Αθήνα, 30 Ιανουαρίου 2016 

Αγαπημένη μου φίλη,

Πολύ καιρό ήθελα να σου γράψω αυτό το γράμμα κι όλο το ανέβαλλα. Ξέρω πως δε σου αρέσουν τα πολλά λόγια κι αυτός είναι ο λόγος που απολαμβάνω τη συντροφιά σου. Τη σχέση μας τη χαρακτηρίζουν εκείνες οι φλύαρες σιωπές που έχουν τόσα να πουν, αλλά αρκούνται σε μια ματιά, σ’ ένα χαμόγελο, σ’ ένα άγγιγμα. Κάτι τέτοιες ώρες, θα ήθελα να ήμουν ποιήτρια. Μ’ ένα στίχο, με δυο λέξεις μοναχά να εκφράσω όσα αισθάνομαι για σένα, αλλά δεν είμαι. Νιώθω όμως την ανάγκη να σου γράψω και θα το κάνω με λόγια απλά, όπως αυτά βγαίνουν μέσα από την καρδιά μου.

Θ’ αρχίσω μ’ ένα ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ για τις στιγμές που είσαι κοντά μου, για κείνες τις ώρες που στέκεσαι δίπλα μου κι ανοίγεις μια αγκαλιά τόσο μεγάλη και ζεστή, που εκεί μέσα νιώθω να ακουμπάω όλα τα βάρη του κόσμου.

Σου έχω πει πως σε θαυμάζω; Είσαι όμορφη μέσα στην απλότητά σου και το ξέρεις. Δε χρειάζεσαι περιττά στολίδια και φτιασιδώματα για να μαγέψεις κάποιον. Είσαι γυναίκα και κοκέτα, ποτέ όμως δεν άφησες τη βροχή που σου έβρεξε το φόρεμα, τη λάσπη που σου λέρωσε τα γοβάκια ή τον ήλιο που άφησε το σημάδι του πάνω στην ιδρωμένη σου μπλούζα να σου χαλάσουν τη διάθεση. Πάντα γελάς μ’ ένα γέλιο γάργαρο, που παρασύρει όποιον βρίσκεται κοντά σου.

Όταν κάποτε σου είπα πως λατρεύω τα αρώματά σου και πως όσο κι αν έψαξα στα πιο ακριβά κι επώνυμα μπουκάλια δε βρήκα όμοιά τους, εσύ πήρες σταγόνες και τις έκλεισες στη χούφτα μου, μα γρήγορα ξεθύμαναν μακριά σου.

Σε αγαπώ γιατί μαζί σου ξαναβρίσκω εκείνο το παιδί που κρύβεται απ’ τα «πρέπει». Μου επιτρέπεις να δανείζομαι χρώματα από την παλέτα σου για να ζωγραφίζω στον καμβά μου, ακόμη κι όταν επιμένω να βάφω μπλε τα δέντρα και πράσινο τον ουρανό. Μ’ αφήνεις να παίζω με τις νότες σου, χωρίς να φοβάσαι πως τα φάλτσα μου θα χαλάσουν τη δική σου μελωδία. Μαζί σου είμαι ο εαυτός μου, γιατί στη σχέση μας δε χωράνε ανταγωνισμοί και συγκρίσεις.

Μη νομίσεις όμως πως θέλω να είμαι κοντά σου μόνο όταν είσαι χαρούμενη σαν την ηλιόλουστη μέρα. Το αντίθετο! Μου αρέσει η παρέα σου, ακόμη κι όταν είσαι σκυθρωπή, θυμωμένη και λυπημένη. Όταν σύννεφα μουντά μαζεύονται από πάνω σου κι οι καταιγίδες σε χτυπούν ανελέητα, όταν οι αέρηδες σου ανακατεύουν τα μαλλιά και μοιάζεις σαν αλλοπαρμένη, όταν ο ήλιος σου αφυδατώνει το κορμί, τότε σε θαυμάζω πιο πολύ, γιατί πίσω από την ηρεμία σου ανακαλύπτω τη δύναμή σου.

Πρόσφατα ντύθηκες νυφούλα. Με κάλεσες κοντά σου κι έτρεξα. Σε είδα μέσα στο λευκό σου νυφικό που το ’ραψες μονάχη χωρίς πέρλες και δαντέλες και θαμπώθηκα. Μόνο στο Βοριά επέτρεψες να στολίσει τις λευκές σου μπούκλες με κρύσταλλα αστραφτερά. Χάρηκα με τη χαρά σου. Κι αν στην αρχή επέλεξα να μη σε προσφωνήσω με το όνομά σου- Φύση, αλήθεια πόσο όμορφο είναι, γεμάτο από χρώματα, μυρωδιές και ήχους- το έκανα γιατί για μένα είσαι η φίλη που αγαπώ και θαυμάζω.

Μάλλον έγραψα πολλά, πώς παρασύρθηκα έτσι; Για σένα θα μπορούσα να γράφω με τις ώρες αλλά προτιμώ να κλείσω αυτό το γράμμα, γράφοντας κάτι τελευταίο. Την υπόσχεση που σου έδωσα κάποτε, πως μια μέρα θα ζήσω κοντά σου, να ξέρεις πως δεν την ξεχνώ. Μέχρι τότε, θα συναντιόμαστε κλεφτά στο λεπτό άρωμα της γαζίας στην άκρη του πεζοδρομίου, στον ήχο της βροχής πάνω στο τζάμι μου, στις λιγοστές χελιδονοφωλιές κάτω απ’ τις τσιμεντένιες στέγες που προσμένουν την άνοιξη. 

Ανυπομονώ να σε δω
Χριστίνα

 Υ.Γ: Τούτο το γράμμα θα το αφήσω να το πάρει ο αέρας. Να ταξιδέψει πάνω από βουνά και θάλασσες, πεδιάδες και ποτάμια. Κι αν με ρωτήσεις το γιατί , θα σου πω πώς το «ευχαριστώ» και το «σ’ αγαπώ», καλό είναι να λέγονται δυνατά και να προσφέρονται γενναιόδωρα σε όποιον το αξίζει.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!