Θυμώνω, σπάνια πια.

Έμεινα μόνη

κοιτώντας με απλανές βλέμμα

αφηρημένα το ρολόι

στο σταθμό του τρένου.

Χόρευε η βροχή

στο πλακόστρωτο που γυάλιζε

στην αντηλιά ξυπνώντας τις μνήμες.

Χάσαμε τις πρωινές καλημέρες

τις πήραν τα σύννεφα του Νοέμβρη μακριά.

Κάτι από ξαφνική εγκατάλειψη

γέμισαν οι καρδιές

άδεια κοχύλια,

και οι αυλές της Πλάκας

στις γειτονιές τις ήρεμα αναπαυμένες

θαρρείς έχει κολλήσει το χθες

ανάμεσα σε γιασεμιά και ακροκέραμα.

Τα μάτια τεράστια από έκπληξη

ρουφούν τη θέα της Ακρόπολης

μεγαλώσαμε, γίναμε

πιο γήινοι και πιο ανθρώπινοι,

στην ωριμότητα μας

οι επιθυμίες περιορίζονται στον καφέ

κι όμως μείναμε

αποπροσανατολισμένοι όπως τότε

και απελπισμένοι περισσότερο.

Απροσδόκητα ήρθες

άλλη μια φορά

πριν ξεμακρύνουν οι φωνές

στο χώρο της πλατείας

κρατώντας τις θύμησες

εκείνου του καιρού

κρυμμένες μέσα στα κυκλάμινα.

Κυριακή πρωί

τα ρόδια σκορπισμένα στο τραπέζι

του παλιού καφενείου

όπως τότε ίδια ατμόσφαιρα

κεχριμπαρένιο κομπολόι στα χέρια

κι ο χρόνος συνεπής επισκέπτης

η μοναξιά μας, ανοικτή εφημερίδα.

Θα προσπεράσεις

και αυτό το πρόσκαιρο αγκάλιασμα

και οι λέξεις μου φτωχαίνουν

δεν ξέρω τι να πω για να μ' ακούσεις.

Αγάπη...

για την αγάπη ο θόρυβος

και ο ψίθυρος για την αγάπη.

Μένει μαβί το χρώμα

των ονείρων της θάλασσας,

ίσως έτσι ζωγραφίσω ένα αντίο

αβέβαιη για το αν θα καταφέρω

αλλά με όλες τις αισθήσεις σε εγρήγορση.

Παντού θα με βρεις

σκόρπισα την ψυχή μου

στη δικιά σου την ήρεμη δύναμη

ξοδεύτηκα...

μα δεν θυμώνω...

σπάνια πια.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!