rocks_sea_b
Εχθές αργά εβάδιζα στης θάλασσας την άκρη
κι εθάρρουνα πως έβλεπα στο βράχο ένα δάκρυ.
Πλησίασα σιγά σιγά να δω ίντα συμβαίνει
κι είδα το δάκρυ γάργαρο στην άκρη του να βγαίνει.
Όχι, δεν αλληλόησα, τα είχα τετρακόσια
μα ο βράχος, ναι, εμίλαγε μ’ ενός ανθρώπου γλώσσα.
Κουβέντα είχε σοβαρή με τ’ αλαφρύ το κύμα
κι έμοιαζε να του έριχνε της μοίρας του το κρίμα.
“Για κοίτα στέκω ακίνητος, ποτέ μου δε λυγίζω
ολονυχτίς κι ολημερίς τη θάλασσ' αντικρύζω.
Περνούν καράβια ολοχρονίς για χίλιους μύριους τόπους
και σωντηρώ βράδυ πρωί πολλώ λογιώ ανθρώπους.
'Ομως δεν είμαι τυχερός ταξίδια για να κάνω
κι είναι της μοίρας μου γραφτό όρθιος να πεθάνω.
Εσύ διαβαίνεις πάντοτε μ’ αέρινες κινήσεις
και δέχεσαι στα πόδια σου μυριάδες συγκινήσεις.
Φέρνεις χαρές και έρωτα σαν πέσει το σκοτάδι
και δέχεσαι φιλάρεσκα του φεγγαριού το χάδι.
Τολμάς και με “σπασίματα” κλέβεις απ' το κορμί μου
και λιγοστεύεις άθελα κι εσύ την ύπαρξή μου.”
Το κύμα έκανε κι αυτό υπόκλιση μπροστά μου
κι όλα αυτά που απήντησε τ’ ακούσανε τ’ αυτιά μου.
“Βράχε εγώ ζηλεύω σε γιατί πάντα θα στέκεις
και θα βγορίζεις πέλαγος σεκλέτια όταν έχεις.
Εμένα ο ήλιος την αυγή θα με “εξαϋλώσει”
ατμός θα γίνω δυστυχώς, δε θα ’χω τύχη τόση.
Δεν σταματώ, ολοχρονίς ψάχνω την ευτυχία
κι απ’ το κορμί σου αναζητώ φιλίας πεμπτουσία.
Αν αγριέψω γίνομαι αιτία για ναυάγια
και στέλνω και γερά σκαριά μονίμως στα καρνάγια.
Με καταριούνται οι θνητοί και με χιλιοβλογάνε
στο κάμα του καλοκαιριού δίπλα μου ροβολάνε.
Δεν είν’ αυτό που επιθυμώ εις τη ζωή ετούτη
για μένα είναι πάμπολλα του βράχου σου τα πλούτη.”
Αυτά τα λίγα άκουσα κι αναρριγώ και τώρα
για κάποια περισυλλογή εσήμανε η ώρα.
Ό,τι κι αν έχει ο καθείς ψεγάδι θα του βρίσκει
θα θέλει να ’χει σίγουρα του αλλουνού την τύχη.
Να έχει περισσότερα κι ας έχει τα περίσσια
να κάνει θάλασσα βουνά όλα να μοιάζουν ίσια.

 

-

γράφει η Χρυσούλα Πλοκαμάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!