Η Αργυρούλα πήγαινε νυχτερινό. Την ημέρα έπλενε σκάλες, τα πόδια των γειτόνων που την αποστρέφονταν συστηματικά αφότου είχε πεθάνει η μητέρα της, που έπλενε σκάλες και αυτή.
Όμως αυτό δεν την εμπόδιζε να κάνει σωστά και τίμια τη δουλειά της και να φεύγει για το υπόγειο δωματιάκι της, ευγνωμονώντας για το ένα πιάτο ζεστό φαγητό και για την πενιχρή της είσπραξη που της επέτρεπε να συνεχίζει τις σπουδές τις με στόχο να γίνει νοσηλεύτρια. Μία μέρα λοιπόν, Σάββατο του Λαζάρου ήταν, αγόρασε δυο κόκκινα γαρύφαλλα με σκοπό να στολίσει το μνήμα της μητέρας της, αφότου θα σχόλαγε. Χτυπάει το παραθυράκι του θυρωρού· τίποτε. Έβαλε τις φωνές στα ανοιχτά μπαλκόνια-πάνω, να της ανοίξουν· μάταια.
Η πόρτα της πολυκατοικίας θα είναι κλειστή για αυτήν πλέον, όπως της φώναξε χαιρέκακα η κυρία Μαρία του πρώτου ορόφου με τα ζωντανά λουλούδια και τη νεκρή καρδιά. Στο εξής λοιπόν όλοι τής γύρισαν την πλάτη, αφήνοντάς την μονάχη να τα βγάλει πέρα. Λόγος; Κανένας. Παρά μόνο κάτι συκοφαντικοί ψίθυροι ότι η Αργυρούλα αλήτευε και περπατούσε τα βράδια στις γειτονιές. Η ευκαιρία είχε δοθεί όμως. Άνοιξε τα μάτια προς τον συννεφιασμένο ουρανό. Ήταν έτοιμος να κλάψει, όπως και αυτή. Λίγο ακόμη, φώναξε δυνατά, σε λίγες μέρες έρχεται η Ανάσταση.
Απόθεσε στα μνήμα τα λουλούδια μα δάκρυα δεν έβγαζαν τα μάτια της· μόνο κάτι φωνές από μέσα της, σαν ουρλιαχτό μοναχικού λύκου από την κορυφή ενός δάσους. Την Αργυρούλα σταύρωσε η πεθαμένη μάνα της. Κάποια λευκά περιστέρια φτερούγισαν πάνω από το μνήμα προς τον ουρανό και μια άσπρη γάτα ήρθε και τη χάιδεψε στα πόδια. Δες, μονολόγησε, οι ψυχές ζουν ακόμα. Και ένα ελαφρό ανοιξιάτικο αεράκι την τύλιξε. Βροχή ερχόταν.
Κάπως ξαλαφρωμένο το κορίτσι πήρε το δρόμο πίσω, με τα πόδια. Ένα κάπως παραμελημένο παρεκκλήσιο ξεπρόβαλε στη γωνία του δρόμου, το οποίο φαινόταν να μην έχει κόσμο. Παράξενο αλλά ήταν στολισμένο με βάγια. Στην αρχή φαινόταν κλειδωμένη η πόρτα, αλλά η Αργυρούλα κατάφερε να ξεκλειδώσει και παραμέρισε για να εισέλθει να προσκυνήσει. Ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Αντώνιο.
Κλείδωσε την πόρτα από μέσα, βρήκε σπίρτα, φυτιλάκια και λάδι να ανάψει τα καντήλια, αφού κανείς δεν το έκανε γι’ αυτήν. Για ώρα πολλή έπεσε μπροστά στα εικονίσματα να κλαίει γοερά μέσα στην απελπισία της. Τώρα ήταν η Αργυρούλα που έβγαλε μια σπαραχτική φωνή από μέσα της, να την ακούσουν οι Άγιοι και η Παναγία, να βρεθεί ένας άνθρωπος, ζωντανός ή νεκρός, να τη συντρέξει. Από το χρώμα που έμπαινε από τους φεγγίτες, κατάλαβε πως ο ήλιος πήρε να δύει. Έκανε για τελευταία φορά το σταυρό της και σηκώθηκε.
Έκλεισε απαλά την πόρτα πίσω της ώστε να φαίνεται κλειδωμένη, όπως την είχε βρει. Είχε ξαλαφρώσει κάπως. Έσιαξε τη μαύρη λινή φούστα της και τα μαύρα μακριά μαλλιά της και πήρε να κατηφορίζει προς τον Λευκό Πύργο, να δει τον ήλιο να βουτάει στον Θερμαϊκό και τα αναμμένα καραβάκια να σαλπάρουν, μέσα σε ένα πλήθος άγνωστου κόσμου, για τον οποίο αυτή ήταν η γνωστή. Η Αργυρούλα του μηδενός.
Στον δρόμο για τη στάση του λεωφορείου βρήκε στο πλάι του πεζοδρομίου έναν καλοντυμένο άνθρωπο να παίζει μαντολίνο με ανοιχτό το βελουδένιο του καπέλο μπροστά της. Μηχανικά άνοιξε τη χούφτα της και έριξε το τελευταίο χαρτονόμισμα που της είχε μείνει. Δεν ήταν σίγουρη, μα αυτός ο άνθρωπος έμοιαζε του πατέρα της.
Από κει κι έπειτα χάνονται τα ίχνη της Αργυρούλας. Μεγάλη Δευτέρα γράφουν οι εφημερίδες για κάποια κοπέλα που έπεσε στον Θερμαϊκό και την εντόπισαν νεκρή τα σκάφη του λιμενικού, ξεβρασμένη στην προβλήτα με τα ψαροκάικα. Κάποιοι είπαν ότι η Αργυρούλα δεν άντεξε και πήγε να συναντήσει τη μητέρα της.
Σήμερα, πολλοί Θεσσαλονικείς συζητούν ότι κάθε απόγευμα βλέπουν μια όμορφη κυρία, που κάποτε έμοιαζε της Αργυρούλας, να κάνει περήφανα τη βόλτα της στην παλιά παραλία σέρνοντας το καροτσάκι στο πλευρό ενός κυρίου που είναι ο σύζυγός της. Οι περαστικοί σκέπτονται: κάποια άλλη θα ‘τανε…
Η Αργυρούλα αφήνει για μια στιγμή το καροτσάκι στα έμπιστα χέρια του ανδρός της και τρέχει να χαιρετήσει έναν άνθρωπο που κάθεται σε ένα παγκάκι και παίζει μαντολίνο. Ήταν εκείνος που της είχε δώσει την ελπίδα μέσα στην αγριάδα του κόσμου, που την τύλιγε τρία χρόνια πριν. Και που την είχε ακολουθήσει, σαν πατέρας στη μετέπειτα ζωή της. Ήταν από εκείνους τους ιδιόρρυθμους κυρίους που παίζουν μουσική για το γούστο τους και που το καπέλο του ήταν το πρόσχημα.
Μεγάλη Πέμπτη, ημιαργία για πολλούς, μα στο νοσοκομείο όλοι μιλούν για τη φιλόστοργη νοσηλεύτρια της εντατικής η οποία προσφέρει παρηγορητικά τις υπηρεσίες της στους ασθενείς που προετοιμάζονται για τον θάνατο. Μπορεί να το κάνει. Ένα λευκό πουλί κάθεται στο περβάζι του παραθύρου. Ξαφνικά φτερουγίζει και πετάει προς τα ουράνια. Παράξενο, αλλά δε νοιώθει λύπη. Όχι από υστεροβουλία όμως, αλλά γιατί γνωρίζει ότι στην απέναντι πτέρυγα ένα μωρό γεννιέται. Όχι ακόμα το δικό της αλλά μιας άλλης κοπέλας ίσως. Ακούγονται τα κλάματά του. Ασυναίσθητα η Αργυρούλα βάζει το χέρι της στην κοιλιά της. Έχει ακόμη εφτά μήνες να περιμένει.
_
γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου








0 Σχόλια