Με μυρωδιά λεμονανθών και γεύση από λουκούμι | τοβιβλίο.net

Select Page

Με μυρωδιά λεμονανθών και γεύση από λουκούμι

Με μυρωδιά λεμονανθών και γεύση από λουκούμι

 

Όταν βγήκε από το κτίριο της εταιρείας ήταν ήδη απόγευμα. Αν και άνοιξη, το σκοτάδι είχε αρχίσει να απλώνει τα δίχτυα του από νωρίς, παγιδεύοντας το λιγοστό φως του ήλιου που σπάνια ξεμύτιζε εκείνες τις μέρες.

Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον ουρανό. Ήταν μουντός, με μαύρα σύννεφα που το πήγαιναν για βροχή κι η ατμόσφαιρα υγρή και κρύα. Σήκωσε τα πέτα της καπαρντίνας της, τύλιξε καλά το κασκόλ γύρω από το λαιμό κι αντί να πάρει το λεωφορείο για να πάει σπίτι της, όπως έκανε κάθε μέρα, έστριψε σ' ένα στενό δρομάκι. Εκείνη την ημέρα είχε μια ανεξήγητη βαρυθυμία, λες κι η διάθεσή της είχε πάρει κάτι από την κατήφεια του καιρού. Περπατούσε αφηρημένη, αφήνοντας δρόμους και σοκάκια να περνάνε δίπλα της αδιάφορα και τις πρώτες χοντρές ψιχάλες να οδηγούν τα βήματά της στο καφενεδάκι του Άγγελου, του συγχωριανού της. Δυο χρόνια ξενιτεμένη, πάντα εκεί κατέφευγε όταν είχε ανάγκη από τη συντροφιά κάποιου δικού της ανθρώπου.

«Καλώς το Ελενάκι! Μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε», της είπε ο Άγγελος σαν την είδε ξαφνικά μπροστά του και τράβηξε την καρέκλα για να της προσφέρει θέση.

«Δουλειά Άγγελε, πολλή δουλειά. Πού να βρω χρόνο;», του είπε κακόκεφα, την ώρα που ακουμπούσε στο τραπέζι τον καπνό και τα φίλτρα. Ο Άγγελος, που παρατηρούσε τα χέρια της να ψάχνουν με νευρικές κινήσεις μέσα στο χάος της τσάντας της, έβγαλε από την τσέπη έναν αναπτήρα και της άναψε το τσιγάρο.

«Τι σε βασανίζει κούκλα μου; Βλέπω σκιές στα μάτια σου», τη ρώτησε με περισσή έγνοια κι ακούμπησε το χέρι του πάνω στο δικό της.

«Ούτε ξέρω κι εγώ τι έχω σήμερα. Κουρασμένη είμαι, είναι κι αυτός ο καιρός που δε με αφήνει να σηκώσω κεφάλι», είπε και ρούφηξε αχόρταγα τον καπνό, αφήνοντας μαζί με τα δαχτυλίδια του κι ένα κομμάτι βάρους, από τα μέσα της, να διαλυθεί στην ατμόσφαιρα.

«Ακόμη να τον συνηθίσεις; Αλλά τι λέω. Εδώ δεν τον συνήθισα εγώ, τόσα χρόνια τώρα. Κάτσε, πάω να φτιάξω τα καφεδάκια μας κι έρχομαι να τα πούμε.»

Πριν αποσώσει την κουβέντα του, σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα γυρίζοντας λίγο αργότερα με δυο ελληνικούς καφέδες κι ένα πιατάκι με δυο λουκούμια.

«Τι βλέπω; Κερνάει και λουκούμι το μαγαζί σήμερα;» τον ρώτησε μ' ένα, παράταιρο με τη διάθεσή της, παιχνίδισμα στη φωνή.  

«Το απαιτεί η μέρα.»

Τον κοίταξε με απορία.

«Μεγάλη Παρασκευή σήμερα, το ξέχασες; Αυτή την ώρα οι χωριανοί θα βρίσκονται στο μοναστήρι», είπε και κοίταξε το ρολόι με τα πρεσβυωπικά μάτια του.  

«Μεγάλη Παρασκευή», επανέλαβε η Έλενα και οι καμπάνες της καρδιάς της άρχισαν να χτυπούν πένθιμα. Την ώρα που ακουμπούσε τα χείλη στο φλιτζάνι, μια μυρωδιά λεμονανθού γαργάλισε την όσφρησή της και γύρισε το βλέμμα της τριγύρω. Πίσω από το θαμπωμένο, από χνώτα και καπνούς, τζάμι του παραθύρου αντίκρισε μια συστάδα από ψιλόλιγνες λεύκες, που λικνίζονταν ανάρια και δημιουργούσαν σκιές στο ήδη ανήλιαγο τοπίο. Πουθενά λεμονόδεντρο κι όμως η έντονη λουλουδάτη ευωδιά ήταν παρούσα, λες και ταξίδεψε από τόπο μακρινό, για να μην την αφήσει μονάχη μια τέτοια μέρα. Ήπιε μια γουλιά καφέ και τράβηξε δυνατές τζούρες από το τσιγάρο. Οι τουλούπες του καπνού, που  ξετυλίγονταν μπροστά στα μάτια της, δημιουργούσαν σύννεφα που έκρυβαν το υπαρκτό τοπίο κι εκείνη το καταλάβαινε και επιστράτευε τη νικοτίνη για να δημιουργήσει στον χώρο ένα άλλο σκηνικό.

«Συνέχισε εσύ τον καφέ σου, μέχρι να ετοιμάσω μεζέ και ούζο. Δε θα τη βγάλουμε δα με καφέ μονάχα, μέρα που είναι», της είπε o Άγγελος και μπήκε στην κουζίνα.

Η Έλενα καμιά άλλη εποχή δεν αγαπούσε τόσο όσο την άνοιξη, καμιά άλλη γιορτή δεν περίμενε τόσο όσο το Πάσχα. Πάντα, όταν βρισκόταν στην πατρίδα, αυτές τις γιορτινές μέρες τις περνούσε με την οικογένειά της, στο χωριό του πατέρα της. Μικρό το χωριό, σκαλωμένο στις υπώρειες ενός βουνού, ξεμύτιζε παιχνιδιάρικα ανάμεσα από τις ανθισμένες λεμονοπορτοκαλιές και νεραντζιές και τους καλωσόριζε με χρώματα της άνοιξης και μυρωδιές λεμονανθών. Όταν βρισκόταν εκεί, τα παιδικά της μάτια γίνονταν σφουγγάρια που ρουφούσαν αχόρταγα τις εικόνες της φύσης κι η μνήμη της χωράφι νιόσπαρτο που ποτιζόταν με τα αρώματα των εσπεριδοειδών. Μυρωδιές ανεξίτηλες απλώνονταν μέσα της και γέμιζαν τους πόρους του κορμιού της τόσο βαθιά, που ούτε η ξενιτιά κατάφερε να ξεθυμάνει.

Σε κείνον τον μικρό τόπο, κάθε μέρα της Μεγάλης Εβδομάδας είχε το δικό της χρώμα και κάθε στιγμή ήταν ξεχωριστή. Η Έλενα όμως είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία στην Μ. Παρασκευή. Εκείνη την ημέρα, όλη η οικογένεια αλλά και πολλοί χωριανοί έμπαιναν στα αυτοκίνητα και πήγαιναν στο μοναστήρι του Αϊ Νικόλα, για την Αποκαθήλωση.  Όλοι, εκτός από τη γιαγιά της που είχε κάνει τάμα να ανεβαίνει με τα πόδια.

Μια χρονιά, που θα 'ταν δε θα 'ταν δέκα χρόνων, παρακάλεσε τους γονείς της να την αφήσουν να πάει με τα πόδια στο μοναστήρι, μαζί με τη γιαγιά. Χίλια παρακάλια έκανε η μικρή και χίλιες νουθεσίες δέχτηκε από τους γονείς της, πριν της το επιτρέψουν. «Θα είσαι ήσυχη στο δρόμο», της είπε η μητέρα της όταν την ετοίμαζε κι εκείνη το υποσχέθηκε αλλά όταν πήραν το δρόμο του βουνού, ο παιδικός της αυθορμητισμός άλλα την ορμήνεψε. Τα λιγνά της ποδαράκια, σαν του αγριοκάτσικου, πηδούσαν από 'δώ κι από 'κεί, κάνοντας την γιαγιά να τρέχει ξωπίσω της λαχανιασμένη. Πού και πού σταματούσαν κι έκοβαν λογιών λογιών αγριολούλουδα από τις καταπράσινες πλαγιές και τότε μόνο η γιαγιά κατάφερνε να πάρει μια ανάσα.

«Έτσι, να σε βλέπω να χαμογελάς κορίτσι μου», της είπε ο Άγγελος όταν επέστρεψε κι είδε στο πρόσωπό της ένα χαμόγελο να ξεπροβάλει δειλά. Ακούμπησε δυο ποτηράκια ούζου πάνω στο τραπέζι, κάμποσα μικρά πιάτα με νηστίσιμους μεζέδες και κάθισε δίπλα της.

Σήκωσαν τα ποτήρια, τα τσούγκρισαν κι άρχισαν τις κουβέντες, με την Έλενα να θυμάται και να αφηγείται, μεγαλόφωνα πια, την συνέχεια της ιστορίας που είχε αφήσει μισοτελειωμένη στη σκέψη της.

Με το ένα χέρι να κρατάει τη γιαγιά και το άλλο το πολύχρωμο μπουκέτο, μπήκαν στον προαύλιο χώρο του μοναστηριού. Μυρωδιές πιπεράτες μα και γλυκές, από την πληθώρα των λουλουδιών που ήταν φυτεμένα σε χρωματιστούς τενεκέδες, της έδιναν  την εντύπωση πως βρισκόταν σε κάμπο λουλουδιασμένο. Τριαντάφυλλα, γαρίφαλα, βιολέτες και μοσχομπίζελα έφτιαχναν ένα χαρμάνι από θεσπέσιο άρωμα, ενώ τα κατάλευκα πεζούλια της αυλής πρόσθεταν στο νοικοκυρεμένο περιβάλλον την μυρωδιά του ασβέστη και της πάστρας. Έντομα και μικρά πουλιά, μελίφθογγοι μελωδοί της φύσης, πετάριζαν χαρούμενα κι έγραφαν ύμνους για την άνοιξη πάνω στα πέταλα των λουλουδιών. Από το βάθος της αυλής, ακούγονταν οι γλυκόλαλες μοναχές που έψελναν το μοιρολόι της Παναγιάς και η γιαγιά με την εγγονή τις ακολούθησαν, μπαίνοντας σιωπηρά στον ναό. Κερί, λιβάνι και μύρο πλανιόταν στην ατμόσφαιρα, ενώ στα βουβά πρόσωπα των ανθρώπων ήταν ζωγραφισμένες η συγκίνηση και η κατάνυξη. Αταίριαστη η χαρά της φύσης με 'κείνον τον θρήνο, ξαφνική και η συναισθηματική μετάβαση για την  Έλενα που κοιτούσε τριγύρω σαστισμένη. Χαρά και λύπη, ζωή και θάνατος, θρήνος και τραγούδι έμοιαζαν να παραμερίζουν τις αντιθέσεις τους και να φιλιώνουν, πάνω στον ανθοστόλιστο Επιτάφιο.

Μόλις τελείωσε η ακολουθία του Επιταφίου, όλοι κατευθύνθηκαν προς το αρχονταρίκι και κάθισαν πάνω στους ξύλινους σκαλιστούς καναπέδες, τους στολισμένους με χειροποίητα υφαντά. Τα έντονα χρώματά τους είχαν τυπωθεί ανεξίτηλα στη μνήμη της, όπως και τα σχέδια που είχαν υφάνει με δεξιοτεχνία στους αργαλειούς, επιδέξια χέρια. Παγώνια, λουλούδια, πουλιά σε κόκκινες, πορτοκαλί και φούξια αποχρώσεις, πρόσθεταν στον ήδη φιλόξενο χώρο μια νότα ζεστασιάς.

Οι μοναχές, χαμογελαστές και ευπροσήγορες, πήγαιναν κι έρχονταν με τους δίσκους φορτωμένους με καφέ, νερό και λουκούμια. Για την Έλενα, εκείνη η στιγμή ήταν η πιο ιερή. Αν της άρεσε να πηγαίνει στο μοναστήρι, αν περίμενε πώς και πώς να έρθει η Μ. Παρασκευή, ήταν για 'κείνα τα λουκούμια που είχαν γεύση τριαντάφυλλου και που, όπως έλεγε, πιο εύγευστα λουκούμια δεν είχε φάει πουθενά αλλού. Η φαντασία της τα ήθελε να φτιάχνονται από τα ροδοπέταλα των τριανταφυλλιών του μοναστηριού και να σμίγουν με τα υπόλοιπα αρώματα του χώρου, γι' αυτό και τα έβρισκε τόσο ξεχωριστά. Η ματιά της ακολούθησε λαίμαργα τους δίσκους  με τα μικρά γλυκόμελα και στη θέα τους οι παιδικές της αισθήσεις λίγωσαν. Όταν μια νεαρή μοναχή ήρθε μπροστά της με τον δίσκο, άπλωσε ντροπαλά το χεράκι της και πήρε ένα από αυτά. Τα τρυφερά ακροδάχτυλά της βούλιαξαν στην λευκή και ρόδινη σάρκα του, που άφησε πάνω τους ένα λεπτό στρώμα άχνης. Το έβαλε αμέσως στο στόμα κι έκλεισε τα μάτια, καθώς ένιωσε αμέτρητα τριαντάφυλλα να ανθίζουν και να σκορπούν τα άλικα πέταλά τους, ραντίζοντας τη γεύση της με φίνο άρωμα. Ποτέ δεν έτρωγε μόνο ένα και πάντα έφευγε από το μοναστήρι μ' ένα κουτάκι λουκούμια, δώρο των καλογριών στη μικρή επισκέπτρια που τα λάτρευε.

Όσο θυμόταν τα περασμένα, η όψη της  Έλενας γλύκαινε κι ο Άγγελος, που την έβλεπε, χαμογελούσε κι όλο την τσίγκλιζε με ερωτήσεις, για να θυμηθεί το ένα ή το άλλο.  

Είχε βραδιάσει για τα καλά και η βροχή είχε σταματήσει από ώρα, αφήνοντας μονάχα τη μυρωδιά των σάπιων φύλλων να αιωρείται στην ατμόσφαιρα.

«Να 'σαι καλά Άγγελε. Με την παρέα σου η ώρα πέρασε ευχάριστα», του είπε η κοπέλα και σηκώθηκε να φύγει.

«Το λουκούμι σου δε θα το φας; Το άφησες μισοφαγωμένο.»

«Ασ' το σου λέω, άγευστο είναι. Θα μείνω με τη γεύση του ούζου και της κουβέντας μας»

Φόρεσε την καπαρντίνα της, τυλίχτηκε καλά με το κασκόλ, τον χαιρέτησε και βγήκε από το καφενείο. Στάθηκε μόνο για μια στιγμή μπροστά από την ανοιχτή πόρτα, πήρε βαθιά ανάσα, σαν κάτι να έψαχνε με την όσφρηση κι αφού δεν το βρήκε συνέχισε το δρόμο της.  

 

_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    Για να είναι ένα διήγημα πετυχημένο πρέπει εκτός από τα αφηγούμενα να έχει ωραίες εικόνες και μυρωδιές Και το δικό σου Χριστινο-Σουλελάκι τα έχει και τα τρία.
    ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Λένα μου σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Καλή Ανάσταση σου εύχομαι κι εγώ με ανάταση ψυχής.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Ημερολόγιο 2019 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος