Α' Μέρος

Τα τζάμια είχαν θολώσει από το κρύο. Δεκέμβρης μήνας κι ο χειμώνας είχε εγκατασταθεί για τα καλά στην πόλη. Στο Σέλι είχε πέσει το πρώτο χιόνι κι ο Τριπόταμος, φουσκωμένος από τις τελευταίες βροχές, κυλούσε αφρισμένος κάτω από το ξύλινο γεφυράκι και συνέχιζε θυμωμένος στη βαθιά ρεματιά κάτω από την Εβραϊκή συνοικία.
Μα ο Δημήτρης δεν έβλεπε τίποτε από όλα αυτά. Και δεν έφταιγαν τα θολωμένα τζάμια – ούτε η βροχή που έπεφτε με μανία και σχημάτιζε χοντρά, ακανόνιστα αυλάκια πάνω τους. Καθισμένος σ’ ένα ακριανό τραπεζάκι στο μικρό καφενεδάκι της Μπαρμπούτας, με τον καφέ να παγώνει στο φλιτζάνι και το τασάκι ξέχειλο στα αποτσίγαρα, παρακολουθούσε αφηρημένος τα δρομάκια που άνοιγε το νερό στα τζάμια ενώ το μυαλό του έτρεχε σε άλλα, σκοτεινά μονοπάτια, σ’ έναν λαβύρινθο εφιαλτικών σκέψεων που ένιωθε να τον καταπίνει και να τον εξοντώνει.
Από χτες το απόγευμα ήταν έτσι. Από τη στιγμή που άκουσε το φοβερό, το απίστευτο μαντάτο.
Στην αρχή δεν καταλάβαινε τι ακριβώς του έλεγε η γιατρός. Θες επειδή ήταν εντελώς ανυποψίαστος, θες επειδή του τα έλεγε λίγο γενικόλογα, λίγο αόριστα (για να μπορέσει να τον ενημερώσει όσο το δυνατόν πιο ήπια, πιο ανώδυνα όπως του εξήγησε αργότερα), δεν είχε δώσει και πολλή σημασία. Παλιός αιμοδότης, έδινε αίμα από τα φοιτητικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη και συνέχισε να δίνει εθελοντικά στην Αιμοδοσία του Νοσοκομείου της πόλης του, της Βέροιας, τουλάχιστον δυο φορές το χρόνο. Μάλιστα πέρσι, στα 35 του, είχε πάρει και τιμητικό δίπλωμα από το Υπουργείο γι αυτή του «την προσφορά ζωής», όπως έλεγε το χαρτί κι όπως κι ο ίδιος την θεωρούσε.
Τότε; Τι ήταν αυτό που προσπαθούσε να του πει με τρόπο η γιατρός Βασιλειάδου, με την οποία είχαν γίνει και φίλοι μετά από τόσα χρόνια συνεργασίας;
«Ξέρεις... Δημήτρη...» είχε ξεκινήσει διστακτικά, «την τελευταία φορά που έδωσες αίμα, πριν δυο βδομάδες, οι εξετάσεις δεν ήταν και τόσο καλές...»
«Θα ζήσω γιατρέ μου;» της απάντησε αστειευόμενος ανέμελα, «ή να αρχίσω να ανησυχώ; Πάλι ανέβηκε η χοληστερίνη;»
Μα η γιατρός δεν χαμογέλασε με το αστείο του όπως άλλες φορές. Αντίθετα την είδε να συννεφιάζει και να παίζει νευρικά με το στυλό που κρατούσε στα χέρια.
«Μακάρι να ήταν κάτι τόσο απλό... αλλά φοβάμαι πως τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά...»
«Δηλαδή;» σοβάρεψε με τη σειρά του.
«Δηλαδή... να... ξέρεις καλά ότι κάθε φορά που δίνεις αίμα γίνονται κάποιες εξετάσεις για τα λεγόμενα μεταδιδόμενα νοσήματα... ηπατίτιδα, σύφιλη, AIDS…» σταμάτησε και τον κοίταξε προσεκτικά. Ο Δημήτρης δεν μίλησε.

«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι... κάτι πολύ σημαντικό», συνέχισε εκείνη. «Συνέβη κάτι στη ζωή σου... την προσωπική εννοώ... κάποια σχέση... ή κάτι άλλο... που να μπορεί να σε έβαλε σε κίνδυνο... να κολλήσεις κάτι... κάποιον ιό... με καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;»
«Τίποτε απολύτως», απάντησε κατηγορηματικά, «και καταλαβαίνω πολύ καλά τι θέλετε να πείτε. Με την Ελένη είμαστε μαζί πάνω από δύο χρόνια, σε μια σχέση που υπήρχε και τις προηγούμενες φορές που έδωσα αίμα – και δεν είχε υπάρξει ποτέ πρόβλημα, σωστά; Όσο για τον άλλο πιθανό τρόπο μετάδοσης, τα ναρκωτικά, αυτό κι αν δεν παίζει καθόλου σαν σενάριο», είπε και γέλασε νευρικά, βεβιασμένα. «Οπότε; Μήπως έγινε κάποιο λάθος στις εξετάσεις; Και, για να ’χουμε καλό ρώτημα, σε τι ακριβώς αναφέρεστε;»
Την είδε να συννεφιάζει ακόμα πιο πολύ.
«Δημήτρη θα σου μιλήσω καθαρά γιατί πιστεύω ότι είσαι ένα ώριμο άτομο, μια συγκροτημένη προσωπικότητα και θα μπορέσεις να το διαχειριστείς ψύχραιμα... να το διαχειριστούμε δηλαδή γιατί θα είμαστε σε στενή συνεργασία. Οι εξετάσεις σου έδειξαν ότι είσαι θετικός για τον ιό του AIDS… δυστυχώς... και το αρχικό τεστ και τα επιβεβαιωτικά είχαν το ίδιο αποτέλεσμα...»
Για μια στιγμή, ατέλειωτη και για τους δυο, την κοίταξε εμβρόντητος.
«Αποκλείεται!» ύψωσε ασυναίσθητα τον τόνο της φωνής του. «Δεν υπάρχει περίπτωση! Σίγουρα κάποιο λάθος έγινε, να μου πάρετε δείγμα να κάνετε κι άλλα τεστ... αποκλείεται...» Έγειρε βαρύς στη ράχη της καρέκλας.
«Τα ελέγξαμε όλα πολλές φορές, Δημήτρη μου... κι εδώ και σε εργαστήριο αναφοράς... κι όλα τα τεστ...»

 

της Βάσως Αποστολοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!