η Μαριώ αντέδασε και άλλαξε τον ρουν της σκληρής συμπεριφοράς όλων και έγινε παράδειγμα και για τις άλλες γυναίκες.)

 

Σήκωσε απότομα το πρόσωπό της και κοίταξε με πόνο τα χέρια της. Θεέ μου! πόσο έχουν σκεβρώσει απ’ τις πολλές δουλειές; συλλογίστηκε και δεν μπόρεσε να αποφύγει το δάκρυ να κυλήσει μέσα στο ψωμί που τόση ώρα γονατιστή ζύμωνε στη μεγάλη ξύλινη σκάφη.

Χρόνια τώρα έκανε κάθε μέρα την ίδια δουλειά. Ξύπναγε πουρνό, πουρνό και άρχιζε το ζύμωμα για να είναι έτοιμο το ψωμί για τη μεγάλη φαμίλια που είχε να θρέψει, προτού ξυπνήσουν όλοι και αρχίσουν να ζητάνε το φρέσκο ψωμί για να το βουτήξουν στο καυτό γίδινο γάλα και με λίγο αλατάκι μέσα.

Κουράστηκε πλέον! Κουράστηκε. Πολλές οι δουλειές. Ατελείωτες μέρα και νύχτα σχεδόν, μα κανείς από όλους που ήταν στο σπίτι δεν το καταλάβαινε αυτό, εκτός από τη μικρή της Σοφούλα. Άντρες οι άλλοι, με απαιτήσεις μόνο και φωνές και καλή κουβέντα δεν άκουγε. Γέρασε πρόωρα, αυτό το κορίτσι που πριν να παντρευτεί ήταν σαν τα κρύα τα νερά όμορφη και δροσερή. Τώρα το πρόσωπό της ρυτίδιασε και ας ήταν μόνο σαρανταπέντε χρονών, τα χέρια της ρόζιασαν και τα πόδια της πήραν εκείνο το στραβό σχήμα λες και κάποιο χέρι τα έπλασε έτσι.

Για πόσα χρόνια άραγε δούλευε και παιδευόταν στο σπίτι αυτό; Και η ίδια είχε ξεχάσει από πότε βρισκόταν εκεί.

Ήταν είκοσι χρόνια, ήταν τριάντα; Είχε ξεχάσει πια, αλλά ούτε και ήθελε να τα θυμάται. Κάθε φορά που ο νους της γύριζε στα παλιά έτρεχε και τον μάζευε και τον μάλωνε κιόλας που πήγαινε να της δημιουργήσει προβλήματα με τις θύμησες αυτές.

Μόνο καμιά φορά που τύχαινε να μην την τραβολογάει η τραχιά δουλειά, τότε κούρνιαζε κάπου και έφερνε στο μυαλό της την περασμένη της ζωή, όταν ήταν κορίτσι ακόμη, μέσα στην οικογένεια, όπου οι δουλειές ήταν περιορισμένες και μοιρασμένες σε όλους, ανάλογα με την ηλικία και την αντοχή που είχε ο καθένας.

Ήταν καλή η οικογένειά της. Δεν είχε πλούτη, ούτε χωράφια πολλά ούτε και ζώα που είχαν αξία μεγάλη, αλλά ο πατέρας τους τα έβγαζε πέρα μια χαρά. Δούλευε πολύ, δεν γύρναγε στους καφενέδες για να πίνει και να χαρτοπαίζει, αλλά μετά τη δουλειά μαζευόταν στο σπίτι του και κει με όλη την φαμίλια του μιλούσε και συμβούλευε και τους έλεγε και κανένα νέο που μάθαινε στην πλατέα του χωριού.

Ωραία ζωή! Ήρεμη και γεμάτη αγάπη. Το σπίτι πεντακάθαρο και οι αυλές φρεσκοσκουπισμένες πάντα, με λουλούδια λογής, λογής που τα βράδια σκόρπιζαν την ευωδιά τους σε όλη τη γειτονιά.

Το κηπάκι τους, αν και μικρό είχε μέσα ό,τι χρειαζόταν μια οικογένεια για το καθημερινό της φαί. Τίποτε δεν έλειπε, τίποτε δεν αγόραζαν και ούτε και ζητούσαν από κανέναν κάτι. Χρυσοχέρα η μάνα, έμαθε και στα παιδιά της την ίδια συμπεριφορά.

Α! όλο το χωριό είχε να λέει για τα κορίτσια της Τασιώς.

Καμάρωνε εκείνη, μα δεν το έλεγε πουθενά.

«Σεμνά και τυπικά» ήταν οι λέξεις που ακούγονταν από το στόμα της και τα τέσσερα κορίτσια τις τιμούσαν τις λέξεις αυτές. Δικαίωμα δεν έδωσαν ποτέ σε κανέναν και για τίποτε.

Αυτό ζήλεψε ο πρώτος στο χωριό με τα πολλά χωράφια και τα πολλά πράματα, κατσίκες και πρόβατα και γελάδια και στο σπίτι κουνέλια και κότες και παπιά.

«Καλό το τρανό κορίτσ’ του Νάσιου και τς’ Τασιώς» είπε ένα πρωί στη γυναίκα του.

«Τι λες και συ; Να κάνουμι μια προξενιά; Αυτοί φτωχοί, μα τίμιοι ανθρώποι είν’ και το κορίτσ’ αγνό και δουλευτάρκο. Λίγο θα τς πέσ’ να τς δώκουμι τον Κώστα;

Ε! για να λέμι και τη μαύρ’ την αλήθεια δεν είναι κι σαίν’ ο θκος μας. Λιγου του τραβάει’ προς τα πίσου, αλλά θα τουν φκιαξ’ αυτήν».

Και έτσι έγινε το προξενιό και η Μαριώ, σαν τα κρύα τα νερά όμορφη και λυγερή, φώναξε, αρνήθηκε, κλώτσησε, αλλά αποτέλεσμα δεν έβγαλε.

«Θα πας σε σπίτι πλούσιο Μαριώ’μ» της έλεγε η μάνα της. Θα ζήσεις καλά», αλλά η Μαριώ όλο και μαράζωνε, όλο και έκλαιγε μέχρι που ένα βράδυ την έπιασε ένα σύγκρυο και ο πυρετός ανέβηκε στα ύψη. Τη νύχτα παραμίλαγε στον ύπνο της.

«Δεν τον θέλω, δεν τον παίρνω, δεν θα παντρευτώ! Δεν θα τον πάρω αυτόν που το μυαλό του δεν ξέρει κατά πού τραβάει κι’ ας έχει όσα λεφτά θέλει. Τι να τον κάνω το χαζό; Πώς θα φτιάξω οικογένεια με κάποιον που δεν τον θέλω!»

Φώναξε ξαναφώναξε, έκλαψε πολύ κλεισμένη στη μικρή καμαρούλα μέχρι που τα μάτια της πρηστήκανε από το κλάμα, αλλά έμεινε εκεί! Ποιος την άκουσε;

Σαν έγιανε σε λίγες μέρες, έγιναν τα κλεισίματα, οι αρραβώνες δηλαδή και η Μαριώ ήταν σα να πενθούσε. Το γλέντι τρικούβερτο!

Ο πρώτος στο χωριό αρραβώνιαζε το γιο του. Έπαιζαν τα βιολιά και τα κλαρίνα όλη τη νύχτα ως την αυγούλα που βγήκε ο ήλιος θαμπός και αυτός λες και πονούσε για το κακό που έβρισκε το μορφοκόριτσο.

Μάτι δεν έριξε στο λεγάμενο η Μαριώ. Μάταια η μάνα της τής έκανε νοήματα πως πρέπει να αλλάξει συμπεριφορά. Η Μαριώ εκεί είχε χαθεί μέσα στις σκέψεις της για το τι την περίμενε από δω και πέρα. Σήκωσε τα μάτια της για λίγο και παρακάλεσε το Θεό να την απαλλάξει από το μαρτύριο αυτό που έβλεπε να έρχεται καταπάνω της.

Κοίταξε στα κρυφά το γαμπρό και τότε απελπίστηκε τελείως. Ένα χαζό περίπου ανθρωπάκι ήταν, χωρίς θέληση, χωρίς ψυχική δύναμη, έρμαιο των απαιτήσεων του πατέρα και της μάνας.

Για κάποια στιγμή σκέφτηκε πως θα ήταν καλύτερα να ανοίξει γρήγορα το παράθυρο και να πεταχτεί έξω. Έτσι θα γλύτωνε από τα βάσανα που την περίμεναν και από έναν άντρα που δεν είχε καμιά δύναμη μέσα του. Ποιος θα της παραστεκόταν, όταν θα είχε κάποια ανάγκη; Τα ερωτηματικά της δημιούργησαν χειρότερη κατάσταση και έτσι λίγο η κούραση λίγο το ξενύχτι και πιο πολύ ο θυμός και τα νεύρα και η Μαριώ σωριάστηκε καταγής.

Δεν βαριέσαι! Γρήγορα τη συνέφεραν και γρήγορα όρισαν και τις μέρες του γάμου.

Τρέλα της ήρθε! Μίλησε στις αδερφές της, παρακάλεσε να πουν κάτι και εκείνες, αλλά ο λόγος είχε δοθεί και δεν τον έπαιρναν πίσω. Ύστερα ο πατέρας σκεφτόταν και τα άλλα τρία κορίτσια, τι θα τα έκανε αν χαλούσε ο γάμος αυτός;

Και έγινε και ο γάμος με βιολιά και νταούλια και στήθηκαν στην πλατέα ψησταριές για πολλά σφαχτά και το γλέντι άναψε στο άψε σβήσε... και η Μαριώ έσβηνε και αυτή και χαρά δεν ένιωσε καμία.

Κατέβασε το κεφαλάκι της κάτω και πιο πολύ πενθούσε, παρά χαιρόταν το γάμο της.

Κοίταξε ξανά τα ζαρωμένα της τα χέρια, έπιασε το πρόσωπό της που είχε γεμίσει ζαρωματιές, το χάιδεψε λιγάκι και ξαναρίχτηκε στη δουλειά.

Και τότε θυμήθηκε και άλλα δυσάρεστα πράγματα και πόνεσε η ψυχή της. Θυμήθηκε την πεθερά της, σκληρή σα σκύλα, άκαρδη και άπονη, θυμήθηκε πως ήταν έγκυος στο πρώτο της παιδί και κείνη απαιτούσε να κοσκινίσει το στάρι για να φύγει η ίρα από μέσα, και να πάει κα στη βρύση να πλύνει τα ρούχα και να φουκαλίσει (να σκουπίσει) και ας ήταν με την κοιλιά στο στόμα, που λέμε.

«θεέ μου! πώς δεν τη σκότωσα; συλλογιζόταν αργότερα. Γιατί άφησα τον εαυτό μου έτσι ανυπεράσπιστο στα χέρια όλων αυτών των αχρείων; Γιατί δεν αντέδρασα, γιατί δεν τους παράτησα και να πάω, όπου με έβγαζε ο δρόμος με το παιδί μου το πρώτο μαζί;

Σκέφτηκε ξανασκέφτηκε, αλλά αποτέλεσμα δεν μπόρεσε να βγάλει.

Κοίταξε πάλι τα ζαρωμένα χέρια της, σήκωσε με κόπο το κορμί της προς τα πάνω και προσπάθησε να σκεφτεί πιο ψύχραιμα...

Καλά, τι λέω τώρα; Είμαι στα καλά μου ή μου σάλεψε το μυαλό; Πέντε κουτσούβελα καρτερούνε εμένα και γω σκέφτομαι τον εαυτό μου;

Μπα! σε καλό μου! Μάνα είμαι πώς το ξέχασα; Θα παλέψω, όσο μπορώ, και θα παλέψω για να δώσω στα παιδιά μου τη δύναμη να σκέφτονται και να πράττουν σωστά. Να ακούνε τη φωνή της καρδιάς τους και να μην παρασύρονται από τα πλούτη. Αυτό πρέπει να τους μάθω, αν θέλω να είμαι μάνα σωστή.

Αισθάνθηκε την ελπίδα να φουντώνει μέσα της, άκουσε τα κελαηδήματα των πουλιών, μύρισε τον αέρα που ερχόταν από τις ελατιές, πήρε στην αγκαλιά της παπαρούνες και ματζουράνες πορτοκαλιές. Ένας παράδεισος γεμάτος φεγγαραχτίδες κυρίευσε την καρδιά της, τη μεστωμένη από αγάπη και ελπίδα, ενθουσιασμό και δύναμη. Ένας ολόκληρος κόσμος στοιβάχτηκε μέσα της και κείνη ταξίδευε με μικρό καΐκι για την επιτυχία, για την αλλαγή στη ζωή της.

Το βράδυ τη βρήκε αλλιώτικη. Φώναζε η πεθερά της, μα εκείνη δεν άκουγε. Απαιτούσαν όλοι κάτι, μα εκείνη δεν άκουγε.

Βαριά σιωπή έπεσε στο σπίτι. Τα βλέμματα όλων στράφηκαν προς το μέρος της με ύφος βαρύ, ελεγκτικό.

Η σιωπή έσπασε από τη σκληρή και βίαιη φωνή της πεθεράς. «Δεν ‘μ’ λες ισύ που κάνς τη χαζιά, τι θελς από μας και δεν τρας να φερς στου τραπέζ’ ό,τι χρειαζούμαστι. Ποια ειν’ η δλια’ ς;»

Η Μαριώ την κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο γλύκα και της είπε. «Ως εδώ η περιφρόνηση για μένα. Δεν είμαι δούλα σας. Είμαι μάνα των εγγονών σας και πρέπει να με σέβεστε όπως σέβομαι και εγώ εσάς. Από τώρα και πέρα αλλάζουν τα πράγματα. Όλοι θα κάνουμε τις δουλειές που αναλογούν στον καθένα με αγάπη και σεβασμό, αν θέλετε να τα πάμε καλά, αλλιώς;... Δεν πρόλαβε να συνεχίσει και η φαρμακόγλωσση η πεθερά απάντησε.

«Κι τι θα κανς μαρή ισύ που δεν θαχς ούτι ψουμί να φας;»

«Θα δουλέψω αλλού και θα είμαι ήσυχη. Όμως για να πω και τον τελευταίο μου λόγο. Εγώ παρά τις δυσκολίες που βρήκα εδώ και παρά τις ταπεινώσεις που δέχτηκα σας αγαπώ και αν θέλετε να με αγαπάτε και να με σέβεστε και σεις θα μείνω εδώ. Αυτά σας λέω και σκεφτείτε τα».

Κύλησαν κάποια λεπτά της ώρας μέσα στην απόλυτη σιωπή. Σε όλους μια μυστική ύφανση γινόταν με τα δάχτυλα της ψυχής.

Και τότε έγινε το θαύμα! Σηκώθηκε η πεθερά και αγκάλιασε τρυφερά και με πόνο αυτή τη νύφη, που τόσο είχε τσαλαπατήσει για χρόνια πολλά.

«Σχώρα με Μαριώ, σχώρα με».

Της έκλεισε το στόμα. «Εντάξει από εδώ και πέρα όλα θα είναι καλά και η ευτυχία θα μπει στο σπίτι μας», είπε η Μαριώ και δάκρυσε!

Τα δάκρια της νίκης, ύστερα από έναν σκληρό και δύσκολο αγώνα και με μόνο όπλο τη δύναμη της ψυχής και την αγάπη!

Και έγινε η Μαριώ παράδειγμα και για άλλες γυναίκες στο χωριό, που ζούσαν την ίδια σκληρή ζωή με εκείνη!

Αγώνα θέλει η ζωή και δύναμη και αγάπη και ο καθένας τότε μπαίνει στη θέση που του αρμόζει.

 

 _

γράφει η Αλίκη Οικονόμου Γιωτάκου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!