Select Page

Κόκκινα χείλη σε λευκό καμβά

Κόκκινα χείλη σε λευκό καμβά

 

 

Μέσα στο σκοτάδι ψάχνουμε τα λυχνάρια να μας πάνε στο κρεβάτι. Μόλις έσβησε το φως του ήλιου και για κάποια ώρα ακόμα χαχανίζαμε. Τώρα σωπάσαμε εδώ και αρκετά βήματα. Ξημερώνει η ανάσα σου σήμερα, ζωή; Αργοστάζει το κύμα της φλόγας ακόμα φωνή; Ξύνουμε με τα νύχια μας το ξύλινο πάτωμα. Λες και θα γυρίσουμε σε λίγο και χαράζουμε χνάρια, για να μας πάνε πίσω στη ξενοιασιά της πρώτης δύσης.

Περιμένει πνιγμένο στον φόβο το κορμί. Κάθε μέρα φοβάται, για χρόνια φοβόταν. Λίγο πριν τη σύνταξη, απολύθηκε ματαίως. Σηκώθηκε στραβά κάποτε, σου λέει, ένας κρεμανταλάς που έτυχε να είναι γιος του αφεντικού του. Του κληρώθηκε ο γέρος του να τρώει αρνιά με χοληστερίνη κάργα και να σου σκασμένος στη δική του θητεία. Του κάθισε λοξή αναλαμπή του γκάβαγκα χαραμοφάη. Θέλει να αναλάβει τη δουλειά του πατέρα του, δίχως ένσημο καν κλητήρα. Σηκώθηκε μια μέρα και σου είπε: «πήγαινε σπίτι σου γέρο, δε σε χρειάζεται η υπηρεσία άλλο». Λύονται τα δεσμά σου. Τώρα και εσύ αφέθηκες ελεύθερος να πεθάνεις και ας μην έχεις χοληστερίνη.

Μα σε πρόλαβε η Κυρά! Με το στανιό να βιαστεί, να μη σε κλάψει εκείνη πρώτη η ρουφιάνα. Μια γυναίκα σου ‘λαχε να δουλεύει στο ζαχαροπλαστείο του Στέλιου στην Αδάμαντος και Μπακονικόλα γωνία. Πήγαινες στη μάνα σου πάστα κάθε που επέστρεφες στην πάτρια γη πριν περίπου μισό αιώνα. Έχει χλομιάσει εδώ και δεκαετίες η μάνα σου.

Καμιά αμυγδάλου δεν της φτιάχνει το χρώμα.

Μια γυναίκα έτυχε να ποθήσεις. Αγάπησες αργά τον παφλασμό της πνοής της, φυτεύοντας μέσα της τον σπόρο που σου γέννησε η λαχτάρα και βγήκαν δέντρα ψηλά. Αγκαλιάζουν πια ξένα σύννεφα, άλλων ανθρώπων ουρανό, εδώ και χρόνια. Τη δέχτηκες κάποτε μέσα στο φιλί σας που άρχισε να μαδά τα πρωινά από τα ασπριδερά σας χείλη.

Το δέχτηκες, είναι η γυναίκα σου. Αυτή και καμιά άλλη. Το κατάλαβες. Μετρούσες τα πλευρά σου και έλειπε ένα. Στο σημείο το ίδιο εκείνη είχε μια ουλή. Εκεί θα της χώρεσαν το απολεσθέν σου μέλος, σκεφτόσουν. Και τραγούδαγες ευτυχισμένος πάνω από το ροχαλητό της. Μακάριο το χέρι που της έδωσε έτσι αναίμακτα κάτι δικό σου.

Ήταν πιο δικό σου το σώμα της από ό,τι έγινε ποτέ το ίδιο σου το κορμί. Το γνώριζες και το όριζες πριν αρχίσει να χαλά ο ώμος της και να τσαλακώνεται ο αυχένας και ν’ ασπρίζουν ύποπτα τα χείλη της. Τα έκρυβε με αυτά τα κοκκινάδια για καιρό. Δεν κατάλαβες, χαμένε, πόσο είχαν λεπτύνει, πόσο λεπτά απέμειναν τα χείλη της γυναίκας σου. Και σε αυτό σε ξεγέλασε. Σηκωνόσουν σαν το ζώο κάθε μέρα κι εκείνη σ’ άφηνε να πιστεύεις πως θα ρημάξει πρώτα το φυτίλι σου και θα την πέσεις αραχτός για ύπνο. Τη φανταζόσουν να κλαίει για στερνή φορά από πόθο για τον άντρα της που ξαπλώνει άρχοντας στο κοστούμι του. Αλλά στην έσκασε, χαλβά! Το άτιμο το κοκκινάδι σε πλάνεψε.

Τσουτσουρωμένη τάχα, η Κυρά σου κουνιόταν με τα φουστάνια της τα κόκκινα και δεν έβλεπες τα δακτυλάκια της, καθώς σπούσανε κρυφά στον άνεμο. Δεν πήρες χαμπάρι τα ποδαράκια της που κόνταιναν προς τα πέλματα κάθε φθινόπωρο. Σχεδόν σερνόταν πια και εσύ νόμιζες πως ήταν τεμπέλα και της άρεσε το χουζούρεμα. «Από την ώρα που έλειψαν τα παιδιά, ξέχασες. Δεν είσαι η παλιά νοικοκυρά», έλεγες περιπαιχτικά και από κάτω θυμωμένα, όταν έβρισκες κανένα κουμπί ξηλωμένο.

Νόμιζες πως εσύ θα αράξεις στο γρασίδι και θα τρέχει αυτή όπως πάντα για τον ύπνο σου και τα σεντόνια σου. Μη πιαστείς, γιατί έχεις και τη μέση. Χαλβά! Δεν ξύπνησε το πρωί. Δεν ξύπνησε, ακούς; Βρε, σήκω, θέλω καφέ. Σήκω! Όχι, ούτε ροχαλητό, ούτε ρουθούνισμα, ούτε βηχαλάκι. Κανένα σιρόπι δε θα γιάνει το βαβά της, εξηγούσαν στον εγγονό. Γαμώ το φελέκι μου! Σήκω χριστιανή μου, έχουμε καλεσμένους. Τι να τους τρατάρω εγώ; Δεν ξέρω πού είναι τα κουτάλια, δεν ξέρω πού είναι τα φλιτζάνια, δεν ξέρω τίποτα εδώ μέσα. Το σπίτι μου είσαι εσύ, που με ξεναγούσες εδώ μέσα.

Τι θα κάνω τώρα εγώ; Τι θα κάνω, Κυρά μου; Είναι φυσικό αυτό; Να κοιμάται πρώτα η γυναίκα και ο άντρας χήρος; Ντρέπομαι και στο καφενείο να πάω. Δεν είναι πράγματα της φύσης αυτά. Καλά που δεν είχες λεφτά κρυμμένα, να νομίζουν πως σε ξαπόστειλα μια ώρα αρχύτερα, γιατί ήθελα να στα φάω.

Το κορμί της γυναίκας σου, της δικής σου γυναίκας στο κουτί. Ποιο κουτί βρε κερατάδες; Της δικής σου γυναίκας το σώμα; Πώς θα κοιμηθεί μόνη της; Την πειράζει η υγρασία. Αν δεν ακουμπήσει το καλάμι της στο δικό σου δεν κοιμάται. Εσείς θα του πείτε πώς θα κοιμηθεί η γυναίκα του; Κοιτάξτε το πλευρό της, έχει δική του σάρκα. Δεν μπορεί να σταθεί στο κρεβάτι. Το πόδι του ξαφνικά του μοιάζει ελαφρύ. Νομίζει πως το σηκώνει ο αέρας. Νιώθει πως πρέπει να δεθεί, μην πέσει. Μισό αιώνα στο σώμα της δεμένος. Θέλει πίσω τη μισή του φύση. Θέλει τα σχοινιά του. Τα λουριά του, ακούτεεε;

            Το κορμί της γυναίκας σου δίχως χρώμα στο χώμα. Φτάνει η μάνα του! Τότε επί Πασόκ τη χάσανε τη φουκαριάρα από την καρδιά της, πάνω που αυξήθηκαν οι συντάξεις! Τίποτα δεν πρόλαβε να πάρει παραπάνω, να χαρεί λιγουλάκι η κακομοίρα. Τώρα και η Κυρά του, έτσι ξαφνικά; Α, όχι! Την κρίση μόνος του να την περάσει; Ό-χι! Αυτό πάει πολύ! Θέλει μαζί της να ξαπλώσει. Όμως οι βλαστοί τους έχουν άλλη γνώμη. Να αφήσει τις υπερβολές! Να αφήσει τις τρέλες, του λένε τα δέντρα που γεννήσανε από κοινού μαζί της. Του δίνουν χαστούκια με τα κλαδιά τους να συνέλθει. Βράστε τον πατέρα σας, αφήστε τον ήσυχο να σπάσει. Η ζωή είναι δώρο και να περιμένει, επέμεναν οι βλαστοί. Να περιμένει τι; Να περιμένει το χρώμα του να χαλάσει επαρκώς, για να μπει κάποτε σε ένα άλλο κουτί, γιατί το δικό της θα έχει χαλάσει από καιρό; Βέβαια, δε θα κάνει για τη φρέσκια παγωμένη από το ψυγείο φάτσα του! Θα ξινίσει το μούτρο του και προσβληθεί ο νεκροθάφτης! Ίδια η μπαγιάτικη αμυγδάλου θα γίνουμε όλοι σου λέει, όταν του τη μοσχοπουλούσε η γαλίφω μάνα σας με χαμόγελο που σου τρύπαγε η καρδιά τα κόκκαλα από την αντάρα. Τι τώρα, τι κάποτε!

Το ζαχαροπλαστείο. Τι μνήμες! Σαν χαλασμένο γραμμόφωνο το μυαλό του, ό,τι μελωδίες θέλει τις ξεβράζει και όποτε θέλει ρημάζει. Μπακονικόλα γωνία. Εκεί τη γνώρισε. Ωραία, ψηλή, ροδαλή πίσω από τη βιτρίνα με τα ζελεδάκια καουτσούκ. Αδάμαντος και Μπακονικόλα γωνία. Ακόμα ανοιχτό το μπουρδέλο. Ακόμα ανοιχτό και το κωλοχανείο που δούλεψε μισό αιώνα, όσο δενόταν με το κορμί της να μην τον πάρει ο αέρας και τον σηκώσει τα βράδια.

            Να παγώσει στην ώρα του. Αυτό είναι το θέμα, για όλους τους άλλους. Να πιάσει χωριστό γρασίδι. Έχει για όλους η γη. Ξεχωριστά από εκείνη γεννήθηκε, ξεχωριστά και θα πεθάνει. Είναι προσωπική στιγμή, όπως η τουαλέτα. Ό,τι βρωμά, μας αφορά προσωπικά. Μη λερωθεί ο εγωισμός μας.

Δεν τον νοιάζει, σου λέει. Όταν γεννήθηκε η μάνα τους, ήταν δύο χρονών και έπαιζε με τη κουδουνίστρα του. Και μέχρι να τη γνωρίσει σουλάτσαρε αλήτης χωρίς άστρο πάνω από την στέγη της σπηλιάς του. Αλλά του ‘φεξε, με τίμημα μια ελαφρά δυσπεψία, εκείνο το απόγευμα στο γλυκοπωλείο. Μετά μεσολάβησε ο μισός αιώνας κοινό χουζούρι και καφές στο μπαλκόνι. Της απαγορεύει, λοιπόν, τον προσωπικό ύπνο. Έλα ρε σκώρε και χάλασέ τον να την προλάβει!

           Ε ρε Θεέ του, δε θα ανέβει κάποτε στα λημέρια Σου! Κουτρουβαλώντας ή σκαρφαλώνοντας, μπουσουλώντας ή αλυσοδεμένος χειροπόδαρα θα δει τι κόσμο με σοφία εποίησες τελικά. Θα δει, γιατί τόσος κόπος και κακό. Τέτοια συμφορά και οδύνη. Ή είμαστε σου λέει, απλώς άτριχες μαϊμούδες που πήραμε τη σκυτάλη αυτής της γης από κάτι μεγάλες σαύρες; Πάντως, σε κάθε περίπτωση έχει χιούμορ αυτός ο πλανήτης και μπόλικη ειρωνεία. Αλλά δε θα ανέβει; Θα βρει αυτό το παλιόδεντρο και θα το κόψει από τη ρίζα και με τα δόντια αν χρειαστεί. Για ένα κωλοφρούτο δηλαδή να κοιμάται μόνη της η Κυρά του; Εδώ του κάθισε το κομμάτι της Εύας, παραπονιόταν, δείχνοντας στον κυρ-Βαγγέλη στο καφενείο το καρύδι του και πιέζοντας το μήπως σπάσει και το καταπιεί ξαφνικά. Για μια μπουκιά τόσα κουτιά στο χώμα; Από τον ίδιο τον Πατέρα σου, ρε συ; Γίνεται; Τι σκατοστοργή είναι αυτή και δεν την χωρά το κεφάλι του; Θα ανέβει και θα δει για ποιόν λόγο γίνονται τόσα κλάματα και χαλασμός εδώ κάτω.

           Αλλά υποψιάζεται πως τσάμπα τους χωρίζει ο χρόνος. Ποιος Τον ρώτησε τον μεγάλο, δηλαδή για το πώς θα ταΐζουμε τα ζούδια Του; Φτάνει που γινόμαστε φρουτόκρεμα! Ποιον αγκάλιασε Αυτός και ξέρει; Τώρα να τελειώνουμε, που είναι εδώ και τα κυπαρίσσια του, μην κάνουν περιττά ταξίδια. Όχι, να έρθουν σου λέει ξανά, να κλάψουν διπλά, να παράγουν διπλό αλάτι, μήπως και τους παστώσει τα πρόσωπα και αντέξει η σάρκα τους πιο πολύ. Μήπως μπερδευτεί η θάλασσα στην πολλή αλμύρα και περάσει για δικό της μέλος το σκαρί τους. Μήπως ζήσουν πιο πολύ ταξίδι τα φτερά τους!

           «Δε θέλω να κοιμηθεί μακριά μου στης μέρας το λιοπύρι, νύχτας σκοτάδι δεν αντέχω να τη λούζει κρυφά δίχως το φιλί μου. […] Ζηλεύω, αγάπη μου. Ζηλεύω, μόνος.

Στο σπίτι μου ξένος, στο σώμα μου αγνώριστος, στο άπλωμά μου λίγος…» γράφει σε ακαταλαβίστικα στιχάκια ανορθόγραφα, όσο και τα βήματά του πια.

Φώναξε, φώναξε… σώπασε. Βραχυκύκλωμα! Μουγκά μορφάζει, σκυφτά γκρινιάζει.

Κυρά του, «όταν έφυγες εσύ, όλα έγιναν σκοτεινά».
Και το είπε στην μόνη αναλαμπή φωτός που άναψε εντός του ο χρόνος, αγάπη του.

Το δέχτηκε. Ο θάνατος είναι προσωπική στιγμή. Σε αφήνει να ετοιμαστείς εσύ, γιατί πάντα αργούσες. Όταν τον υποδεχτείς, να φοράς το κοκκινάδι.

 

_

γράφει ο Τάσος Μιχαηλίδης

O Τάσος Μιχαηλίδης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Φιλολογία και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στη Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου είναι υποψήφιος διδάκτορας. Παράλληλα, σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες στη Νομική σχολή Αθηνών. Εργάστηκε στην ιδιωτική εκπαίδευση ως φιλόλογος και από το 2008 διορίστηκε και διδάσκει στη δημόσια δευτεροβάθμια. Ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ επιστημονικά, παιδαγωγικά και άρθρα επικαιρότητας στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Το 2012 εξέδωσε την ποιητική του συλλογή Σπαράγματα προσώπων στις εκδόσεις Manifesto και κείμενά του έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Επίσης, ασχολείται με τη ζωγραφική και τη μικρογλυπτική και έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις. Είναι συνιδρυτής και μέλος της εικαστικής ομάδας lestartists.

Γράφει και ζωγραφίζει για να γνωρίσει τον εαυτό του, για να γνωρίσει τους άλλους και για να νιώσει πώς θέλει να συστήνεται σε κάτι μεγαλύτερο από εκείνον. Γράφει και ζωγραφίζει, γιατί είναι μια προσωπική του ανάγκη να αναπαραστήσει ό,τι τον ορίζει και να βρει τις λέξεις και τα χρώματα που επιθυμεί να τον προσδιορίζουν.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “Το δέχτηκε. Ο θάνατος είναι προσωπική στιγμή. Σε αφήνει να ετοιμαστείς εσύ, γιατί πάντα αργούσες. Όταν τον υποδεχτείς, να φοράς το κοκκινάδι.”

    Πολύ δυνατό, πολύ πυκνό… Σε συνταράζει…

    Απάντηση
  2. marimar

    Εξαιρετικό, γραμμένο με ένα ιδιότυπο τρόπο που το κάνει να ξεχωρίζει. Ένας άλλος τρόπος για να μιλήσεις για τον αποχωρισμό. Τάσο Μιχαηλίδη, νομίζω είσαι σε καλό δρόμο για να βρεις τις λέξεις που επιθυμείς να σε προσδιορίζουν. Ξέρεις να ζωγραφίζεις και με τις λέξεις.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!