Ήταν ψηλός και αδύνατος. Αυτό που λέμε ξερακιανός και στο χωριό μου λελέκι. Φορούσε χειμώνα καλοκαίρι μαύρα μποτάκια, δεμένα τόσο σφιχτά που θαρρώ έγιναν ένα με τα πόδια του. Δεν ξέρω αν τα βράδια τα έβγαζε. Και τα γένια του σκατζόχοιρου, πάντα ορθωμένα. Είχε μια αγριίλα μόνιμα στο πρόσωπό του, θυμωμένος φαινόταν με όλους. Τα πάντα γύρω του τον ενοχλούσαν, μπορεί και ο εαυτός του.

Σαν πέθαναν οι γονείς του το σπίτι πήρε από την όψη του. Στοίχιωσε και βρόμισε. Οι πέτρινοι τοίχοι του κρύφτηκαν από την τρομάρα τους, μην και τους ματιάσουν για την επιμονή τους να φαντάζουν στητοί και πανώριοι, λαξεμένοι με χάρη κι επιμονή, καμάρι του πρωτομάστορα, κρύφτηκαν από τους κισσούς, τα καραγάτσια και τις λεύκες. Η αυλή έγινε μια δαιδαλώδης ζούγκλα, χαρά των γατιών του. Τρεις φορές τη βδομάδα τα αγόραζε ψάρια. Τις άλλες εκείνα καθάριζαν την αυλή από τα ερπετά. Ήταν τόσο ανήμερα όσο κι εκείνος.

Σαν η δυσωδία ξεπέρασε τα όρια της αντοχής του και μεγάλωσε την οργή των συγχωριανών του πήγε στο μοναστήρι.

Λένε πως κλεισμένος στο κελί του δέθηκε με τον Θεό. Διάβαζε ασταμάτητα για δέκα χρόνια. Διάβαζε και έγραφε. Υμνους; Οι καλόγεροι λένε πως για δέκα χρόνια ήταν κλεισμένος στο κελί του κι έβγαινε από κει μονάχα τις Κυριακές και τις γιορτές για να πάει στο καθολικό ή κάποιες άλλες φορές για να φάει. Έγινε διάφανος. Μέσα του λένε πως βλέπεις τον Θεό και τα θάματά του. Αυτός τον κρατάει στη ζωή. Πριν έναν μήνα έκλεισε δέκα χρόνια στη μονή και τα εξήντα πέντε του. Οι καλόγεροι λένε πως έπαψε να περπατάει στη γη. Κινείται μια παλάμη πάνω της. Πριν έναν μήνα  ο ηγούμενος είπε πως άφησε τη μονή και κίνησε για ψηλά. Πετώντας. Εκείνος ανέβηκε στην κορφή του όρους ψάχνοντας τον Θεό. Βρήκε ένα ροζέ λουλουδάτο καπέλο, το φόρεσε και ξεκίνησε για τον κόσμο. Κάποιοι, τώρα στα στερνά, λένε πως τον είδανε στην πόλη να κοιτά με απληστία τα κτήρια, τα καταστήματα, τις κοπελιές που τιτιβίζουν, τους ανθρώπους και οι ίδιοι λένε, πως είναι σα να αναμετρά το μπόι του με τη ζωή των άλλων. Κι όλο ξεσηκώνει κάτι αδιόρατες λέξεις, χαμένες από τα χρόνια των σπουδών του.

Στο μοναστήρι, ο ηγούμενος τον περιμένει, άδικα, κρατώντας ένα κομποσκοίνι να του το δώσει να μετρά τις λιγοστές προσευχές που του υπολείπονταν για να φτάσει στην Παράδεισο.

 

_

γράφει ο Θεόδωρος Πάλλας

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!