Select Page

Κική Δημουλά, Σημεῖο Ἀναγνωρίσεως

Κική Δημουλά, Σημεῖο Ἀναγνωρίσεως
ἄγαλμα γυναίκας μέ δεμένα χέρια
 
Ὅλοι σέ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,
ἐγώ σέ πρσφωνῶ γυναίκα κατευθείαν.
Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Ἀπό μακριά ἐξαπατᾶς.
Θαρρεῖ κανείς πώς ἔχεις ἐλαφρά ἀνακαθήσει
νά θυμηθεῖς ἕνα ὡραῖο ὄνειρο πού εἶδες,
πώς παίρνεις φόρα νά τό ζήσεις.
Ἀπό κοντά ξεκαθαρίζει τό ὄνειρο:
δεμένα εἶναι πισθάγκωνα τά χέρια σου
μ' ἕνα σκοινί μαρμάρινο
κι ἡ στάση σου εἶναι ἡ θέλησή σου
κάτι νά σέ βοηθήσει νά ξεφύγεις
τήν ἀγωνία τοῦ αἰχμάλωτου.
Ἔτσι σέ παραγγείλανε στό γλύπτη:
αἰχμάλωτη.
Δέν μπορεῖς
οὔτε μιά βροχή νά ζυγίσεις στό χέρι σου,
οὔτε μιά ἐλαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα εἶναι τά χέρια σου.
Καί δέν εἶν' τό μάρμαρο μόνο ὁ Ἄργος.
Ἄν κάτι πήγαινε ν' ἀλλάξει
στήν πορεία τῶν μαρμάρων,
ἄν ἄρχιζαν τ' ἀγάλματα ἀγῶνες
γιά ἐλευθερίες καί ἰσότητες,
ὅπως οἱ δοῦλοι,
οἱ νεκροί
καί τό αἴσθημά μας,
ἐσύ θά πορευόσουνα
μές στήν κοσμογονία τῶν μαρμάρων
μέ δεμένα πάλι τά χέρια, αἰχμάλωτη.
 
Ὅλοι σέ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,
ἐγώ σέ λέω γυναίκα ἀμέσως.
Ὄχι γιατί γυναίκα σέ παρέδωσε
στό μάρμαρο ὁ γλύπτη
κι ὑπόσχονται οἱ γοφοί σου
εὐγονία ἀγαλμάτων,
καλή σοδειά ἀκινησίας.
Γιά τά δεμένα χέρια σου, πού ἔχεις
ὅσους πολλούς αἰῶνες σέ γνωρίζω,

σέ λέω γυναίκα.

 

 

Σέ λέω γυναίκα

γιατ' εἶσ’ αἰχμάλωτη.

Το ποίημα αποτελεί μια απόπειρα να καταδειχθεί πώς προσλαμβάνεται από το κοινό ένα έργο τέχνης. Πέρα όμως από τον αντικειμενικό συμβολισμό του έργου, σ’ ένα συνυποδηλωτικό επίπεδο η ερμηνεία του εναπόκειται στα βιώματα και τις σκέψεις του αποδέκτη. Έτσι για τη Δημουλά το ποίημα αποτελεί ένα σχόλιο για την κοινωνική θέση της γυναίκας ανά τους αιώνες, γίνεται το σύμβολο της γυναικείας καταπίεσης.

Το ποίημα, λοιπόν, συμβάλλει στο διάλογο γύρω από την πρόσληψη του έργου τέχνης. Η ποιήτρια παρουσιάζεται να ερμηνεύει και να νιώθει ένα γλυπτό με έναν τρόπο αρκετά προσωπικό και πρωτότυπο, που μάλλον δε θα ήταν μέσα στις προθέσεις του γλύπτη. 

Το βασικό περιεχόμενο του ποιήματος είναι η γυναικεία αιχμαλωσία. Ένα εθνικιστικό σύμβολο (το άγαλμα της Βορείου Ηπείρου) στη Δημουλά μετασχηματίζεται σε κραυγή αγωνίας κοινωνικής χειραφέτησης της γυναίκας. Η αιώνια γυναικεία αιχμαλωσία είναι τόσο ισχυρός «θεσμός» ώστε κι αν ακόμα απελευθερώνονταν τα αγάλματα από το μάρμαρο πράγμα αδύνατο θα εξακολουθούσε να υπάρχει. 

Όλο το ποίημα συνιστά μια έντονα καταφατική διαπίστωση, ακόμα και στα σημεία όπου τοποθετείται μια υποθετική επανάσταση. Ο τόνος αυτός παραπέμπει στον μετέπειτα γνωμικό τόνο της Δημουλά, όχι απόλυτα παγιωμένο ακόμη στο εν λόγω ποίημα. Αυτό που αναγνωρίζεται, ωστόσο, είναι η αφηγηματική ροή και η επιτυχής σκηνοθεσία με εκκίνηση από συγκεκριμένο στοιχείο (εδώ το άγαλμα στο πάρκο αλλού και συχνότερα μια φωτογραφία κλπ).   

Το ποίημα ανήκει στη συλλογή «Το λίγο του κόσμου» που δημοσιεύτηκε το 1971 (τιμήθηκε με το β’ κρατικό βραβείο ποίησης). Με τη συλλογή αυτή καθιερώνονται ως βασικά σχήματα η μεταφορά, η μετωνυμία και οι ανατροπές της συντακτικής δομής δηλαδή η απομάκρυνση από τη συμβατική γλώσσα, πυκνώνει η τολμηρή χρήση των επιθέτων, η ουσιαστικοποίησή τους και το αντίστροφο, εγκαθιδρύεται ο μελαγχολικός τόνος ως μόνιμο υπόβαθρο της ψυχικής διάθεσης, συχνά προερχόμενος από την άγονη καθημερινότητα, συνεχίζεται η πικρά ειρωνική έως και (αυτό)σαρκαστική οπτική  που διαποτίζει κάθε στοχασμό.

Μορφολογικά η Δημουλά συνεχίζει τη φόρμα των σχετικά σύντομων στίχων αν και δοκιμάζει και πολυσύλλαβους στίχους. Τέλος, διατηρούνται τα σημεία στίξης που αργότερα θα περιοριστούν. Το λίγο του κόσμου αποτελεί επομένως σημείο αιχμής για την ποιητική πορεία της Δημουλά.

Ο τίτλος του ποιήματος είναι ασαφής και …ομιχλώδης χωρίς την επεξηγηματική φράση που ακολουθεί (άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια). Ο τίτλος είναι συνήθης στο έργο της Δημουλά. Γενικότητα δύο ουσιαστικών εκ των οποίων το ένα σε γενική, όλα άναρθρα όπως συνηθίζει η ποιήτρια. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι παραπέμπει στις αναγνωρίσεις των δημοτικών τραγουδιών που ανάγονται με τη σειρά τους στην αρχαία ποίηση, αναγνωρίσεις που γίνονται με τη χρήση «σημείων», σημαδιών. Έπεται ένας υπότιτλος που προσδιορίζει και τρόπον τινά υποψιάζει για το θέμα.

Η ποιήτρια παρουσιάζεται να ερμηνεύει και να νιώθει ένα γλυπτό με έναν τρόπο αρκετά προσωπικό και πρωτότυπο, που μάλλον δε θα ήταν μέσα στις προθέσεις του γλύπτη. Ενισχύεται έτσι η άποψη που θέλει το έργο τέχνης να έχει μια αυτόνομη ζωή από τη στιγμή που φεύγει από τα χέρια του δημιουργού, να δέχεται αναγνώσεις και ερμηνείες προσωπικές, βιωματικές και επομένως πολύ διαφορετικές από άτομο σε άτομο, να λέει διαφορετικά πράγματα σε κάθε πρόσωπο, τόσο διαφορετικά που θα ήταν αδύνατο να τα έχει καν προβλέψει ο δημιουργός. Αυτή η πολυσημία είναι, πάντα κατά την ίδια άποψη, μια από τις μαγικές ιδιότητες της τέχνης, διότι η τελευταία μπορεί μέσα από ένα έργο να πει πράγματα πολύ περισσότερα κι ωστόσο αυθεντικά από ό,τι προτίθεται να εκφράσει ο καλλιτέχνης μέσα από το συγκεκριμένο έργο.

Η Δημουλά εστιάζει συνήθως την προσοχή της σε «αντικειμενικά ασήμαντα» αντικείμενα και γεγονότα, από τα οποία αφορμάται και τα μετασχηματίζει σε σύμβολα της ζωής και της μοίρας. Το ίδιο κάνει κι εδώ: ένα άγαλμα που παριστάνει μια γυναικεία μορφή κάποιοι προσέξουν ότι παριστάνεται δεμένη και που στολίζει κάποιο πάρκο, μετασχηματίζεται από την ποιητική ματιά της Δημουλά σε τραγικό σύμβολο της γυναικείας μοίρας.

Με άλλα λόγια, ένα από τα πολλά γλυπτά που κοσμούν αστικούς χώρους καμιά πρόθεση να αποτελέσει το επίκεντρο της προσοχής και της αισθητικής συγκίνησης γίνεται για την ποιήτρια μια εμπειρία περίπου συγκλονιστική, εμπνέει ένα ποίημα γεμάτο πικρία για τη γυναικεία μοίρα ανά τους αιώνες. Όπως άλλωστε το συνηθίζει η ποιήτρια αναδεικνύει το σκηνικό ενός αστικού χώρου: ένα άγαλμα που κοσμεί ένα πάρκο, ένας χώρος εντελώς ρεαλιστικός, που αποτελεί μια ποιητική αφετηρία προς το εσωτερικό, προς το φανταστικό, προς το φιλοσοφικό.

Πρόκειται για το άγαλμα του γλύπτη Κ. Σεφερλή, που βρίσκεται στην πλατεία Τοσίτσα στην Αθήνα και απεικονίζει τη Β. Ήπειρο ως γυναίκα αλυσοδεμένη, παραπέμποντας στα μαρτύρια που έχουν υποστεί οι κάτοικοί της. Για την ποιήτρια όμως αποτελεί μόνο το εξωτερικό ερέθισμα στο οποίο, προσπερνώντας τον ιστορικό-εθνικό-πατριωτικό του συμβολισμό, δίνει κοινωνικές προεκτάσεις, που εκφράζουν την κυρίαρχη ιδεολογία αναφορικά με τη θέση της γυναίκας. Έτσι τα δεμένα χέρια είναι το σημείο αναγνωρίσεως της γυναικείας αιχμαλωσίας.

Έχει επισημανθεί ότι τα ποιήματα της Κικής Δημουλά αναπτύσσονται διαλεκτικά, με αφετηρία το συγκεκριμένο και υλικό και με κατάληξη το αφηρημένο και εσωτερικό. Αυτό συμβαίνει και εδώ: αφετηρία είναι το άγαλμα, ένα απτό και συγκεκριμένο ερέθισμα, με πολύ συγκεκριμένη μάλιστα μορφή• η κατάληξη όμως του ποιήματος είναι κάτι πολύ πιο εσωτερικό, είναι το συναίσθημα που δοκιμάζει αυτή η γυναικεία μορφή που η ποιήτρια την αντιμετωπίζει σαν ζώσα μορφή καθώς και τα σημαινόμενα αυτής της αιχμάλωτης ύπαρξης, σημαινόμενα μάλιστα που είναι σε μεγάλο βαθμό υποκειμενικά. Διότι είναι μεν αντικειμενικό το τι συμβολίζει μια δεμένη πισθάγκωνα μορφή, αλλά είναι σίγουρα υποκειμενική και προσωπική η ανάγνωσή της από την ποιήτρια, η οποία τόσο πολύ ταυτίζει τη γυναικεία μοίρα με την αιχμαλωσία ώστε αναγνωρίζει τη γυναίκα στην ίδια την αιχμαλωσία (Σέ λέω γυναίκα / γιατί εἷσ' αἰχμάλωτη), θεωρεί την αιχμαλωσία σημείο αναγνωρίσεως της γυναικείας ταυτότητας.

Το βασικό περιεχόμενο του ποιήματος είναι η γυναικεία αιχμαλωσία. Ένα εθνικιστικό σύμβολο (το άγαλμα της Βορείου Ηπείρου) στη Δημουλά μετασχηματίζεται σε κραυγή αγωνίας κοινωνικής χειραφέτησης της γυναίκας. Η αιώνια γυναικεία αιχμαλωσία είναι τόσο ισχυρός «θεσμός» ώστε κι αν ακόμα απελευθερώνονταν τα αγάλματα από το μάρμαρο πράγμα αδύνατο θα εξακολουθούσε να υπάρχει. Η γυναικεία αιχμαλωσία παρουσιάζεται εδώ ως ισχυρότερη από αυτήν που επιβάλλει το μάρμαρο στις μορφές των αγαλμάτων, τα δεσμά της γυναίκας πιο ισχυρά από τις ιστορικές και φυσικές δεσμεύσεις, αυτές που στερούν από τους δούλους την ελευθερία, από τους νεκρούς την αθανασία και από το αίσθημά μας τη γαλήνη. Αυτή η αιχμαλωσία γίνεται, κατά την ποιήτρια, δεύτερη φύση για τη γυναίκα: σέ λέω γυναίκα / γιατ' εἶσ' αἰχμάλωτη.

Υπάρχουν στο ποίημα κάποιες εκφράσεις που πραγματοποιούν τη βούληση της ποιήτριας να εναρμονίσει μεταξύ τους αντίπαλα ζεύγη: στις φράσεις σκοινί μαρμάρινοπορεία τῶν μαρμάρωνκοσμογονία τῶν μαρμάρωνεὐγονία ἀγαλμάτωνσοδειά ἀκινησίας συνεργάζεται το φανταστικό με το πραγματικό, το λογικό με το παράλογο. Είναι οι φράσεις αυτές που πραγματώνουν την άποψη της ποιήτριας ότι το ποιητικό αποτέλεσμα δεν το παράγει κάθε λέξη χωριστά αλλά η συνήχηση των λέξεων.

Έντονη είναι η λειτουργία των σχημάτων λόγου στο ποίημα (χιαστό χιαστό σχήμα των στ. 1-2 αλλά και η επανάληψη της λέξης κατευθείαν και των πρώτων δύο στίχων τονίζουν τη διαφορετική ανάγνωση που επιφυλάσσει η ποιήτρια στο άγαλμα. Επιπρόσθετα, οι μεταφορές έχουν το συνήθη ποιητικό τους ρόλο: δίνουν λυρισμό, παραστατικότητα (εικονοποιία) και ευστοχία, ενώ η αμφισημία του στ. 14 (γλύπτης μπορεί να είναι ο δημιουργός του αγάλματος αλλά και ο δημιουργός της γυναίκας, ο Θεός) προϊδεάζει γι αυτό που θέλει να εκφράσει η ποιήτρια, την αιωνιότητα και τη σταθερότητα της γυναικείας αιχμαλωσίας. Σημαντική είναι η αντίθεση μεταξύ του όλοι-εγώ.

Χαρακτηριστικές είναι μέσα στο ποίημα οι επαναλήψεις. Η συχνή επανάληψη της λέξης αἰχμάλωτη καθώς και λέξεις συνυποδηλωτικές της χειραγώγησης (αλυσίδες, παράγγειλαν) υπερτονίζει τη βασική της θέση. Οι στίχοι αυτοί δείχνουν την ταύτιση που έχει γίνει στο νου της ανάμεσα στην αιχμαλωσία και τη γυναίκα, έτσι ώστε για την ποιήτρια σημείο αναγνωρίσεως της γυναικείας ταυτότητας δεν αποτελούν τα εξωτερικά ανατομικά χαρακτηριστικά, οι γοφοί που ὑπόσχονται εὐγονία και καλή σοδειά, αλλά η ίδια η αιχμαλωσία. Διακρίνεται έτσι μία πικρή ειρωνεία για τη γυναικεία προσφορά στην κοινωνία.

Η επανάληψη του κατευθείαν στους δύο πρώτους στίχους συνεπάγεται την παράβλεψη του υλικού και την μεταφορά από το σύμβολο στο πραγματικό ενώ παράλληλα συντελείται μια επανασυμβολοποίηση. Επίσης, το ίδιο επίρρημα εισάγει τον αποδέκτη του λόγου δηλαδή  τη γυναίκα άγαλμα ως σύμβολο της γυναίκας. Επίσης, με μια σειρά λεκτικών επαναλήψεων τονίζεται το γεγονός της αναγκαστικής καθήλωσης της γυναίκας από έναν άντρα. Τέσσερις φορές η λέξη μάρμαρο και μία η λέξη μαρμάρινο, τέσσερις φορές οι λέξεις αιχμάλωτη,  άγαλμα, δεμένα, πέντε η λέξη γυναίκα, δύο η λέξη γλύπτης.

Ο γλύπτης με το αντρικό βλέμμα, αν και χειρίζεται ένα συλλογικό-εθνικό βίωμα, μεταφέρει στο άγαλμα στερεοτυπικά φυλικά γνωρίσματα. Με κοινό στοιχείο τα δεσμά, («δεμένα πισθάγκωνα», «μαρμάρινο σκοινί») μια εικόνα που έχει παραχθεί από άντρα-φορέα όλων των στερεοτυπικών γυναικείων απεικονίσεων και φορέα του ηγεμονικού λόγου-την επανεξετάζει μια γυναίκα δημιουργός για να  της αποδώσει νέα στοιχεία, καθαρά γυναικεία. Η γυναίκα-ποιήτρια διαμεσολαβώντας μεταξύ αγάλματος και κειμένου μετατρέπει έμμεσα το άγαλμα και άμεσα το κείμενο μόνον σε γυναίκα, όπως εξάλλου το τονίζει.

Προβάλλεται η υλικότητα του κειμένου όπως και του αγάλματος. Μέσω του αγάλματος αποκτά υλικότητα η αιχμαλωσία της γυναίκας όπως και μέσω κάθε λέξης του ποιήματος. Η μετάβαση συντελείται από το άγαλμα στη γραφή. Απομένει δηλαδή το συλλογικό στοιχείο αλλά επανασυμβολιζόμενο.  Η γυναίκα είναι δεμένη από τον γλύπτη-άντρα-δημιουργό-νοηματοδότη και είναι φορέας νοήματος, όχι παραγωγός: αυτό το μεταβάλλει η γυναίκα-ποιήτρια με το ποίημά της, παραγωγό νέου νοήματος. Επιπλέον, η μετωνυμική χρήση του αγάλματος δίνει τη δυνατότητα μέσω του ποιήματος στο γυναικείο εγώ να αντικρίσει τον εαυτό του. Μέσω του λόγου η γυναίκα επιθυμεί να ανατρέψει την ηγεμονική γυναικεία απεικόνιση. 

Δύο βασικοί δομικοί στίχοι στην πρώτη αυτή ενότητα του ποιήματος είναι οι αντιθετικοί: «Από μακριά εξαπατάς» «Από κοντά ξεκαθαρίζει το όνειρο:» Ο πρώτος εισάγει την εξαπάτηση και την εσφαλμένη εντύπωση ενώ ο δεύτερος με την άνω και κάτω στιγμή εξηγεί την αλήθεια. Στην αποκάλυψη της αλήθειας η κίνηση ερμηνεύεται ως θέληση ελευθερίας αλλά και αυτή αποδεικνύεται ετεροκαθοριζόμενη εξαιτίας του αόριστου «κάτι». Ποιος εξωτερικός ή εσωτερικός παράγοντας είναι αυτό το αναμενόμενο εξ ουρανού «κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις»; Μένει απροσδιόριστο. 

Ο έντονος λυρισμός παρουσιάζεται στην απόδοση ανθρώπινων κινήσεων στο άγαλμα και μεταφέρει την απόλυτη συναισθηματική αιχμαλωσία της γυναίκας που υποταγμένη στην αντρική εξουσία αδυνατεί να συγκροτήσει απόλυτα προσωπικά βιώματα. Η ουσία της ζωής, δηλαδή η δράση η ενέργεια και το αίσθημα –το προϊόν των αισθήσεων- είναι βιώματα ανοίκεια στη γυναίκα, ταυτισμένη με την απόλυτη ακινησία του αγάλματος.

Η ευφυής αναφορά στον Άργο παραπέμπει στην Ιώ ως σύμβολο της γυναικείας αιχμαλωσίας και καταπίεσης. Η μετωνυμική χρήση του Άργου αντί της Ιούς δηλαδή η χρήση του αρσενικού γένους τέρατος-φύλακα αντί του θηλυκού φυλακισμένου ενέχει το χαρακτήρα έμμεσης καταγγελίας. Ωστόσο, ο δεσμοφύλακας δεν είναι μόνον ο άντρας-τέρας Άργος δεν είναι αυτός ο μόνος περιοριστικός παράγοντας. Αποδίδεται μετωνυμικά ένα δικαίωμα επανάστασης και ελευθερίας στα αγάλματα και όχι στις γυναίκες, μεταξύ ρεαλιστικού και μεταφυσικού αφαιρώντας σχεδόν κάθε ελπίδα στο σύμβολο άρα και στο συμβολιζόμενο –πραγματικό, τη γυναίκα: οι δούλοι μπορεί να επαναστατήσουν όπως και οι άνθρωποι-φορείς των αισθημάτων αλλά τα αγάλματα, οι νεκροί μάλλον απίθανο. Το ποίημα έτσι οδηγείται σε ένα νοηματικό κενό, το κενό του ίδιου του κόσμου που αδυνατεί να παρέχει στοιχειώδη δικαιώματα. Η ελπίδα της επανάστασης στραγγαλίζεται στους στίχους 21-30, όπως και στο στίχο 37 «καλή σοδειά ακινησίας» ήτοι ένα μέλλον αδιαφοροποίητο από το αιχμάλωτο παρόν. Είναι διακριτή, σε όλο το απόσπασμα, μια ελαφρά ειρωνεία, ένας υπόρρητος (αυτό)σαρκασμός που προκαλείται από το αδύνατο.

Κυριαρχεί το β’ ενικό τονίζοντας την αμεσότητα του διαλόγου αλλά και τη στροφή της προσοχής στο πρόσωπο του αγάλματος-αιχμάλωτης γυναίκας. Η χρήση του β’ ενικού πέρα από το ότι είναι συνήθης στην ποίηση της Δημουλά αποτελεί έναν ιδιαίτερο και σταθερό ποιητικό χειρισμό καθώς τα αγάλματα είναι αρκετές φορές παρόντα στο έργο  της ποιήτριας, η οποία διαλέγεται ισότιμα με αυτά και μέσω της προσωποποίησης αποδίδοντάς τους ανθρώπινα στοιχεία και συναισθήματα. Ο διάλογος αυτός και στο εν λόγω ποίημα και στα λοιπά δεν σχετίζεται με την αισθητική αποτίμηση του έργου τέχνης αλλά με την απόδοση στα αγάλματα σκέψεων και αισθημάτων σχετικά με οικεία στην ποίηση της Δημουλά θέματα (π.χ. φθορά του χρόνου). Αναδεικνύεται έτσι ένα επιπλέον χαρακτηριστικό της Δημουλά η προσωποποίηση όλων των αφηρημένων εννοιών που έτσι εντάσσονται δραστικά στην καθημερινότητα του ποιητικού υποκειμένου.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο είναι η επανάληψη του ρήματος λέω 3 φορές (και μία το συνώνυμο προσφωνώ και 2 φορές το λένε). Πρόκειται για ρήματα που προσφωνούν και έτσι επιδιώκουν να μεταβάλλουν τον συμβολισμό του αγάλματος και να το ταυτίσουν με την διαχρονικά αιχμάλωτη γυναίκα. Έρχονται σε αντιδιαστολή με το λένε όλων των άλλων που μένει απλά στην επιφάνεια. Η γυναίκα-δημιουργός ονομάζει άρα επανατοποθετεί τα πράγματα σε έναν αντρικό κόσμο και μια δεδομένη αντρική γλώσσα και δημιουργεί δια του λόγου.  

Τέλος, όμοια με την ματαιωμένη επανάσταση λειτουργεί και το σχήμα κύκλου που περικλείει το ποίημα εντός του σε έναν αναπόδραστο κλοιό συστροφής γύρω από τον εαυτό του εντείνοντας την αίσθηση της αιχμαλωσίας με την πλήρη νοηματική ταύτιση των λέξεων γυναίκα και αιχμάλωτη. «Είναι πολύ δύσκολο, πολύ κοπιαστικό και τρομερά επικίνδυνο μια γυναίκα να μην είναι παρά μόνο το φύλο της ή η πλήρης απάρνηση του φύλου της», έχει δηλώσει η ίδια η ποιήτρια.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Δήμος Χλωπτσιούδης

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης είναι φιλόλογος και ποιητής. Γράφει δοκίμια και κριτικές ποίησης παρακολουθώντας τις νέες τάσεις στην Τέχνη. Ασχολείται με επιμέλειες κειμένων και εκδόσεων.
Έχει συγγράψει ιστορικές και κοινωνικές μελέτες. Άρθρα (πολιτικά, εκπαιδευτικά, λογοτεχνικά) του δημοσιεύονται στο site tovivlio.net, στο tvxs.gr, στα “Ενθέματα” της Κυριακάτικης Αυγής κ.ά.
Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές: «η οργή της πεταλούδας» (2013), «κατάστιχα» (2014) και «ακατάλληλο» (2016).
Έχει συγγράψει τα πολιτικά δοκίμια βιβλία «η δημαγωγία της δημοκρατίας» (2009), «Τοπική Αυτοδιοίκηση, προοπτικές ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών» (δοκιμιακή μελέτη, 2011), και «η μεσαία τάξη στην αγχόνη της κρίσης» (2014). Επίσης, έχει εκδόσει τη συλλογή κοινωνικών δοκιμίων «7 δοκίμια» (2013).

4 Σχόλια

  1. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “δεμένα εἶναι πισθάγκωνα τά χέρια σου/μ’ ἕνα σκοινί μαρμάρινο”

    “…απεικονίζει τη Β. Ήπειρο ως γυναίκα αλυσοδεμένη, παραπέμποντας στα μαρτύρια που έχουν υποστεί οι κάτοικοί της.”
    “Το βασικό περιεχόμενο του ποιήματος είναι η γυναικεία αιχμαλωσία”

    Σταχυολογώ ελάχιστα σημεία από την πολύ ενδιαφέρουσα φιλιλογική ανάλυση του Δήμου Χλωπτσιούδη πάνω στο εξαιρετοκό ποίημα της Κικής Δημουλά.

    Συγχαρητήρια φίλε μου Δήμο!

    Απάντηση
  2. Φλώρος Γεώργιος

    Υπάρχουν όμως και ανδρών αλυσίδες από γυναικεία χέρια. Πολλά παραδείγματα .Αδάμ και Εύα ,Δαλιδά- Σαμψών, Ελενη -Πάρης,Καίσαρ Κλεοπάτρα, Ναπολεων-Ιωσηφινα στη ρωμαική ,στη Βυζαντινη και στη νεώτερη Παγκόσμια ισορία. Άρα είναι κοινωνιολογικό φαινόμενο εποχών και ανθρώπων.

    Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    Πολυ καλη αναλυση,με βοηθησε πολυ.

    Απάντηση
  4. Μιχάλης

    Θα ήθελα να διαβάσω μία ανάλυση της κ Δημουλά ,που το έγραψε.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!