ship_b

Στεκόταν καιρό τώρα, εκεί, στη μαρίνα, να λικνίζεται παροπλισμένη, αφού ο καπετάνιος της δε ματαφάνηκε από τότε που τον πήραν, μετά το τελευταίο τους ταξίδι… Και οι δικοί του δεν την ξαναπλησίασαν και δεν της έδωσαν καμία σημασία. Μήπως εκείνη με τον καπετάνιο της δεν τους τάισε, δεν τους μεγάλωσε, δεν τους σπούδασε; Και τώρα;
Γύρω της έρχονταν κι έφευγαν διάφορα πλεούμενα που άστραφταν από καθαριότητα και λαμπύριζαν τα μεταλλικά τους εξαρτήματα. Κανείς δεν άκουγε τους αναστεναγμούς της, που χάνονταν πίσω από τις μηχανές που πηγαινοέρχονταν. Φωνές, τραγούδια, νέοι και μεσήλικες, ξένοι και δικοί, όλοι την προσπερνούσαν, χωρίς να της ρίχνουν ούτε ματιά. Ένιωθε να σαπίζει το σκαρί της και κανείς, μα κανείς δε νοιαζόταν.
-Να, αυτό σ’ αρέσει; Μην το βλέπεις έτσι. Θα φέρουμε μαστόρους, θα την βγάλουμε στο καρνάγιο, θα την φτιάξουμε και θα γίνει τ’ όνειρό σου πραγματικότητα.
Ήταν ένα ζευγάρι γύρω στα 60 τους και είχαν κοντοσταθεί μπροστά στην Ελπίδα, έτσι έγραφε στην πλώρη, αυτό ήταν το όνομα που της είχε δώσει ο δικό της καπετάνιος.
-Έχει και τ’ όνομά σου! Δε θα χρειαστεί να την ξαναβαφτίσουμε!
-Πιστεύεις πως θα μας φτάσουν τα λεφτά για να την σουλουπώσουμε;
-Και θα περισσέψουν!
-Μήπως…
-Διαλέγεις. Ή στο κονσερβοκούτι, όπως λες τα διαμερίσματα στις πολυκατοικίες ή την Ελπίδα. Θα έχεις όλη τη θάλασσα δική σου, χωρίς να μπορεί κανείς να σου κρύψει τον ήλιο ή την αντάρα.
-Ξέρεις τι θέλω, χρόνια τώρα, και ξέρω κι εγώ πόσο αγαπάς κι εσύ τη θάλασσα. Λες, τελικά, να τα καταφέρουμε;

Την επόμενη βδομάδα η Ελπίδα βρέθηκε στο καρνάγιο, με τους μαστόρους. Από κοντά και τα νέα της αφεντικά. Τη χτυπούν και τη χαϊδεύουν συνάμα, την καίνε με την πίσσα και τη βάφουν, διορθώνουν όλες τις ατέλειές της και τις τελευταίες μέρες του Μάη, να την να σειέται και να λυγιέται σαν κοκέτα γυναίκα και πάλι στα αγιασμένα της νερά, στην ίδια θέση, σιγοτραγουδώντας τώρα, παρέα με το κύμα.
Καλοδέχτηκε τα έπιπλα, τα ρούχα, τα στρωσίδια, τις νέες συσκευές, που άλλοτε ζήλευε τις γειτόνισσές της που είχαν, μα πιο πολύ αγκάλιασε τούτο το ζευγάρι, που τη στόλιζαν καθημερινά. Μέχρι γλάστρες και λουλούδια της έφεραν. Χρώματα, πολλά χρώματα κι άλλα τόσα αρώματα που μπερδεύονταν με την αλμύρα της θάλασσας και τις μυρωδιές από τις βαφές. Και το ραδιόφωνο που έπαιζε ασταμάτητα. Είχαν τόση αγάπη μεταξύ τους και τους περίσσευε και για κείνη. Πολλές φορές μιλούσαν σιγανά μεταξύ τους, άλλοτε γελούσαν δυνατά και με όλη τη δύναμη της ψυχής τους. Σπάνια άνοιγαν την τηλεόραση. Προτιμούσαν να περπατούν στην προβλήτα και μετά κάθονταν πότε στο μέσα σαλόνι και πότε έξω, με το ραδιόφωνο να παίζει συνέχεια. Διάβαζαν, διάβαζαν και οι δύο πολύ και έγραφαν. Ποτέ της δεν κατάλαβε τι δουλειά έκαναν, αλλά δεν την ένοιαζε. Κάθονταν κι αγνάντευαν τη θάλασσα, πιάνονταν από το χέρι κι ευχαριστούσε εκείνος εκείνη κι εκείνη εκείνον.
Ξαναζωντάνεψαν όλα γύρω της και καμάρωνε, γιατί τώρα πια όλοι σταματούσαν και τη θαύμαζαν. Να οι καλημέρες και οι καλησπέρες, να τα παιδιά να τρέχουν γύρω της, οι φωνές και τα γέλια, τα τραγούδια και οι συγκεντρώσεις των φίλων. Τι όμορφα που ήταν! Τι κι αν δεν τους είχε ακούσει να προγραμματίζουν κάποιο ταξίδι στ’ ανοιχτά του πελάγου, ούτε που την απασχολούσε. Της αρκούσε που δεν ήταν πια μόνη και που τόσο την αγαπούσαν και τη φρόντιζαν!

-

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!