Γ' Μέρος

(Δείτε εδώ το πρώτο κι εδώ το δεύτερο μέρος της ιστορίας)

Ο Θανάσης έφερε τους καφέδες και καινούργιο τασάκι. Ο Δημήτρης άναψε τσιγάρο και την κοίταξε στα μάτια επίμονα, αμίλητος για λίγο.
«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα... σοβαρό... Θα προσπαθήσω να σου το εξηγήσω όσο πιο απλά μπορώ αλλά σε παρακαλώ να μη με διακόψεις, δεν είναι εύκολο, έτσι κι αλλιώς, και θα γίνει ακόμη πιο δύσκολο αν χάσω τον ειρμό μου».
Με το βλέμμα καρφωμένο στον καφέ του που άχνιζε και φωνή χαμηλή, που έσπαζε κάθε τόσο από την ένταση, της ανέφερε όλα αυτά που του είχε πει η γιατρός κι εκείνα που είχε βρει ο ίδιος στο διαδίκτυο. Όταν τέλειωσε και σήκωσε το βλέμμα, την είδε να τον κοιτάζει με πρόσωπο αναστατωμένο και μάτια που γυάλιζαν από δάκρυα και ένταση.
«Είσαι... είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε με χείλη που έτρεμαν. «Θέλω να πω... δεν μπορεί να έχει γίνει λάθος; Τόσα και τόσα ακούμε... μπορεί...»
«Αγάπη μου» την διέκοψε μαλακά παίρνοντας το χέρι της στο δικό του. Ήταν παγωμένο κι αυτό τον πόνεσε πολύ. «Δεν είναι λάθος, οι εξετάσεις έγιναν ξανά και ξανά. Αυτό που με τρελαίνει είναι ότι μπορεί να έχω κολλήσει κι εσένα... δεν το χωράει το μυαλό μου... όπως δεν μπορεί να χωρέσει το πώς το κόλλησα εγώ... Η γιατρός ήταν σαφής - μεταδίδεται σχεδόν αποκλειστικά με την σεξουαλική επαφή και με την χρήση μολυσμένης βελόνας... κι εγώ δεν έχω κάνει χρήση ναρκωτικών... ποτέ... και η μόνη γυναίκα που υπάρχει στη ζωή μου είσαι εσύ... οπότε...»
Ένιωσε το χέρι της να παγώνει ακόμη πιο πολύ και να αποτραβιέται από τη χούφτα του. Ξαφνιάστηκε, την κοίταξε. Είδε στα μάτια της έναν φόβο, μια ενοχή, ένα σοκ. Ήταν η σειρά της να καρφώσει το βλέμμα στο φλιτζάνι και να χλομιάσει.
«Ελένη... τι συμβαίνει; Αγάπη μου τι έπαθες; Μίλα μου σε παρακαλώ».
Εκείνη ξέσπασε σε αναφιλητά. Βουβά, ήσυχα, απελπισμένα. Με το πρόσωπο χωμένο στις παλάμες της, με τους ώμους να τραντάζονται από τους λυγμούς, με φωνή ψιθυριστή, που χανόταν κάθε τόσο, άρχισε να του μιλάει. Κι όσο εκείνη μιλούσε τόσο το πρόσωπό του σκλήραινε και γινόταν μια μάσκα που έκρυβε την καταιγίδα μέσα του. Άναβε το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο κι άκουγε σιωπηλός φράσεις κομματιασμένες.
Για το περασμένο καλοκαίρι. Που εκείνος είχε πάει στις Βρυξέλλες για δυο μήνες σταλμένος από την δουλειά του. Κι εκείνη πήγε με δυο φίλες της διακοπές σε κάποιο νησί. Για το βράδυ που είχε γενέθλια μια από αυτές. Και που είπαν να το γλεντήσουν ξέφρενα. Για το ολονύχτιο πάρτυ στο κλαμπ. Μαζί με μια παρέα ξένους τουρίστες, άντρες και γυναίκες, που είχαν γνωρίσει εκεί. Για το μεθύσι που τις άφησε σχεδόν αναίσθητες. Για τον άγνωστο άντρα που βρήκε το άλλο μεσημέρι δίπλα της, στο κρεβάτι. Και που δεν θυμόταν καθόλου πώς βρέθηκε εκεί. Ούτε τι είχε προηγηθεί. Για τις φωνές που έβαλε πετώντας τον έξω από το δωμάτιο. Για τον πανικό και την ντροπή που ένιωσε. Για το δίλημμα που την ταλάνιζε τόσους μήνες - να του το πει ή όχι;
Και τώρα αυτό. Η αρρώστια. Η απόγνωση. Οι τύψεις - γιατί ήταν σίγουρη, εκείνη έφταιγε. Εκείνη και η απύθμενη βλακεία της, η ασυγχώρητη επιπολαιότητά της. Που πήρε κι εκείνον στο λαιμό της. Τον άντρα που αγαπούσε. Που δεν θα μπορούσε να τον ξανακοιτάξει ποτέ στα μάτια. Που πέρα από μια τεράστια «συγνώμη» δεν είχε κάτι άλλο να του πει. Ποτέ ξανά. Γιατί δεν θα την ξανάβλεπε. Ποτέ ξανά. Αυτό τουλάχιστον του το χρωστούσε. Και μπορούσε να το κάνει - να εξαφανιστεί από τη ζωή του.
Την άκουγε παραζαλισμένος, μουδιασμένος. Τόσο που, όταν με την τελευταία της φράση σηκώθηκε απότομα, άρπαξε την καπαρντίνα της και ξεχύθηκε στο καλντερίμι αψηφώντας τη βροχή που συνέχιζε να πέφτει με μανία, εκείνος έμεινε ασάλευτος. Με το μυαλό μουδιασμένο όσο και το σώμα, προσπαθούσε να βάλει σε τάξη όλα τα απίστευτα που είχε ακούσει.

 

της Βάσως Αποστολοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!