Έπεσε να κοιμηθεί στρώνοντας κάτω μια χιλιοφθαρμένη κουβέρτα, μα νιώθοντας τυχερός που βρήκε αυτό το έρκερ του σπιτιού να απαγκιάσει, που του προφύλαγε τουλάχιστον τις πλάτες.

    Πεινούσε, αλλά όχι να πεις απελπιστικά πολύ. Είχε βλέπεις εξοικειωθεί σε μεγαλύτερες ελλείψεις, άλλωστε είχε φάει μιαν ολόκληρη τυρόπιτα το πρωί. Του την κέρασε η κυρά Καλλιόπη, αυτόν και όλους τους γείτονες, για τα γενέθλια του εγγονού της. Ολόκληρη τυρόπιτα από ότι θυμόταν είχε να φάει κάτι μήνες. Μεγάλη λοιπόν η σημερινή του τύχη.

   Ήπιε μια γερή γουλιά νερό από το μισοάδειο του πλαστικό μπουκάλι και έγειρε να ξαποστάσει.

    Έκανε λίγη ψύχρα, αλλά να πεις ότι και κινδύνευε από καμιά πνευμονία που ελλόχευε, δε θα το έλεγες. Αυτό δα του έλειπε! Στην τελική, ήταν μεν απελπισμένος αλλά με περιθώρια ελάττωσης της απελπισίας του.

    Χαμογέλασε πικρόχολα. Να δεις που η εγκράτεια, η αναγκαστική έστω, κάνει και καλό στην υγεία. Δεν βαριέσαι, όλα στο μυαλό τ’ ανθρώπου βρίσκονται και η πείνα και η δίψα, όπως και ο παράδεισος ή η κόλαση, ακόμη και ο ύπνος. Να ορίστε είπε τώρα ύπνος, μα εκείνος εδώ και τόσην ώρα και με τα μάτια ερμητικά κλειστά δεν λέει να τον πάρει. Που θα πάει όμως δεν θα αργήσει και αυτό να συμβεί, το ρολόι της εκκλησιάς κτύπησε ήδη εντεκάμιση. Άλλες φορές τέτοιαν ώρα βρίσκεται στον δεύτερο ύπνο του που λένε.

    Η αχνή μουσική που ακούγονταν από το εσωτερικό του σπιτιού έδινε υλικό και περιθώριο ακόμη και για τα όνειρα στα οποία θα βυθίζονταν σε λίγο.

    Ξαφνικά, νιώθει ένα χέρι να ακουμπά τον ώμο του και μια φωνή, μόνον φωνή, να τον παρακινεί να σηκωθεί. Τι περίεργο στ’ αλήθεια. Ο Στρατής άκουγε καθαρά τη φωνή, αισθανόταν την παρουσία της, μα κανέναν δεν έβλεπε εκεί γύρω του και μπρος του.

    «Άλλο και τούτο. Α όχι και παραισθήσεις φιλαράκο μου. Είπαμε, σου λείπει λίγη τροφή και ανέσεις αλλά μέχρι εκεί. Οι παραισθήσεις υπάγονται σε άλλη κατηγορία συναισθημάτων που όπως και να το κάνουμε δεν άπτονται των δικών σου. Be cool λοιπόν και αντιμετώπισε το. Κάποια εξήγηση θα υπάρχει, δεν μπορεί, για όλα υπάρχει» μουρμούρισε ελαφρά αγριεμένος. Συνάμα, υπακούοντας στην έκκληση της φωνής που πρόσταζε να την ακολουθήσει το έκανε, περίεργος για την συνέχεια. Τι είχε άλλο να χάσει; Ό,τι ήταν να χάσει, είχε χαθεί εδώ και καιρό. Δεν του είχε απομείνει τίποτα πέρα από μια μεταφυσική θα λέγαμε περιέργεια για το τι έπαιζε στο προσκήνιο την παρούσα στιγμή και ώρα. Δεν πήγε ο νους του στο κακό ούτε για μια στιγμή. Αυτός δεν είχε πτοηθεί ακόμη και μέχρι πριν λίγο βρει το έρκερ της απάγκιας του και μια φωνή θα τον νικούσε;

    «Σ’ ακολουθώ…», σιγοτραγούδησε, μιμούμενος τον τραγουδιστή Παπακωνσταντίνου. «Όλα όμως έχουν και τα όριά τους, εσύ προτίθεσαι να τα ξεπεράσεις; Πού με πας μου λες; Και τι κόσμος είναι αυτός τι πλήθος; Και σπίτια; Πού είναι τα σπίτια; Πού μένει όλος αυτός ο λαός; Και καλά τώρα, που ακόμη δεν ήρθε ο χιονιάς και ο καιρός επιτρέπει την όποια πικετοφορία στο ύπαιθρο, σε λίγο με τους πάγους αγκαλιά πώς θα ζήσει ο κόσμος, μου λες;»

   Και ο Στρατής έβλεπε έκπληκτος έναν ολόκληρο κόσμο να τραγουδάει ευτυχισμένος χωρίς κάποιον να διαμαρτύρεται για κάτι στραβό σαν αυτά που είναι γεμάτη η ζωή μας, να τραγουδάει τον ύμνο της χαράς του Μπετόβεν, όπως αν ο ίδιος ο Μεγάλος μουσικός ήταν ο αόρατος εκείνος μαέστρος που ο λαός υπάκουγε και απέδιδε ολόσωστα και απαράμιλλα την γνωστή αυτή ωδή. στην μπαγκέτα του.

    «Μα μου λες πού βρίσκομαι; Πού με πας;», μα η φωνή του είπε μόνο: «Έλα»

    Τον οδήγησε μπροστά σε ένα τεραστίων διαστάσεων τραπέζι στολισμένο  γιορτινά, δεκάδες πιάτα με αχνιστές λιχουδιές και από δίπλα τους κούπες με λογιών-λογιών κρασιά, διαφόρων χρωμάτων.  Μπήκε στον πειρασμό να δοκιμάσει εκείνο το σκούρο μπλε που του θύμιζε Αιγαίο και το νησάκι του. Άκου μπλε κρασί, ούτε που είχε ξανακούσει να υπάρχει. Έβρεξε λίγο τα χείλη του και περίεργο, μα με την πρώτη κιόλας γουλιά αισθάνθηκε μιαν ευρωστία, μια θαλπωρή, μια πληρότητα, σαν να είχε ήδη γευτεί αυτές τις νοστιμιές που δεν είχε καν αγγίξει.

   «Δεν μπορεί να είναι τυχαίο αυτό» σκέφτηκε φωναχτά, «το κρασί τούτο θα το πίνει Θεός και οι Άγιοι του στον Ουρανό», και η φωνή γέλασε και το  γέλιο της έμοιαζε με τις καμπάνες της Ανάστασης στο Χριστός Ανέστη.

   «Πού με πας λοιπόν;» την ρωτά ο Στρατής σχεδόν ανέμελα, σχεδόν χαρούμενα, σχεδόν εφησυχαστικά.

    «Μα στην Χώρα της Ουτοπίας είμαστε. Πώς και δεν το ‘χες καταλάβει; Περίεργο σε είχα για πολύ πιο ξύπνιο. Ποια είναι η χώρα που ό,τι και αν επιθυμήσεις να γευτείς πλησιάζει την απόλυτη τελειότητα; Εδώ νιώθεις πλούσιος και γεμάτος και ας είναι το στομάχι σου αδειανό και στεγνωμένο από υγρά το κορμί σου, ούτε πείνα ούτε δίψα νιώθεις ποτέ. Ακόμη και ο πόνος είναι γλυκός, αντέχεται, τον παλεύεις. Σε αυτή τη χώρα σε έχω φέρει μα δε θα μείνουμε για πολύ, ούτε και ο χρόνος και η διάρκειά του άλλωστε, έχουν σημασία, αφού αρκεί που έστω και για λίγο θα έχεις νιώσει την ευεργετικότητά του και η ανάμνηση αυτή και μόνον, θα συνοδεύει όλη την κατοπινή ζωή σου. Κοίταξε να απολαύσεις τις μικρές στιγμές σου, μην τις αφήσεις ανεκμετάλλευτες, γεύσου τις, μέχρι  κεραίας για να έχει το πουγκί σου απόθεμα ικανό για τις ημέρες σου τις δύσκολες που θα έρθουν, που πολλές θα είναι και αναπόφευκτες. Σε αφήνω μόνο σου για όσο κρατήσει. Δεν θα σου επιβάλω την όποια μου παρουσία. Δική σου η επιλογή συντροφιάς, δική σου και μόνον. Τα λέμε.»

    Έφυγε η Φωνή και ο Στρατής έμεινε μόνος και μέσα στην απορία για την τύχη όλων αυτών των πλούσιων εδεσμάτων που έμεναν ανέγγιχτα. Μα γιατί λοιπόν ο κόσμος δεν τρώει; Μόνο τραγούδι και χορό; Νηστικό αρκούδι χορεύει; Αμ, δεν…  

    Και ο Στρατής άρχισε να τρώει λαίμαργα μια μπουκιά από το ένα πιάτο, μια από το άλλο, κάτι σαν να ήθελε να δοκιμάσει τα πάντα όπως κάνει ο Επαμεινώντας, ο έξυπνος Ανατολίτης γουνέμπορος στα δείπνα που δίνει στο σπιτικό του, παρουσιάζοντας δεκαπέντε διαφορετικά πιάτα στο μπουφέ και στους καλεσμένους του. Γαστρονομική άποψη ας πούμε, γιατί τον Στρατή τον ίδιο, καθόλου δεν θα τον χαλούσε ένα και μοναδικό πιάτο με αχνιστή φασολάδα με μπόλικα καρότα και σέλινο και πιπεράτη, συνοδευόμενη από ένα ξέχειλο ποτήρι ξανθιά ρετσίνα παγωμένη και δυνατή. Αλλά μιας και εδώ μπροστά του ήταν απλωμένα τα αγαθά του Θεού, δεν ήταν κανένας χαζός να μη τα τιμήσει κατά πώς τους άξιζε. Και όρμισε πάνω τους τρώγοντας non stop. Μα μία περίεργη ενσυναίσθηση τον έκανε να δείξει μία αυτοσυγκράτηση, μη βαρυστομαχιάσει και δεν του κολλάει ύπνος μετά, που είναι το ίδιο αρνητικό με στομάχι αδειανό. Και όμως περίεργο. Γιατί ενώ έτρωγε τόσο, όλο και πιο πολύ πεινούσε; Και πια δεν ήξερε πώς να συμπεριφερθεί, Να αφήσει να διαρραγεί το στομάχι του από την υπερφόρτωση, ή επιτέλους να δείξει μια εγκράτεια με την οποία ήταν και εξοικειωμένος εδώ και τόσους μήνες; Και πριν έχει απάντηση στο ίδιο του το ερώτημα βλέπει μια κοπέλα να τον πλησιάζει και ήταν σαν να μπήκε από παντού η Άνοιξη.

    «Πάμε» του είπε.

    «Που;» την ρώτησε έκθαμβος.

    «Εκεί από όπου σε πήρα»

    «Και δεν ξέρω να πάω μόνος μου λες;»

    «Και βέβαια ξέρεις αλλά θα νιώσεις καλύτερα με μια συντροφιά. Τόσο η χαρά, όσο και η λύπη όταν μοιράζονται τις απολαμβάνεις καλύτερα δεν το ξέρεις;»

    Και ο Στρατής πειθήνια την ακολούθησε έχοντας στον ουρανίσκο του γεύσεις ενός Παραδείσου που δεν χόρτασε και ενός μπλε κρασιού που του θύμιζε το νησάκι του, με την παρουσία τούτης της καλλονής που βάδιζε στο πλάι του. Με τρόπο σκέπασε με την φθαρμένη του κουβέρτα τα κουρέλια του σαν να ντρεπόταν για την κατάντια της αμφίεσής του. Μα εκείνη είχε κιόλας απομακρυνθεί στέλνοντάς του έναν χαιρετισμό πάνω από τον σμιλευτό της ώμο. Ο Στρατής κράτησε στο μυαλό και την καρδιά του τη μορφή της και επειδή το ήξερε ότι απόψε θα αργούσε ο ύπνος να τον πάρει άρχισε να σχηματίζει στο μυαλό του τις πρώτες λέξεις από το πρώτο του ποίημα, που υπήρξε και το master piece του, μακράν όλων όσων άλλων αριστουργημάτων  ακολούθησαν και που ήταν αφιερωμένα σ’ εκείνην όλα. Επονομάστηκε σαν ποιητής του δρόμου, σαν ποιητής της Αγάπης, που ύμνησε όμως με απαράμιλλο τρόπο την χώρα της ουτοπίας. Την χώρα που τελικά δεν ξέρουμε μήπως και τελικά υπάρχει και όχι μόνο στο μυαλό ενός ευφυούς ποιητή…

_

γράφει η  Λένα Μαυρουδή Μούλιου 

 

Μην ξεχνάτε ότι το σχόλιο σας είναι πολύτιμο!