Η Μαριλίνα βρίσκεται στο γραφείο της. Εκεί που μέχρι πριν μια βδομάδα ένοιωθε την πλήρη ασφάλεια. Ήταν το βασίλειό της, οι γνώσεις για τις οποίες είχε τόσο κουραστεί και στις οποίες είχε επενδύσει τόσα. Της άρεσε πολύ η δουλειά της. Της άρεσε που συναναστρεφόταν με νέους και νέες και που μοιραζόταν, με κάποιους τουλάχιστον, τις ανησυχίες και την δίψα τους για μάθηση. Κουράστηκε πολύ για να κατακτήσει την πανεπιστημιακή έδρα, όπως της άρεσε πολύ και η έρευνα.

Κοίταξε γύρω της. Είδε στο σημειωματάριο το πρόγραμμά της και με ανακούφιση επιβεβαίωσε πως δεν ήταν πολύ φορτωμένο.

“Έτσι θα πρέπει να είναι από δω και πέρα…” είπε και πήρε μια βαθειά ανάσα.

Είχε περάσει μια πολύ δύσκολη βδομάδα. Πριν λίγες μέρες είχε γυρίσει ο κόσμος της τα πάνω κάτω… Πώς έγινε αυτό; Πότε έγινε και δεν το κατάλαβε; Καλά της είχε πει ο Νίκος πως πέρα από την επιστήμη και την καριέρα της, δεν έβλεπε τίποτα…

Είχαν γνωριστεί στο πανεπιστήμιο, φοιτητές ακόμα, στο πρώτο έτος εκείνη και στο τρίτο εκείνος. Ερωτεύτηκαν παράφορα κι ενώ ο Νίκος είχε προγραμματίσει να φύγει για το μεταπτυχιακό του, προτίμησε να μείνει και να το πραγματώσει εδώ, μέχρι να τελειώσει και η Μαριλίνα του και να φύγουν μαζί. Έτσι κι αλλιώς είχε κατά νου και για δεύτερο μεταπτυχιακό με σκοπό το διδακτορικό. Είχε μεγάλα όνειρα, όπως κι εκείνη άλλωστε.

Βρέθηκαν και οι δύο στον Καναδά και ο έρωτάς τους φούντωνε καθημερινά. Η Μαριλίνα νοιαζόταν για τις σπουδές του που ήταν οι νευροεπιστήμες, όπως κι ο Νίκος έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την χημεία και την φαρμακολογία της…

Έμειναν μια δεκαετία στον Καναδά, αλλά ήθελαν να γυρίσουν στα πάτρια εδάφη, παρόλο που είχε προσφερθεί αξιόλογη δουλειά και στους δύο…

Έκαναν πολιτικό γάμο εκεί και μια κι ερχόταν το πρώτο τους βλαστάρι σε λίγο, αποφάσισαν να επιστρέψουν. Οι δύο γιαγιάδες ήταν νεότατες και θα μπορούσαν να δώσουν ένα χέρι βοήθειας στο μεγάλωμα των παιδιών τους, είχαν κατά νου να κάνουν τέσσερα τουλάχιστον. Με τις περγαμηνές που είχαν υπό μάλης, βρισκόμενοι ακόμη στον Καναδά, είχαν ανοίξει αξιόλογες πόρτες με ενδιαφέρουσες προοπτικές στην πατρίδα. Άλλωστε διατήρησαν τις επαφές και τις συνεργασίες που είχαν με τα πανεπιστήμια και τους καθηγητές τους, ελέω τεχνολογίας…

Η Μαριλίνα γέννησε δίδυμα, ζευγάρι, αγόρι-κορίτσι και όλοι ήταν πολύ ευτυχισμένοι. Ο Νίκος έδειχνε τον έρωτά του με κάθε τρόπο κι εκείνη απολάμβανε και ανταπέδιδε. Οι γονείς και των δύο έπεσαν με τα μούτρα στο μεγάλωμα των μωρών, αφού “τα παιδιά” έπρεπε να ασχοληθούν με τις επιστήμες τους.

Τα μωρά μεγάλωναν, οι καριέρες προχωρούσαν και δεν άργησε να έρθει κι η επόμενη εγκυμοσύνη. Ένα πανέμορφο κοριτσάκι γεννήθηκε. Τα δίδυμα είχαν μεγαλώσει αρκετά για να πηγαίνουν σε παιδικό σταθμό. Οι δύο γιαγιάδες μοιράζονταν τις μέρες που θα φρόντιζαν το νεογέννητο, αλλά και τα δίδυμα σαν σχολούσαν.

Όλοι ήταν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι, ώσπου ήρθε εκείνη η μέρα που ενημερώθηκαν από τον παιδίατρο πως η μικρούλα τους δεν “αναπτυσσόταν” όπως έπρεπε. Παρόλο που και οι δύο γονείς βρίσκονταν ανάμεσα σε γιατρούς, παρ’ όλες τις σπουδές τους, σαν να αρνιόνταν να δουν την πραγματικότητα. Άρχισαν εξετάσεις κι εξετάσεις μέχρι ν’ αποδειχθεί πως το μωρό τους θα ήταν “διαφορετικό” από τα άλλα παιδιά, αλλά και από τα αδέλφια του.

Και από κείνη την ημέρα σαν να χάθηκε ο έρωτάς τους, σαν να εξαφανίστηκε η μαγεία κι ο θαυμασμός και την θέση τους πήραν ο εκνευρισμός και οι εντάσεις του ενός για τον άλλον. Μονάχα οι γονείς τους και τα δίδυμα δέχτηκαν την κατάσταση χωρίς να ψάχνουν αιτίες και πού θα επιρρίψουν ευθύνες.

“Το παιδί έχει ανάγκη την αγάπη σας και να το αποδεχτείτε πρώτα εσείς και μετά ο υπόλοιπος κόσμος” είπε μια μέρα η μητέρα της Μαριλένας στην κόρη της. Και συνέχισε δριμύτατη: “Να σας βράσω τα πτυχία και τις σπουδές και των δύο. Τζάμπα λεφτά και τζάμπα χρόνο ξοδέψατε. Εσείς είστε ικανοί μόνο για τα χαρτιά και κακώς γίνατε και γονείς. Ντροπή σας…”

Το ίδιο βράδυ ο Νίκος της ανακοίνωσε πως δεν αντέχει την κατάσταση στο σπίτι και αποφάσισε να ζήσει μόνος του. Είπαν πολλά μεταξύ τους… Πού είχαν κρυμμένη τόση χολή και οι δύο; Τι συνέβη μεμιάς; Από πού ξεπρόβαλαν τόσα παράπονα κι από τις δύο πλευρές; Ποιος άνοιξε πρώτος το κουτί της Πανδώρας και ξεχύθηκε τόση κάκητα και τόση ασχήμια; Δηλαδή, όλα αυτά τα χρόνια υποκρίνονταν; Πώς είναι δυνατόν;

Ο Νίκος γέμισε μια βαλίτσα με τα πλέον απαραίτητα, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε… Η Μαριλένα έμεινε αποσβολωμένη. Δεν μπορούσε να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις, μα προπάντων τα συναισθήματά της. Πώς μπόρεσαν και ξεστόμισαν τόσα πολλά;…

Το ξημέρωμα την βρήκε καθισμένη στην ίδια θέση που σωριάστηκε σαν έφυγε ο Νίκος. Μάταια προσπάθησε να βρει την ψυχραιμία της και να “τακτοποιήσει” τα παιδιά της. Το μόνο που σκέφτηκε, ήταν να τηλεφωνήσει στην μητέρα της ν’ αναλάβει τα μικρά της.

“Δεν θέλω να με ρωτήσεις τίποτα, σε παρακαλώ.”

Και η μητέρα της το σεβάστηκε. Ετοίμασε τα δίδυμα για τον παιδικό σταθμό και πήρε το “αγγελάκι”, όπως έλεγε την μικρή, σπίτι της. Το μόνο που έκανε η Μαριλένα, ήταν να φιλήσει και τα τρία και τους είπε πως θα μείνουν με την γιαγιά για λίγες μέρες, αφού εκείνη και ο μπαμπάς θα φύγουν ταξίδι με την δουλειά τους. Μόλις έμεινε μόνη, ενημέρωσε και την υπηρεσία της πως θα λείψει κάποιες μέρες λόγω αδιαθεσίας.

“Ωραία. Κλείσαμε με όλους. Με μένα, όμως, πώς θα κλείσω;”

Έφτιαξε έναν καφέ, έκανε ένα ζεστό μπάνιο και τυλιγμένη με την κελεμπία της κουλουριάστηκε στον καναπέ. Έπρεπε να καταλάβει τι της είχε συμβεί. Έπρεπε να θυμηθεί πώς ξεκίνησε όλο αυτό και τι κουβέντες αντάλλαξαν με τον Νίκο…

“…Εσένα το μόνο που σ’ ενδιαφέρει, είναι μονάχα η καριέρα σου…” ακουγόταν η φωνή του, σαν από χαλασμένο μαγνητόφωνο.

Δεν ξέρει πόση ώρα πέρασε και αναρωτιόταν αν αποκοιμήθηκε ή ακόμα βλέπει όνειρο…

Στην πολυθρόνα, δίπλα στον καναπέ, ο Νίκος την κοίταζε χωρίς να λέει κουβέντα. Η έκφραση και το βλέμμα του, όμως, έλεγαν τόσο πολλά… Δεν χρειάστηκε να πουν κουβέντα. Κοιτάχτηκαν κατάματα και τα είπαν όλα.

Ο Νίκος πήγε και κάθισε δίπλα της. Ίσα που πλησίασαν ο ένας τον άλλον. Στην αρχή ακούμπησαν τα ακροδάχτυλά τους, μέχρι που αγκαλιάστηκαν και τους λύτρωσαν οι λυγμοί που βγήκαν από τα σωθικά τους…

*

Από κείνη τη μέρα άλλαξαν μεμιάς οι ζωές όλων. Το “αγγελάκι” της γιαγιάς έγινε Αγγελάκι όλων και ιδιαίτερα της Μαριλένας και του Νίκου. Έκαναν πλέον εκπτώσεις στις καριέρες τους και αυξήσεις  στην αγάπη τους και στο νοιάξιμο της μικρής τους κοινότητας…

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια