Select Page

Η φωτογραφία

Η φωτογραφία

 

Στην τραπεζαρία των γονιών μου υπάρχει μία φωτογραφία της μητέρας μου που με παρακολουθεί από τα παιδικά μου χρόνια. Κοιτάζει απευθείας τον φακό και χαμογελάει. Τα μαλλιά της είναι ανακατωμένα και πίσω φαίνονται ο ουρανός, η γαλάζια θάλασσα και λευκά βράχια. Πρέπει να είναι τραβηγμένη μέσα σε μια βάρκα. Δεν είναι καλή φωτογραφία. Είναι στραβά καδραρισμένη και το φως του ήλιου θολώνει τη μισή εικόνα. Είναι όμως ευτυχισμένη φωτογραφία. Τόσο ευτυχισμένη που νοιώθεις ακόμα και την ευτυχία του πατέρα μου, πίσω από τον φακό.

Δεν υπάρχουν πολλές φωτογραφίες της μητέρας μου στο σπίτι. Είναι γεμάτο δικές μας, φίλων και συγγενών, αλλά οι δικές της δεν της αρέσουν ποτέ. Γι' αυτό ίσως είναι τόσο έντονη στις παιδικές μου αναμνήσεις. Κάθε φορά που τους ρωτούσαμε που είναι τραβηγμένη αυτή η φωτογραφία απαντούσαν θολά «στην Ελλάδα» και αντάλλασσαν ένα συνωμοτικό χαμόγελο.

Το μισούσα αυτό το χαμόγελο, αυτή τη συνωμοσία. Αυτό τον χώρο πριν από εμένα και την αδερφή μου, που ήταν μόνο δικός του. Άλλος χώρος, άλλος χρόνος. Μία κοινή ζωή που δεν μπορούσαμε να μοιραστούμε μαζί τους. Τους φανταζόμουν στην Ελλάδα, πάντα ευτυχισμένους, πάντα λουσμένους στο φως.

Η μητέρα μου ήταν ένας χαρούμενος άνθρωπος. Συχνά χαμογελούσε. Και υπήρχαν στιγμές που χαμογελούσε με το ίδιο χαμόγελο της φωτογραφίας. Λάτρευα αυτές τις στιγμές. Τις σκεφτόμουν μετά για μέρες, αν και δεν μπορούσα να αποκωδικοποιήσω τη σημασία τους. Ήταν κάποια κυριακάτικα πρωινά, που έξω χιόνιζε και εμείς τρώγαμε πρωινό για ώρες. Ήταν κάποια απογεύματα που γύριζε σπίτι από τη δουλειά και μας αγκάλιαζε. Όταν της έστειλε ο εκδότης την πρώτη έκδοση του βιβλίου της. Όταν η αδερφή μου φόρεσε για πρώτη φορά πουέντ. Όταν ο πατέρας μου έλεγε κάποια αστεία ιστορία. Δεν ήξερες πότε θα εμφανιστεί. Δεν ήξερες πώς να το προκαλέσεις. Και γι' αυτό πάντα μου προκαλούσε την ίδια έκπληξη και δεν ένιωθα πια τόσο μακρυά από τον κόσμο της φωτογραφίας.

Με τα χρόνια, κάναμε πολλά ταξίδια στην Ελλάδα. Γνωρίσαμε και εμείς αυτό το φως που χαλάει τις φωτογραφίες και το θαλασσινό νερό που ανακατεύει τα μαλλιά. Πάντα γυρίζαμε γεμάτοι, ευτυχισμένοι. Μάλιστα, όταν ήμασταν αρκετά μεγάλοι, οι γονείς μας μας πήγαν στο μαγικό νησί της φωτογραφίας. Ίσως και να ανεβήκαμε στην ίδια βάρκα, ποιος ξέρει. Ήμουν 9 και δεν νομίζω ότι από τότε έχω τραβήξει περισσότερες φωτογραφίες στη ζωή μου. Μάλλον πίστευα ότι στο ίδιο μέρος, θα τα κατάφερνα να επαναλάβω την ίδια στιγμή. Δεν τα κατάφερα. Αλλά ήταν ένα όμορφο καλοκαίρι.

Με τα χρόνια αποκωδικοποίησα και είδα την αλήθεια αυτής της φωτογραφίας, που τόσα χρόνια κοιτούσα στην τραπεζαρία των γονιών μου, ανάμεσα σε φωτογραφίες δικές μας, φίλων και συγγενών. Κάθε ευτυχισμένο κυριακάτικο οικογενειακό πρωινό ξεκινάει όταν ένα κορίτσι κοιτάζει έτσι ένα αγόρι, και του χαμογελάει με ανέμελα μαλλιά.

 

_

γράφει η Χριστίνα Κατσιαδάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος