Ένιωσα... το χέρι του που μου χάιδευε τρυφερά τον ώμο. Γύρισα και τον κοίταξα. Τα μάτια του έλαμπαν περίεργα. Ίσως να ήταν από τη μεγάλη του χαρά ή ίσως που τα φώτιζε το φεγγάρι. «Θέλεις να περπατήσουμε λίγο;» Ρώτησε και τα δάχτυλα του μπλέχτηκαν με τα δικά μου. «Είμαι ξυπόλητη...» του απάντησα γελώντας και σήκωσα το γαλάζιο μου φουστάνι για να δει. Ήμουν ξυπόλητη. Κι έτσι ξυπόλητη χόρευα με τους υπόλοιπους καλεσμένους στο μυρωδάτο φρεσκοκουρεμένο γρασίδι. Γέλασε. Το γέλιο ανέβηκε τρυφερά στα μάτια του. Έσκυψε κάτω κι έλυσε τα κορδόνια από τα μαύρα του καλογυαλισμένα παπούτσια. Μέτα μπρος στα έκπληκτα μάτια όλων, έβγαλε τις κάλτσες του και τα άφησε στο τοιχάκι παραδίπλα. «Τώρα είναι καλύτερα;», ξαναρώτησε γελώντας περισσότερο… Πιθανότατα με το ύφος μου. Γέλασα. Δεν είχα λόγια!... Κράτησε σφιχτά το χέρι μου κι έτσι χέρι χέρι, απομακρυνθήκαμε... Ήταν Αύγουστος! Είχε πανσέληνο! Και πριν λίγες ώρες είχε παντρευτεί την καλή του!... Το δασάκι δίπλα στο εκκλησάκι του Άι Γιώργη ξεχείλιζε από τις μυρωδιές της υπέροχης νύχτας. Χέρι - χέρι, φτάσαμε στα σκαλιά του. Γύρισε και με κοίταξε στα μάτια. Τα βλέφαρα του ήταν νοτισμένα και δεν έφταιγε για αυτό ούτε ο Αύγουστος ούτε το φεγγάρι. «Είμαι ευτυχισμένος μαμά…», μου είπε. «Πολύ ευτυχισμένος»!!!

 

_

γράφει η Σοφία Ντούπη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!