Σαν αγρίμι της νύχτας αλυχτά η ψυχή μου,

αντηχεί στ’ ουρανού τα απέραντα πλάτη.

Στο φως των αστεριών ανιχνεύω το δρόμο,

που χαράζουν τα ακόρεστα ανθρώπινα πάθη.

 

Σε θλιβερές ατραπούς κινείται η ζωή μου,

με τραβούν της θάλασσας τα αφέγγιστα βάθη.

Στη σιωπή του βυθού αγρικώ τη φωνή μου,

να συνθέτει σκοπούς από αμέτρητα λάθη.

 

Παραδομένο σε σαθρές ηδονές το κορμί μου,

αψηφά την καρδιά που σκαλώνει στ’ αγκάθι.

Το λυγμό της αφήνω να ποτίζει το ψέμα

και της πλέκω στεφάνια απ’ ανύπαρκτα άνθη.

 

Τα γυμνά χέρια που ζητούν τη μικρή αρωγή μου,

προσπερνώ αδιάφορα γυρίζοντας πλάτη.

Τον οίκτο διαγράφω απ’ το δικό μου το πλάνο,

στη συμπόνια επιστρέφω ένα άδειο καλάθι.

Για να μη ταραχθεί η φθηνή βόλεψή μου,

στο αίμα αθώων βαπτίζω πελάγη.

Ο φόβος στοιχειώνει των παιδιών το άγιο βλέμμα,

αμετάκλητα η ελπίδα απ’ τα στήθη απελάθη.

 

Με πικρία κοιτώ τη δειλή ύπαρξή μου,

σαν πλοίο που απλά το στίγμα του εχάθη,

να βουλιάζει αργά σ’ έναν άπληστο κόσμο

που ποτέ ν’ αγαπά ταπεινά δε θα μάθει.

 

 

«Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι γιατί ουρλιάζανε οι άνθρωποι»

Μενέλαος Λουντέμης

 

_

γράφει η Βάσω Κώστογλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!