Μια θάλασσα, κοντά

Δημοσίευση: 16.03.2020

Ετικέτες

Κατηγορία

Δευτέρα 28 Μαϊου 1962

Αγαπημένη μου Ελένη,


Λείπω ήδη εννιά μήνες, μα δεν έχω λάβει ούτε μια γραφή σου. Σου ‘χω στείλει κι άλλα γράμματα μα δεν ξέρω αν τα ‘λαβες ή τα κατάπιε κι αυτά η θάλασσα. Βαράει ο ασύρματος και η καρδιά μου ελπίζει να ‘ναι από σένα. Μα δεν είναι.
Ο Νάσος κι ο Κοσμάς με περιγελούν. Γελούν κάτω απ’ τις μουστάκες τους. Τις βαρέθηκα τις μουστάκες τους Ελένη. Μου ‘λειψε το άσπρο σου δέρμα, τα κόκκινα χείλη σου.
Βγαίνω στην πλώρη και όσο φτάνει το μάτι μου, μαυρίλα. Μέρες έχει να ισιώσει η θάλασσα. Εκεί θα καλοκαιριάζει. Θα βγαίνεις με τα λουλουδένια σου φορέματα και θα φυσάει τ’ αεράκι τα κόκκινα μαλλιά σου. Αριβάραμε πριν τρεις βδομάδες στο Κουίνσλαντ και σου πήρα ένα τέτοιο λουλουδένιο φόρεμα. Σε φαντάστηκα να το φοράς. Θα σου πηγαίνει πολύ Ελένη. Μα θα το βάλεις ίσως το επόμενο καλοκαίρι. Δεν πειράζει.
Θυμάμαι τις ώρες μου μαζί σου. Ήμουν πολύ ευτυχισμένος. Τώρα έχω συνέχεια σφίξιμο. Όχι σαν εκείνο. Άλλο σφίξιμο. Φοβάμαι πως δεν θα γυρίσω σύντομα. Κι αν γυρίσω, θα σε βρω Ελένη; Ας μη σε στενοχωρώ όμως. Φταίει η θάλασσα που με κούρασε. Βρώμισε το δέρμα μου πετρέλαιο. Η μύτη μου έκαψε. Αλάτι και πετρέλαιο μόνο. Φέρνω όμως στο νου μου τ’ άρωμά σου, την ευωδιά απ’ τα μαλλιά σου. Και νομίζω πως τα μυρίζω. Πως είσαι κοντά μου. Κι έτσι αντέχω.
Δεν θα ξαναταξιδέψω. Το είπα. Τα μίλησα με τον εαυτό μου χτες. Θα μείνω στον Πειραιά. Θα πιάσω ένα σπίτι και θα δουλέψω με τον αδερφό μου στα τόπια. Και θα ράψεις πολλά λουλουδένια φορέματα! Θα γίνω τρανός και τότε θα πάψει η μάνα σου να σε προξενεύει στον έμπορα. Ευτυχως δεν σε έπειθε Ελένη, έτσι δεν είναι;
Βγάζω κάπου κάπου την κορδέλα σου. Μυρίζει ακόμα. Ο Νάσος λέει ότι δεν μυρίζει τίποτα και ότι την κάτσιασα πια. Αλλά πού να καταλάβει ο Νάσος από μυρωδιά γυναίκας. Σάμπως έπιασε καμία ποτέ; Θα γελάς τώρα Ελένη! Θα γελάς με τα αστραφτερά δόντια σου και θα κλείνουν τα όμορφά σου μάτια από ευτυχία.
Θα γυρίσω Ελένη. Θα γυρίσω και θα γεμίσουμε το μπαλκόνι μας λουλούδια. Μου ‘λείψαν τα λουλούδια. Τα βλέπω μόνο στο φόρεμά σου. Θα ακούμε το πρωί τα πουλιά να μας ξυπνούν. Και θα κελαηδούν όμορφα. Βαρέθηκα τους γλάρους. Αλλά κι αυτοί ακόμα έχουν μέρες να φανούν. Ποιος ξέρει πότε θα πλησιάσουμε στεριά. Ας μη σε στενοχωρώ όμως.
Σ’ αγαπώ. Για πάντα Ελένη.

 

_

γράφει η Ιωάννα Ζιγγιρίδου

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 22 – 23 Ιουνίου 2024

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 22 – 23 Ιουνίου 2024

Real News Καθημερινή Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων (Δεν στέλνουμε ανεπιθύμητη αλληλογραφία ενώ μπορείτε να διαγραφείτε με ένα κλικ και δεν θα...

Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ

Η Ηρώ και ο Χάρης τρέχουν με τη μηχανή τους μακριά, προς άλλους προορισμούς, πίσω τους τρέχουν σκυλιά· δεν φοβούνται, δεν τρέμουν. Μπροστά τους έχουν το τέρμα της διαδρομής, και είναι άγιο. Ένα μοναστηράκι στης παρυφές ενός λόφου του νησιού. Η βροχή πέφτει αλύπητα,...

Το τελευταίο μεροκάματο

Το τελευταίο μεροκάματο

Από το μυαλό της δεν φεύγανε τα απειλητικά λόγια, που αντάλλαξαν στο τηλέφωνο χθες το βράδυ με τον πρώην άντρα της όταν αυτή αναλύθηκε σε λυγμούς, μόνη και αβοήθητη στον κόσμο.  Σήμερα κοντοστέκεται λίγο να ξαποστάσει και να πάρει μιαν ανάσα, σκουπίζοντας τον ιδρώτα...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Το τελευταίο μεροκάματο

Το τελευταίο μεροκάματο

Από το μυαλό της δεν φεύγανε τα απειλητικά λόγια, που αντάλλαξαν στο τηλέφωνο χθες το βράδυ με τον πρώην άντρα της όταν αυτή αναλύθηκε σε λυγμούς, μόνη και αβοήθητη στον κόσμο.  Σήμερα κοντοστέκεται λίγο να ξαποστάσει και να πάρει μιαν ανάσα, σκουπίζοντας τον ιδρώτα...

Ουράνιες μελωδίες

Ουράνιες μελωδίες

Ερμητικό το σφράγισμα των κτιρίων με τα σιδερένια φαντάσματα της γειτονιάς της Άνω Πόλης, κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό του Φεβρουαρίου, που τυλίγει με γκρίζο πέπλο ομίχλης, τη Νύμφη του Θερμαϊκού μέχρι κάτω, στο φωτισμένο λιμάνι. Το κρύο του Βαρδάρη αβάσταχτο. ...

Ο πραματευτής

Ο πραματευτής

ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗ ΤΟΝ ΞΕΡΑΝ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ. Ούτε ρώτησε κανείς τ’ όνομά του, ούτ’ εκείνος το ’πε ποτέ σε κανέναν. Λιγόλογος. Μέτριο, γεροδεμένο κορμί.  Πυκνά, σμιχτά φρύδια σκέπαζαν δυο μάτια βαριά. Νιότερος γνωρίζονταν από μια μεγάλη λοξή χαρακιά που ξεκίναγε από το μέτωπο,...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου