Η πλεκτάνη

Δημοσίευση: 26.12.2023

Ετικέτες

Κατηγορία

Στα σκοτεινά και ανήλιαγα δικηγορικά γραφεία και στις δημόσιες υπηρεσίες υπηρετεί εδώ και τέσσερις δεκαετίες η Πηνελόπη. 

Την Πηνελόπη τη γνωρίζει από την καλή και από την ανάποδη, ο δικηγόρος Σωτήριος: την είχε υπερασπιστεί ενώπιον της έδρας, χωρίς να ευοδωθεί η παράσταση που έδωσε σε μιαν απέλπιδα προσπάθεια να τη γλυτώσει ή έστω να μειώσει την ποινή που επέβαλλαν οι δικαστές για το αδίκημα της δωροληψίας. 

Από τότε η Πηνελόπη πνέει μένεα κατά του Σωτηρίου, με το φτωχό της το μυαλό και αμετανόητη επιστρέφει στο ανήλιαγο δημόσιο γραφείο, και όλα μέλι-γάλα, μελιστάλαχτη με τους συναδέλφους της και με το κοινό · να μην κινήσει ξανά υποψίες.

Όμως η Πηνελόπη δεν ξεχνάει εύκολα, κι ας προσποιείται την προσηνή: ένα απόγευμα λίγο μετά τη λήξη του ωραρίου, βεβαιώθηκε πως τα γειτονικά γραφεία είχαν αδειάσει. Με μια απρόσκλητη κίνηση βγάζει από το κάτω συρτάρι τον κίτρινο φάκελο με τον αριθμό πρωτοκόλλου και τον κάνει χίλια κομμάτια από την κακία της για τον παραλήπτη: το υπηρεσιακό έγγραφο απευθυνόταν σε κάποια Μαρία, όμως είχε τη διεύθυνση του δικηγορικού γραφείου του Σωτήρη και αυτό ήταν αρκετό για την άτσαλη Πηνελόπη. 

(Αν ήταν άλλη στη θέση της Πηνελόπης θα είχε πιο ανέξοδη λύση για να μην φτάσει ποτέ στα χέρια της παραλήπτριας ο φάκελος, δηλαδή: τελευταίο δευτερόλεπτο στην υπηρεσία δεμάτων του ταχυδρομείου: «μην κλείσετε για Θεσσαλονίκη!». Να προλάβει να μπει το δέμα στην αποθήκη. Και θα το κατάφερνε έστω. Όμως στην θέση του αποστολέα υπήρχαν μόνο δυο αρχικά. Παραλήπτης ο τάδε, όμως έδωσε το κινητό της Μαρίας.

Τοιούτω τρόπω ναι μεν η Μαρία θα λάμβανε το μήνυμα στο κινητό της τηλέφωνο όμως δεν θα είχε ταυτότητα να παραλάβει το δέμα, αφού παραλήπτης ήταν ο άγνωστος τάδε. Ποτέ. Το τελευταίο δευτερόλεπτο αιωρείται το δέμα. Ήταν αργά να διορθώσει το λάθος: η αποθήκη έκλεισε.)

Όμως η ίδια η πραγματικότητα επέλεξε έναν πιο δύσκολο και περίπλοκο λαβύρινθο: ο κίτρινος φάκελος περιείχε τον διορισμό της Μαρίας ως νοσηλεύτριας. Και για να σβήσει τα ίχνη της η Πηνελόπη πήρε έναν άλλο κενό φάκελο και φεύγοντας τον άφησε στη γραμματεία στα εξερχόμενα: δήθεν ότι είχε γίνει λάθος. Μετά ξεδιαλεγμένη και καλή άρπαξε την κίτρινη τσάντα της, χαιρέτησε τον θυρωρό και έφυγε. 

Στα μισά της διαδρομής προς το τσιπουράδικο, θυμήθηκε κάτι που την έκανε να χτυπήσει το τακούνι της με πείσμα πάνω στο πλακόστρωτο: είχε ξεχάσει πως ο κενός φάκελος είχε τυπωμένο από πριν τον αριθμό πρωτοκόλλου, ο οποίος και θα πρόδιδε τον συγκεκριμένο υπάλληλο που είχε χρεωθεί τη διεκπεραίωση του εγγράφου περί διορισμού. Έκανε να γυρίσει πίσω: μάταια: τα βρήκε όλα κλειδωμένα και τον θυρωρό να λείπει. 

Η ευωδιά λιβανιού και καμένου κατακλύζει την πολυκατοικία: έχει γούστο να μην έσβησα καλά το αρωματικό κερί, λαχανιάζει η Εύα. Λίγα βήματα δειλά ακόμα προς την κουζίνα. Τα μάτια σβηστά και στη θέση τους. Προχωρά λίγο πιο μέσα: στις κρεβατοκάμαρες. Όλα τα ρούχα ριγμένα στο πάτωμα, μα ίχνη παραβίασης δεν υπάρχουν. 

Εκατό σκέψεις την κυρίευσαν: αυτοί που μπήκαν είχαν τις ίδιες φαντασιώσεις πιο πριν, όμως έκαναν και έργο: εκείνοι, επιστρέφοντας από το κοιμητήριο, όπου είχαν ανάψει όλα τα καντήλια, γυρνώντας με το αστικό λεωφορείο, γαντοφορεμένοι πιάνουν τις λαβές τον επιβατών. Στο κατόπι παραλαμβάνουν το φάκελο από την εταιρεία ταχυμεταφορών και πετούν στο δρόμο μάσκες και γάντια.

Παράλληλα, εκείνοι, οι απρόσκλητοι επισκέπτες, ωραίοι και ξεδιαλεγμένοι, διαλέγουν προσεκτικά τις οδούς που θα διαβούν, ζιγκ-ζαγκ, στον δαίδαλο της πόλης, για να καταλήξουν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Κάποιος ένοικος ξεκλείδωνε εκείνη τη στιγμή. Εκείνοι, παραμόνευσαν και πριν σφαλίσει οριστικά η εξώθυρα, ένα μαύρο παπούτσι που δεν ανήκει σε σώμα, σταματά την πορεία της πόρτας, και τη μαγκώνει, δίχως ήχο. 

Στην πορεία του ανελκυστήρα προς τα πάνω, στα μεσοδιαστήματα μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου ορόφου γράφει: 

«Να κληθεί ο τεχνικός ανελκυστήρων και να ανοιχτεί το ασανσέρ και να τραβηχτεί ο κίτρινος φάκελος  που έπεσε κατά λάθος μέσα στη σχισμή και κατέληξε κάτω, στο υπόγειο». 

Το μήνυμα προφανώς απευθύνεται στον καλόκαρδο θυρωρό, τον Ζήση. Πράγματι άνοιξαν το ασανσέρ και ο κίτρινος φάκελος επέστρεψε στα χέρια της ενδιαφερόμενης, της Μαρίας.

Εν τω μεταξύ, μια ατμόσφαιρα ασφυξίας και καπνού κυριεύει του ενοίκους: κάτι καίγεται, αλλά από ποιον όροφο;. Το λιβάνι μπερδεύεται στην όσφρησή τους και η αφή πρέπει να κάνει έργο καθώς οι λάμπες της κοινόχρηστης σκάλας είναι καμένες (πάλι απλήρωτα τα κοινόχρηστα και όλοι απλήρωτοι). 

Ψηλαφητά ανεβαίνουν σκαλί-σκαλί, ο ένας βαστώντας τον άλλο · γεροντικές επισκέψεις χωρίς πρόσκληση. «Πρόσεχε!», φωνάζει κάποια ένοικος, η οποία πρόβαλε από τον φεγγίτη του μπάνιου που βλέπει στο ισόγειο, κουμπώνοντας βιαστικά τη ρόμπα της και με τα μπικουτί στην άσπρη κόμη. «Βοήθεια! Κλέφτες!», ακούγεται από τον πάνω όροφο. 

Όμως εκείνοι, είχαν προλάβει να χωθούν στα σκοτάδια, στην πλαϊνή σιδερένια, στριφογυριστή σκάλα, που οδηγούσε στο αραχνιασμένο υπόγειο: στο εργαστήριο του Πέτρου. Εκεί που η Εύα συναντιέται όταν είναι χαρούμενη από τις παραστάσεις, με τον Πέτρο (όπως σήμερα ας πούμε, με τα λαμπερά φώτα, τους αστραφτερούς προβολείς, και την μπορντό βαριά κουρτίνα να κλείνει). 

Εκεί στο εργαστήριο κάτω από το κόκκινο φως της μοναδικής λάμπας, και με το φεγγάρι να ρίχνει τις ανταύγειες του μέσα από τον φεγγίτη, το ζευγάρι συχνά συζητά για παραστάσεις και για όνειρα στο φως. Όμως στο σκοτάδι, απόψε, εκείνοι, οι κάποιοι κάνουν τα όνειρα πράξη.

Προσπάθησαν να παραμερίσουν τις λεπτές μωβ κουρτίνες μήπως και ενισχύσουν τον ήχο τον βημάτων που θα φτάσουν στα αυτιά τους. Στον πάνω όροφο, την ίδια στιγμή, η Εύα άνοιγε τον κίτρινο μεγάλο φάκελο με χαρτοκόπτη, ο οποίος είχε παραπέσει πάνω στη βιασύνη τους, στη ρηχή, σκεπασμένη με σίδερα καταπακτή, μεταξύ του εργαστηρίου και της εξώθυρας της πολυκατοικίας. Εκείνη, από ένστικτο τον σήκωσε, σαν να της ανήκε- και ανέβηκε τρέχοντας την κύρια, επίσημη σκάλα. 

Περίεργο· το δωμάτιο ήταν αδειανό, όμως τα αποτυπώματα ακούγοντας ήδη γκαπ-γκουπ από το κάτω πάτωμα. Εκείνοι (μα πόσο μπορεί να αντέξει κανείς;) είχαν πετάξει το μισοσβησμένο τσιγάρο στο ξύλινο, ασταθές δάπεδο. Μα ποιος θα τολμούσε να αφήσει ίχνη φλόγας και βήξιμο;

Η Εύα κατέβηκε ξανά στην είσοδο, λαχανιάζοντας και αποκαμωμένη πια. Ανέβηκε, όρθωσε τη σιλουέτα της στο πεζούλι κολλητά στο φεγγίτη του σιδεράδικου και τόλμησε να ρίξει με το βλέμμα της φως προς τα μέσα. Κανείς μέσα. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή για να ξαναβεβαιωθεί: ο Πέτρος δεν ήταν μέσα και είχε κρεμάσει απ’ έξω στην ξύλινη πόρτα η οποία έβλεπε το πεζοδρόμιο από χαμηλά, το ξύλινο ταμπελάκι «επιστρέφω αμέσως». Είχε πεταχτεί να αγοράσει φάρμακα και δηλητήρια για τα ποντίκια.

Ανάμεσα στο πλήθος του κοινού που επευφημεί, διακρίνουμε τον Πέτρο, τον Σωτήρη, τον Ζήση τον θυρωρό, τον Μάριο και τη Μαρία. Αυτή που δεν διακρίνεται, αλλά υπάρχει και πλανιέται, είναι μια τρυφερή ύπαρξη, που κάποτε έμοιαζε της Πηνελόπης. Καλύπτεται πίσω από μαύρη πλερέζα και στέλνει φως, σαν προβολέας, προς τα πάνω θεωρεία, κατευθείαν πάνω στους επικίνδυνους εκείνους, οι οποίοι καρφώνουν ολόκληρη την πλατεία με το ίδιο κενό, άσπρο βλέμμα.

 

_

γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 24 – 25 Φεβρουαρίου 2024

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 24 – 25 Φεβρουαρίου 2024

Real News Καθημερινή Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων (Δεν στέλνουμε ανεπιθύμητη αλληλογραφία ενώ μπορείτε να διαγραφείτε με ένα κλικ και δεν θα...

Ο αστερισμός του Μικρού Δράκου

Ο αστερισμός του Μικρού Δράκου

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πριν ακόμα τελειώσουν τα μαθήματα στο σχολείο, ο Ιορδάνης ετοίμαζε με ανυπομονησία τα πράγματά του για να είναι έτοιμος για τις καλοκαιρινές διακοπές στο σπίτι του παππού του. Αν δεν ήταν ζαχαροπλάστης ο παππούς, σίγουρα θα ήταν ο...

Η μπλε μπερζέρα

Η μπλε μπερζέρα

Τα πήρε όλα. Δηλαδή, σχεδόν όλα. Τουλάχιστον έχω ακόμα κάπου να κάθομαι. Τούτη την πολυθρόνα που δεν τη χώνεψε ποτέ. Θυμάμαι τα μούτρα της όταν την πρωτοείδε. Πιο ξινά κι από το μπαλσάμικο που έπνιγε τα φαγητά της. Ήταν, λέει, μπλε. Πολύ μπλε σε σχέση με το υπόλοιπο...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Η μπλε μπερζέρα

Η μπλε μπερζέρα

Τα πήρε όλα. Δηλαδή, σχεδόν όλα. Τουλάχιστον έχω ακόμα κάπου να κάθομαι. Τούτη την πολυθρόνα που δεν τη χώνεψε ποτέ. Θυμάμαι τα μούτρα της όταν την πρωτοείδε. Πιο ξινά κι από το μπαλσάμικο που έπνιγε τα φαγητά της. Ήταν, λέει, μπλε. Πολύ μπλε σε σχέση με το υπόλοιπο...

Η πρώτη Πρωτοχρονιά

Η πρώτη Πρωτοχρονιά

Όταν άκουσα τη μητέρα σου να λέει στη δική μου, πως το είχες πάρει απόφαση να συνεχίσεις τις σπουδές σου στο εξωτερικό, αισθάνθηκα ένα μαχαίρι να καρφώνεται με δύναμη στα σωθικά μου. Σ΄έχανα… σ΄έχανα γι΄ακόμη μια φορά… μόνο που αυτή τη φορά δε θα ήταν μια ακόμη...

Στα μνήματα

Στα μνήματα

Βλέπω τον άνθρωπο να παραφυλάει στη γωνία, κρυμμένο μέσα σε μαύρο παλτό με σκούφο και δερμάτινο τρύπιο χαρτοφύλακα παραμάσχαλα.  Με χέρια που έτρεμαν ξετρύπωσα τα κλειδιά μέσα από την τσάντα προσπαθώντας να ξεκλειδώσω την εξώπορτα που οδηγεί στον τρίτο όροφο, με...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου