tree_light

Κάποτε θα ξυπνήσουν
από ύπνο βαθύ και μακραίωνο,
όσοι γνώριζαν μα δεν αγρυπνούσαν,
όσοι αποκοιμήθηκαν στο απολιθωμένο δάσος,
πλάι στης ευμάρειας τ’ αγάλματα,
χοϊκοί αυτοεξόριστοι Αγάπης και Αρετής.
Το ηδονικό μεθύσι σκέπασε, σαν πέπλο σκοτεινό,
του σύμπαντος την αρμονία.
κι έσβησε σιγά - σιγά της αρετής το φως.
Ξεράθηκε η ζωή και χάθηκε η ελπίδα.

Τότε, αφού η απόλυτη νύχτα απλωθεί
δίχως φεγγάρι, χωρίς αστροφεγγιά,
θα επιστρέψουν οι χθόνιες Ερινύες
στις πύλες τις αρχέγονες.
Η τύψη θα ’ναι του χορού η κορυφαία
και θα χορεύει τραγικά μαζί με μια βαθιά ρυτίδα,
εκεί, που η ζωή με τα βαριά της βήματα περπάτησε,
κοντά σε μία μαραμένη τριανταφυλλιά.

Τότε θε να μιλήσουν τα νεκρά κρανία
κι απεγνωσμένα θα αποζητούν μια νέα αρχή,
δικαίωση, στων Ερινύων τη μετατροπή,
σαν του Ορέστη, την τύχη την καλή.
Αυτοί που νόμιζαν πως ζούσαν
κι ήτανε νεκροί,
όσοι πλανήθηκαν οικτρά,
όσοι θεώρησαν το θάνατο ζωή.

Τότε, προτού η σάλπιγγα ακουστεί,
μέσα στη μισοζώντανη καρδιά,
σπαράζει η απώλεια της Αγάπης τραγική,
Απεγνωσμένα τα κρανία θ’ αποζητήσουν την πύλη της ζωής,
σπίθα μέσα στις στάχτες , τη θαμμένη αρετή.
Και σαν η φωτοειδής Αγάπη αναφανεί,
αίφνης της νύχτας το σκοτάδι θα διαλυθεί
και μια καινή ζωή θ’ αναστηθεί!

 

_

γράφει η Μάρθα Δήμου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!