Απόψε έβρεξε…
Είχε τρεις μήνες να βρέξει,
ένα ολόκληρο καλοκαίρι,
και η φύση, σαν να βρίσκεται σε οργασμό,
αναδύει απ’ το χώμα της ένα άρωμα βρεγμένης λύτρωσης,
όπως ακριβώς το βρεγμένο πάνω στο σώμα σου ρούχο,
το άσπρο, κολλημένο στη σάρκα σου ρούχο,
που έκανε τα στήθη σου να φαντάζουν
σαν δύο ηφαίστεια έτοιμα να εκραγούν,
έτοιμα να δώσουν στη γεύση της γλώσσας μου το μέλι της ζωής,
που αργά απ’ το στόμα θα κυλάει στον οισοφάγο
κι έπειτα θα περνάει απ’ τις βαλβίδες της καρδιάς μαζί με το αίμα.
Και το αίμα θα γίνεται πιο συμπαγές
και θα κυλάει στις φλέβες μου το γλυκό αίμα,
το μέλι της ζωής.
Και κάθε κύτταρο θα αντιγράφει στο DNA του
την πληροφορία αυτής της γλυκιάς λύτρωσης.
Κι όταν με φιλάς στα χείλη, θα απορείς,
και το ξέρω, ακόμα απορείς:
— γιατί το φιλί μου να ‘ναι τόσο γλυκό;
Ενώ απ’ τη ζέστη του καλοκαιριού
κι απ’ τη φωτιά της αγάπης μου που θα σε καίει,
εσύ θα ιδρώνεις,
κι απ’ το μέτωπό σου θα κυλάει καυτός ο αλμυρός ιδρώτας,
και στην ένωση του πιο γλυκού φιλιού μας,
ο ιδρώτας σου θα παρεμβάλλει ανάμεσα στα χείλη μας την αλμύρα της θάλασσας,
κι έτσι, σαν δυο αντίρροπες δυνάμεις,
θα παλεύουμε να ισορροπήσουμε…
— Εσύ! Το φράγμα της αλμυρής θάλασσας,
έτοιμο να σπάσει και να με πνίξει,
ναυαγό στα βαθυγάλαζα νερά της.
— Κι εγώ! Η γλύκα της γύρης στα πόδια μιας μέλισσας,
που πρόκειται να γίνει μέλι,
και το κεντρί της, σαν φάρμακο, να κεντάει πάνω στο μέτωπό σου
το αρχικό γράμμα του ονόματός μου,
κι έτσι γλυκά να πεθαίνεις στην αγκαλιά μου.
Μα γιατί φοβάσαι αυτήν την πάλη, ψυχή μου;
Το ξέχασες κιόλας;
Απ’ τα στήθη σου προέρχεται το μέλι μου
κι απ’ τη φωτιά μου ο ιδρώτας σου…
— Θεέ μου, πώς είναι δυνατόν…
Απόψε έβρεξε…
Άραγε εκεί που είσαι τώρα βρέχει;
Κι αν έβρεξε,
θυμήθηκες όπως εγώ τις υγρές, άυπνες νύχτες μας;
Ακόμα βρέχει…
_
γράφει ο Σάββας Ντόμας








0 Σχόλια