Μεταφυσική συμπάθεια

27.10.2020

Ήπιε την τελευταία γουλιά απ’ το ποτό της, σηκώθηκε απ’ το σκαμπό και προχώρησε προς τη μικρή πόρτα που βρισκόταν πίσω απ’ τη σκηνή. Ο Σωτήρης την βάστηξε απ’ το χέρι.

-Πού πας; τη ρώτησε.

-Πάω έξω για ένα τσιγάρο· θέλω να συγκεντρωθώ, απάντησε εκείνη.

-Μην αργήσεις· σε λίγο ξεκινάμε. Εμείς θα ανέβουμε για soundcheck.

-Σε πέντε λεπτά επιστρέφω.

-ΟΚ.

Ο Σωτήρης πέρασε το λουρί του μπάσου στον ώμο του και πήδηξε πάνω στο βάθρο που ήταν στημένα τα τύμπανα. Εκείνη ελίχθηκε ανάμεσα από μερικά σώματα και βγήκε έξω στο κρύο. Κάθισε σ’ ένα πεζούλι λίγο παρακάτω· το στενό πίσω απ’ το κλαμπ ήταν έρημο, η άσφαλτος λαμποκοπούσε μέσα στη νύχτα απ’ τη βροχή που είχε πέσει νωρίτερα. Έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα της και το άναψε· πάντα αποζητούσε ορισμένες στιγμές μοναξιάς προτού βυθιστεί στη μουσική και ενωθεί με το κοινό. «Το μαγαζί είναι γεμάτο. Τουλάχιστον εκατόν πενήντα άτομα έχουν έρθει να σας δουν», της είπε ο ηχολήπτης μόλις έφτασε στο κλαμπ πριν κανα τριάρι τέταρτα. Εκείνη δίχως να μιλήσει έριξε ένα βλέμμα στα κεφάλια που σάλευαν μέσα στο σκοτάδι και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει γρήγορα. Τώρα κουλουριασμένη στο μαρμάρινο πεζούλι προσπαθούσε να μη σκέφτεται τίποτα, παρατηρώντας τις κορδέλες του καπνού που σκόρπιζαν στον αέρα γύρω της.

Απ’ την αρχή που ασχολήθηκε με το τραγούδι η Κατερίνα, στα είκοσι της χρόνια, όλοι της έλεγαν ότι είχε καταπληκτική φωνή και ότι μπορούσε να φτάσει ψηλά. Εκείνη δεν ονειρευόταν ούτε τη δόξα ούτε τα χρήματα, αλλά τη μποέμικη ζωή του καλλιτέχνη που ταξιδεύει διαρκώς και μοιράζει τον εαυτό του γενναιόδωρα. Στην πράξη βέβαια τα πράγματα ήρθαν τελείως διαφορετικά και το ιδανικό της έμεινε ανεκπλήρωτο, όμως το γεγονός ότι ακόμα υπήρχε το συγκρότημα και εξακολουθούσαν να εμφανίζονται που και που σε μέρη όπως αυτό, έδινε χρώμα στην κατά τα άλλα αδιάφορη ρουτίνα της. «Οι Smoky Children δε θα διαλυθούν ποτέ, στ’ ορκίζομαι!», είχε δηλώσει με στόμφο ο Σωτήρης ένα βράδυ, την εποχή που η Κατερίνα αναγκάστηκε να πιάσει πρωινή δουλειά για να τα βγάζει πέρα. Δεν του έδωσε και πολλή σημασία γιατί τρέκλιζε και βρωμοκοπούσε οινόπνευμα· τον έβαλε στο αυτοκίνητό της και τον πήγε στο διαμέρισμά της να ξεμεθύσει. Ο Σωτήρης πριν αποκοιμηθεί στον καναπέ της, υποσχέθηκε να κανονίσει μια περιοδεία με βανάκι σε όλη την Ελλάδα και εξομολογήθηκε τον απελπισμένο του έρωτα για μια ξανθιά γκαρσόνα που δε γυρνούσε ούτε να τον κοιτάξει. Η Κατερίνα υπό τον ήχο του ροχαλητού του, έγραψε εκείνη τη νύχτα τους πιο όμορφους στίχους που είχε γράψει ποτέ της.

Άρχισε να ακούει ροκ μουσική στην εφηβεία της· η μεγάλη της αγάπη ήταν η Janis Joplin. Στο λύκειο η Κατερίνα φορούσε παντελόνια καμπάνα και είχε τα μαλλιά της μακριά και χυτά όπως η τραγουδίστρια απ’ τον αμερικάνικο νότο. Άκουγε τα cd της Joplin ξανά και ξανά σε καθημερινή βάση, είχε μάθει τα λόγια όλων των κομματιών και μιμούταν τη χροιά της φωνής της. Όταν μαζί με το Σωτήρη έφτιαξαν τη μπάντα και μπήκαν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το πρώτο τους demo, όποιος τους άκουγε έλεγε: «Παίζετε πολύ ωραία, η τραγουδίστρια θυμίζει λίγο την Janis Joplin». Για την Κατερίνα αυτό το σχόλιο ήταν βάρος. Σύντομα έκοψε τα μαλλιά της κοντά και άλλαξε στιλ· πλέον φορούσε κολάν με μπότες και στενά εφαρμοστά μπλουζάκια. Την αγαπημένη της ερμηνεύτρια τώρα την άκουγε σπάνια και σχεδόν στα κρυφά, σα να έκανε κάποιο ατόπημα. Δούλεψε τη φωνή της έτσι ώστε να απαλλαγεί από την επίδραση που την καθήλωνε στο ρόλο του αντίγραφου, όποτε όμως ρωτούσε τα άλλα μέλη του γκρουπ γι’ αυτό, όλοι απέφευγαν να της απαντήσουν.

Τρεις τέσσερις μέρες πριν την αποψινή συναυλία, πέτυχε στην τηλεόραση ένα αφιέρωμα στην Janis Joplin. Το δάχτυλό της κοκάλωσε στο τηλεκοντρόλ και με μάτια γουρλωμένα παρακολούθησε καρέ καρέ τη ζωή της αμερικανίδας σταρ· για πολλοστή φορά είδε και άκουσε για την πορεία της καριέρας της, για τις εφήμερες σχέσεις της, για το τραγικό της τέλος από ηρωίνη στα είκοσι εφτά της χρόνια. Μόλις τελείωσε η εκπομπή, η Κατερίνα έτρεξε στην τουαλέτα και έκανε εμετό.

Έσβησε το τσιγάρο και μπήκε πάλι στο μαγαζί. Ανέβηκε στη σκηνή· οι υπόλοιποι την περίμεναν στις θέσεις τους. Στάθηκε μπροστά στο μικρόφωνο και έκλεισε τα βλέφαρά της. Πρώτα ήχησαν τα ντραμς, κατόπιν το μπάσο και ύστερα η ηλεκτρική κιθάρα. Άρχισε να τραγουδάει εκστασιασμένη· το συνονθύλευμα από σκιές απέναντί της έπαλλε ανάλογα με τον τονισμό της. Ο χρόνος έχασε τη συνοχή και τη ροή του· μέσα στην παραφροσύνη της μελωδίας, η Κατερίνα ένιωθε να παλεύει μ’ ένα φάντασμα· κάποια άυλη οντότητα της υπαγόρευε που να στηθεί και τι να κάνει, έδινε τέμπο στις λέξεις που πρόφερε, κατεύθυνε τις εκφράσεις του προσώπου της. Έκανε μια σπασμωδική και ακατανόητη κίνηση, σα να έδιωχνε έναν ιστό που είχε κολλήσει στο δέρμα της. Συνέχισε να τραγουδάει έχοντας την αίσθηση πως λυτρώθηκε από κάτι βασανιστικό· το κορμί της τώρα επέπλεε ανάλαφρο πάνω στις νότες.

Μετά τη συναυλία οι φίλοι και οι γνωστοί την αγκάλιαζαν και τη φιλούσαν. «Σήμερα ήσουν υπέροχη· και όταν λέω υπέροχη, εννοώ μοναδική. Μο-να-δι-κή!», της είπε ο Σωτήρης στο αυτί. Ήταν το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που της είχαν κάνει ποτέ. Τελικά είχε καταφέρει να νικήσει το τέρας του θαυμασμού. Ικανοποιημένη και άδεια, κάθισε στο μπαρ και παρήγγειλε ποτό. Η μουσική, ανακατεμένη με αλκοόλ και καπνό, ξεκίνησε να περιδινείται στο μυαλό της. Ούτε που κατάλαβε πως βρέθηκε χαράματα σε κείνο το σπίτι με το χαμηλό φωτισμό, παρέα με τρείς άνδρες που δεν ήξερε και δυο κοπέλες που ίσα που τους μιλούσε. Καθόταν οκλαδόν σε μια παχιά φλοκάτη και λικνιζόταν στο σκοπό της πένθιμης μπαλάντας που έβγαινε απαλά από τα ηχεία πάνω στη βιβλιοθήκη. Μια καφέ σκόνη στρωμένη σε γραμμή, εμφανίστηκε στο τραπεζάκι μπροστά της, πλάι σ’ ένα κομμένο καλαμάκι. Μια ξαφνική και ακαταμάχητη λαχτάρα την κυρίευσε. Έβαλε το καλαμάκι στη μύτη της και ρούφηξε με δύναμη, σα να έκανε κάτι που το ήθελε εδώ και πολύ καιρό. Στην αρχή κάηκαν τα ρουθούνια της και έπειτα από λίγο ένα κύμα θερμότητας ανέβηκε από το στήθος στα μηλίγγια της. Οι παλμοί της αυξήθηκαν απότομα και η συνείδησή της βούλιαξε στο μηδέν. 

Με το που άνοιξε τα μάτια της την επόμενη μέρα, αντίκρισε έναν άνδρα με λευκή ποδιά.

-Που βρίσκομαι; είπε ζαλισμένη.

-Στο νοσοκομείο. Εγώ είμαι ο γιατρός που σε φρόντισε όταν σε έφεραν το πρωί.

Η Κατερίνα άρχισε να συνέρχεται.

-Τι συνέβη; ρώτησε.

-Εσύ πρέπει να μου πεις. Κάποιος πήρε τηλέφωνο το ΕΚΑΒ και σε περιμάζεψαν από ένα παγκάκι σε κωματώδη κατάσταση.

-Δε θυμάμαι τίποτα.

Ο γιατρός έξυσε το σαγόνι του.

-Έχεις ξανακάνει χρήση ηρωίνης;

-Όχι, ποτέ.

-Χμ, μάλιστα. Συμπλήρωσε σε παρακαλώ τα στοιχεία σου.

Ο γιατρός της έδωσε ένα χαρτί κι ένα στυλό. Η Κατερίνα έγραψε το ονοματεπώνυμό της, τη διεύθυνσή της, τον αριθμό της ταυτότητάς της. Όταν έφτασε στο πεδίο που έγραφε «Ετών», συμπλήρωσε: 27. Ενόσω το μελάνι σχημάτιζε το διψήφιο νούμερο, μια τσιρίδα με νοτιοαμερικανική προφορά αναδύθηκε από τα βάθη της ψυχής της και δόνησε τα τύμπανά της.

 

_

γράφει ο Βαγγέλης Κατσούπης

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Υπολείμματα χαράς

Υπολείμματα χαράς

Περπατάς στην παραλία. Είναι ξεκούραση για το μάτι και για την ψυχή η θάλασσα κι ο ουρανός που αγκαλιάζονται κι ας είσαι δίπλα στην πόλη που αγκομαχάει τους πόνους της. Βήματα που τά ’χεις ξανακάνει φορές ατέλειωτες. Άμμος και πάλι άμμος και βότσαλα και κράσπεδα από...

Βανίλια

Βανίλια

Μια πόρτα άνοιξε πίσω της. Ένιωσε τον βαρύ ίσκιο του να απλώνεται στο χώρο. Άκουσε την παλιά ψάθινη καρέκλα να τρίζει. Η αναπνοή της έμεινε να αφουγκράζεται. Ένα σούρσιμο κι ένα απαλό ρυθμικό χτύπημα των δακτύλων του στο τραπέζι. Έκανε να κινηθεί, μα τα πόδια της δεν...

Μελέκ

Μελέκ

Έκατσε στο παγκάκι αναστενάζοντας με ανακούφιση. Τα πόδια του δεν συνεργάζονταν όπως άλλοτε αλλά σήμερα του έκαναν το χατήρι να τον πάνε μέχρι τη θάλασσα. Ήταν δεν ήταν δεκαπέντε χρονών όταν πρωτοείδε εκείνη την κοπέλα. Χάθηκε τόσο στο μπλε των ματιών της που απ’ την...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου