Δ' Μέρος

(Δείτε εδώ το πρώτο, εδώ το δεύτερο κι εδώ το τρίτο μέρος της ιστορίας)

Η Ελένη; Η δική του Ελένη; Πώς μπόρεσε κι έκανε κάτι τέτοιο; Και κυρίως, πώς μπόρεσε και του το έκρυβε τόσο καιρό; Ξαφνικά, μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο, είχε δει την ζωή του να καταρρέει... και δεν ήξερε για τι να πρωτοθρηνήσει... Για τον πέλεκυ της αρρώστιας που ένιωθε να ακουμπά στον λαιμό του; Για την προδοσία της γυναίκας που αγαπούσε; Για την υποκρισία και την διπλοπροσωπία της; Αλήθεια... πώς άντεχε να τον κοιτάζει κατάματα και να του λέει ότι τον αγαπά; Αυτό τον πονούσε πάνω απ’ όλα, ακόμα κι από το μαντάτο για την υγεία του - η ψευτιά, το θέατρο που του έπαιζε όλους αυτούς τους μήνες.
Ένιωσε ξαφνικά να πνίγεται, να του λείπει αέρας. Άφησε στο τραπέζι ένα χαρτονόμισμα και βγήκε έξω σαν κυνηγημένος. Ούτε και κατάλαβε τον αέρα που τον άρπαξε, τη βροχή που τον μούσκεψε την επόμενη στιγμή. Περπατούσε (παραπατούσε καλύτερα) χωρίς να βλέπει, τυφλωμένος από τα δάκρυα και την νεροποντή, με το βλέμμα στραμμένο στην θύελλα που λυσσομανούσε μέσα του κι έσβηνε την καταιγίδα γύρω του.
Στο γεφυράκι πάνω από την ρεματιά του Τριπόταμου, στα Εβραίικα, σταμάτησε. Το βουητό του ποταμού, που ξεχύνονταν ορμητικός παρασέρνοντας κλαριά και χώματα και κάνοντας τις κροκάλες του βυθού να κατρακυλούν με θόρυβο, έφτανε απειλητικό ως εδώ πάνω. Απόμεινε να κοιτάζει τα αγριεμένα νερά χαμένος σε σκέψεις ζοφερές, σε αξεδιάλυτα συναισθήματα. Μια ριπή του αέρα τον έστειλε ξαφνικά πάνω στο ξύλινο κιγκλίδωμα και ίσα που πρόλαβε να κρατηθεί την τελευταία στιγμή.
«Και γιατί να κρατηθείς;» άκουσε μια φωνή μέσα του. «Μπορεί αυτό να είναι μια κάποια λύση... η τέλεια λύση...Για σκέψου το... ένα δρασκέλισμα, λίγες στιγμές... και μετά τέλος... σκοτάδι... ανυπαρξία... Ούτε σκέψεις, ούτε πόνος, ούτε προδοσία... Τίποτε... μόνο γαλήνη... Η οριστική έξοδος από το αδιέξοδο, η μεγάλη απόδραση από την αγωνία για το αύριο που φαντάζει τόσο απειλητικό... για το σήμερα που κουρέλιασε τα όνειρα... για το χτες που ήταν τόσο κάλπικο, τόσο σαθρό...»
Του φάνηκε τόσο ελκυστική αυτή η προοπτική, τόσο γοητευτική. Έσκυψε και κοίταξε πάλι το χάος που ξανοίγονταν κάτω από τα πόδια του. Ένα μικρό βήμα, μια τόση δα κίνηση κι όλα θα τέλειωναν οριστικά. Γεύτηκε την αλμύρα από τα δάκρυα που κυλούσαν ανεξέλεγκτα κι έφταναν ως την άκρη των χειλιών του. «Οι άντρες δεν κλαίνε», σκέφτηκε άκαιρα την κατηγορηματική δήλωση του πατέρα του σαν ήταν μικρό παιδάκι κι έβαζε τα κλάματα κάθε που μάτωνε στο παιχνίδι.
«Κλάψε, γιόκα μου». Η μορφή της μάνας του ξεπρόβαλε ολοζώντανα μπροστά του. «Δεν πειράζει που κλαις επειδή έπεσες και πονάς... φτάνει που σηκώθηκες... Αύριο, μεθαύριο θα σκοντάψεις και πάλι... και θα πέσεις... και θα ξανασηκωθείς... Αυτή είναι η παλικαριά, και δεν ξεχωρίζει άντρες και γυναίκες - να σηκώνεσαι κάθε φορά που πέφτεις! Όχι αυτό που λέει ο πατέρας σου, πως οι άντρες δεν κλαίνε...»
Έκανε ένα βήμα πίσω. Ύστερα κι άλλο ένα. Κοίταξε ξανά τον Τριπόταμο που συνέχιζε να βουίζει στο βάθος, αδιάφορος για το δράμα του. «Έχασες φίλε», μουρμούρισε. «Παρά λίγο να με κερδίσεις, να με πείσεις...» Πήρε μια πέτρα από κάτω και τίναξε το χέρι με δύναμη. Την παρακολούθησε να κάνει μια μεγάλη καμπύλη και να χάνεται ανάμεσα στα κλαδιά και στα φύλλα των θεόρατων δέντρων που φύτρωναν δεξιά κι αριστερά στις σχεδόν κάθετες πλαγιές της ρεματιάς. Ύστερα γύρισε την πλάτη κι άρχισε να ανηφορίζει το καλντερίμι που έβγαζε στο Ρολόι. Η βροχή είχε κοπάσει σαν και να συνταίριαζε τα βήματά της με το καταλάγιασμα της καταιγίδας μέσα του.
Καθώς ανέβαινε κοντοστάθηκε για λίγο κι έριξε μια ματιά τριγύρω. Θυμήθηκε τις αμέτρητες φορές που είχε πέσει εδώ, στις ίδιες λειασμένες από τα χρόνια πέτρες, τις καλυμμένες με μούσκλια από την υγρασία. Ειδικά τον χειμώνα, που έπιαναν πάγο στα σκιερά σημεία του μονοπατιού, τα γλιστρήματα ήταν καθημερινή υπόθεση και τα γόνατά του μόνιμα γδαρμένα και μελανιασμένα. Έπεφτε... ναι. Μα πάντα σηκωνόταν... πάντα... και συνέχιζε να ανεβαίνει. Έτσι θάκανε και τώρα... θα ανηφόριζε παλικαρίσια την αναπάντεχη αναποδιά της Μοίρας του.
Έστειλε νοερά την αγάπη του στην μάνα του, έβγαλε από την τσέπη του το κινητό και σχημάτισε το νούμερο της γιατρού Βασιλειάδου.

ΤΕΛΟΣ

 

της Βάσως Αποστολοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!