Βροντές, αστραπές ριπές ανέμου που έσφαζαν… Χειμώνας, όχι απλά βαρύς, αλλά ασήκωτος ακόμη και με βίντσι! Το νόημα των κλιματικών αλλαγών, μόνον σε κανένα παραμύθι της γιαγιάς που αναβαθμιζόταν σε ποιότητα, με διηγήσεις βγαλμένες από την αχαλίνωτη γεροντική φαντασία, μα και πείρα ζωής της.

    Η πιτσιρικαρία έτρεμε το αστραπόβροντο και του έδινε μεταφυσικές και θεϊκές ερμηνείες: «Μα τι γίνεται καλέ νενέ στον ουρανό, πόλεμος; Ποιοι οι οχτροί, ποιοι οι φίλοι; Ποιος πολεμάει εναντίον ποιου και γιατί;»

    Και αν οι απαντήσεις που ελάμβαναν, δεν ικανοποιούσαν την παιδική ικανότητα φαντασίας, έδιναν τότε μόνα τους απαντήσεις που πλησίαζαν την δική τους αλήθεια: «Να δεις που ο γέρο Δίας έστησε κανέναν από τους παροιμιώδεις καυγάδες μετά της συμβίας του Ήρας και αυτή του πετάει κατακέφαλα όποιο κατσαρολικό βρει μπροστά της στην ουράνια κουζίνα. Και ο Δίας, που γι’ αυτόν ο κεραυνός δεν είναι παρά χάντρα στο μπεγλέρι του, τα ‘χει παίξει ο δόλιος και τρέμει τον ιδιότυπο τούτο πόλεμο, αυτός, ο Θεός των Θεών, σαν δεν ντρέπεται λιγάκι…

    Εδώ που τα λέμε δεν έχει και τόσο άδικο η καημένη η Θεά, που δεν ήταν πάντα ζηλιάρα, αλλά που τα μπερμπαντέματα του άντρα της την μετέτρεψαν σε ζηλιαρόγατα. Κι ο Δίας να απορεί, ρε  ‘σεις, με το σκεπτικό που έχουμε όλα τα αρσενικά, ‘‘Είμαι ή δεν είμαι άντρας κα το κέφι μου θα κάνω;’’. Αμ, δεν είναι έτσι Θεέ μας, δεν είναι έτσι. Και αν είχε δώσει σημασία και βάση στη ζήλια της κυράς του, ίσως και το δωδεκάθεο να μην είχε ξεφτίσει με τούτα και με εκείνα! Μοιραίο επακόλουθο η αντικατάστασή του από την δική μας τη θρησκεία, που και πιο δίκαιη είναι και πιο δημοκρατική, και αντέχει ανά τις χιλιετίες».

*

    Σε έναν λοιπόν από τους δαύτους τους ουράνιους πολέμους και όχι χειμώνα καιρό παρακαλώ μα κατακαλόκαιρο, χωρίς καμιά προειδοποίηση της Ε.Μ.Υ., χαλάει ο καιρός, κέφι του και καπέλο του θα μού πεις και έτυχε αυτή τη φορά ο καπτάν Νικολός να έχει πάρει μαζί του για ψάρεμα τον συνονόματο εγγονό του. Τους βρήκε το μπουρίνι στ’ ανοιχτά και τους έδινε και καταλάβαιναν την πλήρη ερμηνεία της φράσης: ‘‘Με έπιασαν τα μπουρίνια μου!’’. Τίποτα χειρότερο μα την αλήθεια. Το γερό ξύλινο σκαρί, το θαλασσινό αγέρωχο άτι των Ελληνικών θαλασσών και καμάρι του νησιού τους βρισκόταν αντιμέτωπο με την Μοίρα του αυτή φορά το δίχως άλλο. Δεν ήταν πια παρά ένα καρυδότσουφλο που μια βυθίζονταν σε απύθμενα βάθη και μια σκαρφάλωνε στην κορυφή κάτι τεράστιων τσουναμικών κυμάτων που παρόμοιά τους  ο καπτάν Νικολός δεν είχε ματαδεί στη ζήση του.

    Ένας ήλιος αλλόκοτος κόκκινος και περίεργος έπαιζε κρυφτό πίσω από μολυβένια σύννεφα που όσο πήγαιναν κα βάραιναν προμηνύοντας νεροποντή, που ήξερε ότι πια, θα ήταν και το τέλος, Μα όχι πως αυτό τον ένοιαζε για πάρτι του. Εβδομηνταπεντάρης που πια τη ζωή του την είχε ρουφήξει για τα καλά, μα για το παιδί, για το λατρεμένο του άγουρο αγόρι έτρεμε το φυλλοκάρδι του και τον πονούσε με έναν πόνο  σχεδόν σωματικό.

  Για πρώτη φορά στη ζωή του θέλησε να κλάψει και το ότι κρατήθηκε και δεν το έκανε, ήταν για το ίδιο το παιδί μη το τρομάξει πιότερο. Αν επιζούσαν, ήταν απόλυτα σίγουρος ότι πιο μεγάλο φόβο δεν θα αισθανόταν από τούτον εδώ που βίωνε τώρα εφιαλτικά.

    «Άτιμη γαλάζια νεράιδα πόσο κακιά γίνεσαι σαν το θελήσεις… Ποιητάδες, ζωγράφοι, μουσικοί σε έχουν υμνήσει, μα θα ήθελα να γνώριζα τι θα υμνούσαν από σένα αν σε έβλεπαν σε αυτό το χάλι που ζω, σ’ αυτό το   πανάσχημο ξεμάλλιασμα μιας μέγαιρας… Αν δεν σε καταριόταν και εκείνοι όπως εγώ το κάνω τώρα, σίγουρα μια κρυφοανωμαλία θα την είχαν… Γιατί εσύ αποκαλύφτηκες πια, ότι δεν είσαι άλλο από μια στρίγγλα, Θεά του κακού, που Άγνωστον γιατί, μισείς πάνω απ’ όλα τον άνθρωπο, αυτόν, που σε λατρεύει τρομάρα σου. Κύριος οίδε με ποιον τα έχεις βάλει και λυσσομανάς από θυμό…

     Αι Νικόλα μου βάλε ένα χεράκι να ηρεμίσει η ‘‘Λερναία Ύδρα’’, ρώτα και τον παππού Ποσειδώνα μη και την ξέρει καλύτερα σε τέτοιες versions και θα παραγγείλω για την Χάρη σου, το καλύτερο ασημένιο ανάθημα στον Μόσχο τον ασημοποιό που θα το φέρω ο ίδιος, ντυμένος τα γιορτινά  μου στο εκκλησάκι σου την ημέρα της γιορτής σου. Μόνο μπάστα μη μου πάθει κακό το παιδί, μόνον αυτό. Να δεις που έρχομαι ακόμη και στου θεόμουρλου Ξέρξη την θέση, που με την ήττα του στην Σαλαμίνα τώρα  καταλαβαίνω γιατί της τις έβρεξε για τα καλά».

    Και άντε τώρα και εξήγησέ μου καλέ μου αναγνώστη, σαν τι θα το κάνει το τάμα ο Άγιος που του έταξε ο Νικολιός! Το ζήτημα είναι ότι δεν πέρασαν λίγα λεπτά μετά από την προσευχή και άρχιζε να κοπάζει το μπάχαλο. Τα ‘δες;

    Να δεις που κάτι παίζει με τα τάματα δεν εξηγείται αλλιώς το timing. Είναι η καίρια στιγμή που η υπόσχεση του θνητού έχει απήχηση στους ολάνοικτους ουρανούς και το ευήκοον ους κάποιου καθ’ ύλην αρμόδιου Αγίου την εισπράττει και σπεύδει να εκτελέσει την παράκληση, όχι βέβαια για να αυξήσει την συλλογή του, μισητό πράγμα σίγουρα τα φακελάκια σε τέτοιους  Χώρους, αλλά γιατί αυτή είναι η ουράνια απασχόλησή του. Το ίδιο καθήκον θα εκτελούσε εκείνην την στιγμή, αν αντί για το ασημένιο βαρύτιμο τάμα ο  θαλασσο -πνιγμένος τού έταζε μια ταπεινή λαμπάδα στο εκκλησάκι του βράχου που ασπρίζει. Ή το ακόμη ταπεινότερο κεράκι που άναβε στη χάρη Του εκείνη την δύσκολη ώρα η τρελαμένη από την αγωνία μικρομάνα τού εγγονού που όλοι είδαν να μαραίνεται η νιότη και η ομορφάδα της μέσα σε ελάχιστες τραγικές ώρες.

*

   Να όμως, που η κακιά ώρα έπαψε να υπάρχει και το βαριά τραυματισμένο μα άτρωτο τελικά σκαρί, φάνηκε στη γραμμή του μονιασμένου πλέον ορίζοντα, με τη μικρομάνα να δίνει την δική της όμως  μάχη από δω και μετά, στην εντατική, όπου την οδήγησε η όλη ιστορία, από την οποία τελικά βγήκε νικήτρια.

    Έπειτα από τούτη  την παραλίγο διπλή τραγωδία, έπιασε τον θαλασσόλυκο  Νικολό μια τέτοια αποστροφή για την ξελογιάστρα του, όμοια της οποίας για καμία άλλη έμβια ύπαρξη είχε νιώσει ποτέ. Την αντιμετώπιζε σαν μια πολυαγαπημένη γυναικεία ύπαρξη που τον πρόδωσε φρικτά που τού έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι πώς έπαιξε σαν σε ζάρια την ζωή όχι  μόνον την δική του, μα των πιο πολυαγαπημένων δικών του ανθρώπων και ότι αυτό το έκανε με κακία και απώτερο σκοπό να τον φοβερίσει ένα πράγμα, αφού στην τελική δεν πραγματοποίησε τα σχέδιά της για κανέναν…

    Μέχρι το τέλος της ζωής του δεν ξαναπάτησε το πόδι του σε πλεούμενο και αντίκριζε τα κύματά της με μια άνευ προηγουμένου περιφρόνηση, κατά πώς, νόμιζε, ότι της άξιζε. Ίσως και να περίμενε κανείς ότι τα συναισθήματα τούτα τα αρνητικά, θα τα ενστερνίζονταν και ο εγγονός, μα συνέβη το τελείως ανάποδο. Το παιδί με τα χρόνια εξελίχτηκε στον καλύτερο καπετάνιο που είχε βγάλει αυτός ο τόπος.

    Και μια και αναφερθήκαμε στο μπουρίνι εκείνο που το θυμούνται οι νησιώτες με δέος, να συμπληρώσουμε ένα παράξενο γεγονός που έλαβε χώρα στην αυλή του σπιτιού του καπτάν Νικόλα, την ώρα που εκείνος και το παιδί πάλευαν με το θεριό. Ένα από εκείνα τα τρομακτικά κεραυνόβροντα έπεσε πάνω στην μουριά της και την θέρισε στα δυο. Φανερή η σημειολογία της Φύσης στην μετάφρασή της, είπαν όλοι. Μα να που ευτυχώς δεν επαληθεύτηκε και δεν ήταν παρά μία απίστευτη σύμπτωση.

*

   Κακό πράγμα τελικά, ο όποιου είδους πόλεμος, ακόμη και αν προέρχεται από την πανέμορφη Φύση, την οποία αντέγραψε ο άνθρωπος, ξεπερνώντας την στον τομέα αυτόν, σε φαντασία, σκληρότητα και αυτοκαταστροφή…

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε ότι το σχόλιο σας είναι πολύτιμο!