Δευτέρα 28 Μαϊου 1962

Αγαπημένη μου Ελένη,


Λείπω ήδη εννιά μήνες, μα δεν έχω λάβει ούτε μια γραφή σου. Σου ‘χω στείλει κι άλλα γράμματα μα δεν ξέρω αν τα ‘λαβες ή τα κατάπιε κι αυτά η θάλασσα. Βαράει ο ασύρματος και η καρδιά μου ελπίζει να ‘ναι από σένα. Μα δεν είναι.
Ο Νάσος κι ο Κοσμάς με περιγελούν. Γελούν κάτω απ’ τις μουστάκες τους. Τις βαρέθηκα τις μουστάκες τους Ελένη. Μου ‘λειψε το άσπρο σου δέρμα, τα κόκκινα χείλη σου.
Βγαίνω στην πλώρη και όσο φτάνει το μάτι μου, μαυρίλα. Μέρες έχει να ισιώσει η θάλασσα. Εκεί θα καλοκαιριάζει. Θα βγαίνεις με τα λουλουδένια σου φορέματα και θα φυσάει τ’ αεράκι τα κόκκινα μαλλιά σου. Αριβάραμε πριν τρεις βδομάδες στο Κουίνσλαντ και σου πήρα ένα τέτοιο λουλουδένιο φόρεμα. Σε φαντάστηκα να το φοράς. Θα σου πηγαίνει πολύ Ελένη. Μα θα το βάλεις ίσως το επόμενο καλοκαίρι. Δεν πειράζει.
Θυμάμαι τις ώρες μου μαζί σου. Ήμουν πολύ ευτυχισμένος. Τώρα έχω συνέχεια σφίξιμο. Όχι σαν εκείνο. Άλλο σφίξιμο. Φοβάμαι πως δεν θα γυρίσω σύντομα. Κι αν γυρίσω, θα σε βρω Ελένη; Ας μη σε στενοχωρώ όμως. Φταίει η θάλασσα που με κούρασε. Βρώμισε το δέρμα μου πετρέλαιο. Η μύτη μου έκαψε. Αλάτι και πετρέλαιο μόνο. Φέρνω όμως στο νου μου τ’ άρωμά σου, την ευωδιά απ’ τα μαλλιά σου. Και νομίζω πως τα μυρίζω. Πως είσαι κοντά μου. Κι έτσι αντέχω.
Δεν θα ξαναταξιδέψω. Το είπα. Τα μίλησα με τον εαυτό μου χτες. Θα μείνω στον Πειραιά. Θα πιάσω ένα σπίτι και θα δουλέψω με τον αδερφό μου στα τόπια. Και θα ράψεις πολλά λουλουδένια φορέματα! Θα γίνω τρανός και τότε θα πάψει η μάνα σου να σε προξενεύει στον έμπορα. Ευτυχως δεν σε έπειθε Ελένη, έτσι δεν είναι;
Βγάζω κάπου κάπου την κορδέλα σου. Μυρίζει ακόμα. Ο Νάσος λέει ότι δεν μυρίζει τίποτα και ότι την κάτσιασα πια. Αλλά πού να καταλάβει ο Νάσος από μυρωδιά γυναίκας. Σάμπως έπιασε καμία ποτέ; Θα γελάς τώρα Ελένη! Θα γελάς με τα αστραφτερά δόντια σου και θα κλείνουν τα όμορφά σου μάτια από ευτυχία.
Θα γυρίσω Ελένη. Θα γυρίσω και θα γεμίσουμε το μπαλκόνι μας λουλούδια. Μου ‘λείψαν τα λουλούδια. Τα βλέπω μόνο στο φόρεμά σου. Θα ακούμε το πρωί τα πουλιά να μας ξυπνούν. Και θα κελαηδούν όμορφα. Βαρέθηκα τους γλάρους. Αλλά κι αυτοί ακόμα έχουν μέρες να φανούν. Ποιος ξέρει πότε θα πλησιάσουμε στεριά. Ας μη σε στενοχωρώ όμως.
Σ’ αγαπώ. Για πάντα Ελένη.

 

_

γράφει η Ιωάννα Ζιγγιρίδου