Χρόνε παγκόσμιε, ανυπέρβλητε,
γεμιστή των κανονιών της ανάμνησης,
γεμίζεις μνήμες ασπρόμαυρες
σαν τις παλιές φωτογραφίες
τ' άδεια συρτάρια της μέρας.

Φαίνεσαι συ μέρα φωτεινή
με αρχηγό τον ήλιο,
το μεγάλο πατέρα των Αιγυπτίων,
το θεό Ρα
που ναό του φτιάξανε υπέρλαμπρο
κι Αμμωνα Δία τον είπανε
στην έρημο της Ανατολής.

Και διαλύεις το σκοτάδι
πυκνό κι υγρό, ίδιο σύννεφο
που κυοφορεί βροχή φθινοπωρινή,
λύτρωση απ' τις θέρμες του θέρους.

Οι πρώτες ακτίνες του σμίγοντας ερωτικά
με την απέναντι βουνοκορφή,
στιλβώνουν με το λαμπρό τους φως
χαρές και λύπες που πέρασαν
και περνώντας τις στο περιδέραιο της ζωής
χάντρες από ελεφαντόδοντ' ακριβές,
σ' ανατολίτικα παζάρι' αγορασμένες,
τις φορούν στο λαιμό της μέρας
που φτάνει θριαμβολογώντας,
φυλαχτό παράξενο, ξόρκι
απ' το μάτι το κακό των ανθρώπων
που δεν τους γλύκαναν
τα σταφύλια τ' Αυγούστου.

 

_

γράφει η Πολυξένη Βακιρλή

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!