Ο μικρός Αστέρης, ήταν ένα αγόρι ξανθό με φακίδες και άτακτα τσουλούφια που πάντα πέταγαν προς τα πάνω, σα να κοιτούσαν συνεχώς στον ουρανό. Από τότε που τον θυμάμαι να τρέχει στη γειτονιά, πάντα ξυπόλητος και βολίδας, το μόνο που ήθελε, ήταν να πιάσει ένα αστέρι. Με τρόπο μαγικό, ονειρευόταν με μάτια ανοιχτά, να ανέβαινε ψηλά στον ουρανό και μες στο φωτεινό του κήπο, να διάλεγε το πιο μικρό του αστέρι, να το κράταγε στα χέρια του προσεκτικά και σα χρυσόψαρό που τρυφερά το βάζεις στη γυάλα με τις πολύχρωμες πέτρες, προσέχοντας μη σου γλιστρήσει, έτσι κι εκείνος να το ‘φερνε στο νέο του κρεβάτι και να το ακούμπαγε απαλά στο μαλακό του στρώμα.

«Πώς θα πιάσουμε ένα αστέρι μαμά;» φώναζε με τη σάκα του στην πλάτη, σαν τον έσερνε βιαστικά η μάνα του για το σχολείο για να προλάβει το λεωφορείο για τη δουλειά της

«Αστέρη προχώρα, δεν προλαβαίνουμε» φώναζε χλωμή από την κούραση, κοιτάζοντας το ρολόι της συνεχώς.

Στο σχολείο, την ώρα των καλλιτεχνικών, ζωγράφιζε σε ένα σωρό χαρτιά έναστρους ουρανούς. Κι ύστερα έπαιρνε εκείνο το τυχερό αστέρι και το έβαζε μέσα σε ένα μικρό σπιτάκι. Κάποιες φορές, το έκανε μπαλόνι και άλλες φορές το πήγαινε στη θάλασσα να κολυμπήσει και του έβαζε μπρατσάκια.

«Βρε Αστέρη μου» του έλεγε η δασκάλα συμβουλευτικά, «τα αστέρια τα ζωγραφίζουμε στον ουρανό. Όχι μέσα σε θάλασσες! Να, κοίτα, ζωγράφισε έναν αστερία που μοιάζει κι αυτός με αστέρι μέσα στα νερά…» νουθετούσε το μικρό

Μα ο μικρός Αστέρης, στα μάτια του είχε έναν ολόκληρο ουρανό και μια επιθυμία γλυκιά. Να πιάσει ένα αστέρι. Έβλεπε το δωμάτιό του και γέλαγε, σαν σκεφτόταν πόσο όμορφα θα φωτίζει ο φίλος του εδώ μέσα. Θα έφεγγε η κουβέρτα που θα το σκέπαζε και σα κλειστό μαργαριτάρι, που ανυπομονείς να ανοίξεις, θα έτρεχε κι εκείνος να το ξεσκεπάσει και να του πιάσει την κουβέντα και να χαχανίσουν μαζί. Δεν ήξερε καμία αστερο-ιστορία να του πει, ούτε για τους πλανήτες ήξερε πολλά. Μα είχε πολλά βιβλία, που ‘χανε ζωγραφιές από τον ουρανό και τα αγαπούσε. Και σημειώσεις με πλανήτες και αστέρια είχε, με λέξεις και αριθμούς που δεν ήξερε, που πάλι τις αγαπούσε. Μα δεν τον ένοιαζε καθόλου που δεν ήξερε τίποτα για τον ουρανό. Του αρκούσε να βρει εκείνο το μικρό αστέρι και να το φέρει σπίτι του, στο δωμάτιό του. Το αστέρι του θα καταλάβαινε τα πάντα και θα του τα εξηγούσε. Το ήξερε…

Ήτανε ένα μεσημέρι ανοιξιάτικο, γλυκό. Η μάνα του Αστέρη έπρεπε να μείνει στη δουλειά παραπάνω και η γιαγιά του, που τον έπαιρνε συχνά από το σχολείο, ήταν με πυρετό και ξαπλωμένη. Σαν βγήκε από την τάξη, κρατώντας τις νέες του ζωγραφιές στο χέρι και είδε τον παππού του να τον περιμένει, έμεινε ακίνητος. Ο παππούς του, καιρό τώρα δε μιλούσε σε κανέναν. Καθόταν μόνο στην πολυθρόνα του στο σπίτι και διάβαζε βιβλία. Ούτε μίλαγε, ούτε τον έπαιζε, ούτε τον έπαιρνε μαζί του για βόλτα σε εκείνες τις μοναχικές του βόλτες που έκανε στο πάρκο. Ξαφνιάστηκε με την παρουσία του εκεί και τον κοιτούσε χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Εκείνος στεκόταν μακριά, δεν τον πλησίασε καν. Του έκανε μόνο νόημα με το χέρι να τον ακολουθήσει κι ο Αστέρης άρχισε να περπατά, σαν κουτάβι που τρέχει ξοπίσω από το αφεντικό του για να τον προφτάσει, κουνώντας χαρωπά την ουρά του.

Περπάταγαν μαζί δίπλα – δίπλα. Ο παππούς είχε τα χέρια του χωμένα στις τσέπες και βημάτιζε αργά. Ο Αστέρης τον κοίταζε στα κρυφά και προσπαθούσε να μιμηθεί το περπάτημά του. Άνοιγε το βήμα του, σχεδόν χοροπήδαγε, για να φτάσει το νέο σημείο που ακουμπούσε το πόδι του παππού του μιμούμενος το ρυθμό του. Σε ένα από εκείνα τα χοροπηδητά, οι ζωγραφιές του γλίστρησαν στο δρόμο. Ο Αστέρης σταμάτησε και έσκυψε στο δρόμο να τις πιάσει. Ο ανοιξιάτικος αέρας τις σκόρπιζε και εκείνος έτρεχε πότε στη μια και πότε στην άλλη. Σαν πάλευε να ξεκολλήσει την τελευταία του ζωγραφιά, που είχε σκαλώσει σε μια λακκούβα με νερά, ένα αυτοκίνητο ερχότανε με φόρα καταπάνω του!

Τότε, ένιωσε τα δυνατά χέρια του παππού του να τον αρπάζουν σχεδόν βίαια και να σηκώνονται ψηλά– είναι σίγουρος για αυτό– για λίγο στον αέρα και να προσγειώνονται στο απέναντι πεζοδρόμιο. Πέσανε και οι δυο τους κάτω στα πλακάκια. Το αυτοκίνητο τους κόρναρε συνέχεια και ο οδηγός έφυγε ουρλιάζοντας. Έτσι βρεθήκανε αγκαλιά, με τις λασπωμένες ζωγραφιές στα πόδια τους. Ο μικρός κοίταζε τον παππού του στα μάτια. Μπλε βαθύ σαν τον ουρανό του και λαμπερά σαν τα αστέρια που ζωγράφιζε.

«Και όλα τούτα για αυτές τις ζωγραφιές;» έσπασε τη σιωπή τριών ολόκληρων χρόνων ο παππούς του

«Είναι τα τελευταία μου σχέδια που έκανα σήμερα για το αστέρι που θα πιάσω παππού» του είπε χαϊδεύοντας τα χαρτιά του.

Ο παππούς πήρε τις ζωγραφιές στο χέρι και άρχιζε να τις κοιτάζει προσεκτικά.

«Το αστέρι σου είναι πολύ τυχερό. Το πας βόλτες, στη θάλασσα, στο βουνό, το βάζεις σε καράβια, το παίρνεις αγκαλιά τα βράδια…» είπε γελώντας ο παππούς

«Εσύ θα ξέρεις παππού, πώς γίνεται να ανέβω εκεί πάνω;» του είπε δείχνοντας τον ουρανό

Ο παππούς κοίταξε πάνω μαζί του. Στα γαλανά του μάτια, κύλησαν ζεστά δάκρυα. Τα σκούπισε βιαστικά και τον πήρε πάνω στα πόδια του. Του χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά και τον φίλησε στο μέτωπο.

«Ο μπαμπάς σου ήθελε και εκείνος μικρός να φτάσει τα αστέρια. Ζωγράφιζε σαν κι εσένα, σκάλες και μαγικά αεροπλάνα…» είπε συνεχίζοντας να τον χαϊδεύει

«Παππού, θα μου διαβάσεις τα βιβλία του; Έχει τόσα πράγματα εκεί μέσα που δεν καταλαβαίνω. Θέλω να μάθω τα πάντα για τα αστέρια και σε ποιο από όλα διάλεξε να μείνει ο μπαμπάς μου όταν κατάφερε να πετάξει εκεί πάνω…» είπε και κούρνιασε πάνω του

Ο παππούς τον έκλεισε στην αγκαλιά του. Ο Θεός του φώναζε από ψηλά πως έχει τελικά μια δεύτερη ευκαιρία για να ζήσει… Ίσως κι ένα αστέρι εκεί πάνω, να λαχταρούσε να δει ετούτη τη στιγμή, μπορεί και εκείνο που έψαχνε ο Αστέρης ποιος ξέρει…

Τούτη τη μέρα, μια αχτίδα θλίψης πέταξε στον ουρανό και ένα μικρό αστέρι τρυφερό, την αντάλλαξε με μια χρωματιστή αχτίδα ευτυχίας…

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!