Ο ιδιόμορφος

19.04.2018

Ήταν ψηλός και αδύνατος. Αυτό που λέμε ξερακιανός και στο χωριό μου λελέκι. Φορούσε χειμώνα καλοκαίρι μαύρα μποτάκια, δεμένα τόσο σφιχτά που θαρρώ έγιναν ένα με τα πόδια του. Δεν ξέρω αν τα βράδια τα έβγαζε. Και τα γένια του σκατζόχοιρου, πάντα ορθωμένα. Είχε μια αγριίλα μόνιμα στο πρόσωπό του, θυμωμένος φαινόταν με όλους. Τα πάντα γύρω του τον ενοχλούσαν, μπορεί και ο εαυτός του.

Σαν πέθαναν οι γονείς του το σπίτι πήρε από την όψη του. Στοίχιωσε και βρόμισε. Οι πέτρινοι τοίχοι του κρύφτηκαν από την τρομάρα τους, μην και τους ματιάσουν για την επιμονή τους να φαντάζουν στητοί και πανώριοι, λαξεμένοι με χάρη κι επιμονή, καμάρι του πρωτομάστορα, κρύφτηκαν από τους κισσούς, τα καραγάτσια και τις λεύκες. Η αυλή έγινε μια δαιδαλώδης ζούγκλα, χαρά των γατιών του. Τρεις φορές τη βδομάδα τα αγόραζε ψάρια. Τις άλλες εκείνα καθάριζαν την αυλή από τα ερπετά. Ήταν τόσο ανήμερα όσο κι εκείνος.

Σαν η δυσωδία ξεπέρασε τα όρια της αντοχής του και μεγάλωσε την οργή των συγχωριανών του πήγε στο μοναστήρι.

Λένε πως κλεισμένος στο κελί του δέθηκε με τον Θεό. Διάβαζε ασταμάτητα για δέκα χρόνια. Διάβαζε και έγραφε. Ύμνους; Οι καλόγεροι λένε πως για δέκα χρόνια ήταν κλεισμένος στο κελί του κι έβγαινε από κει μονάχα τις Κυριακές και τις γιορτές για να πάει στο καθολικό ή κάποιες άλλες φορές για να φάει. Έγινε διάφανος. Μέσα του λένε πως βλέπεις τον Θεό και τα θάματά του. Αυτός τον κρατάει στη ζωή. Πριν έναν μήνα έκλεισε δέκα χρόνια στη μονή και τα εξήντα πέντε του. Οι καλόγεροι λένε πως έπαψε να περπατάει στη γη. Κινείται μια παλάμη πάνω της. Πριν έναν μήνα  ο ηγούμενος είπε πως άφησε τη μονή και κίνησε για ψηλά. Πετώντας. Εκείνος ανέβηκε στην κορφή του όρους ψάχνοντας τον Θεό. Βρήκε ένα ροζέ λουλουδάτο καπέλο, το φόρεσε και ξεκίνησε για τον κόσμο. Κάποιοι, τώρα στα στερνά, λένε πως τον είδανε στην πόλη να κοιτά με απληστία τα κτήρια, τα καταστήματα, τις κοπελιές που τιτιβίζουν, τους ανθρώπους και οι ίδιοι λένε, πως είναι σα να αναμετρά το μπόι του με τη ζωή των άλλων. Κι όλο ξεσηκώνει κάτι αδιόρατες λέξεις, χαμένες από τα χρόνια των σπουδών του.

Στο μοναστήρι, ο ηγούμενος τον περιμένει, άδικα, κρατώντας ένα κομποσκοίνι να του το δώσει να μετρά τις λιγοστές προσευχές που του υπολείπονταν για να φτάσει στην Παράδεισο.

 

_

γράφει ο Θεόδωρος Πάλλας

 

Ακολουθήστε μας

Ακόμα μια φορά…

Ακόμα μια φορά…

Το ρολόι σήμανε δώδεκα. Έβαλε το ψεύτικο χαμόγελό του και δέχτηκε για ακόμη μια φορά ευχές ουτοπικές για επιθυμίες που σκοντάφτουν στην ίδια την πραγματικότητα. Όσο περνούσαν τα χρόνια, άλλωστε, είχε αποδεχτεί την προσποιητή ευγένεια του κόσμου. Μοτίβο...

Βήματα στη γειτονιά

Βήματα στη γειτονιά

Τον φίλο από τα παλιά τον συνάντησα στη γειτονιά του πατρικού. Έμοιαζε φευγάτος. Δεν ξέρω τι είχε καταφέρει από όσα ζητούσε, όμως έμοιαζε να μην τον ενδιαφέρει πια το ρήμα. ''Ζω ανάμεσα στο παρελθόν και στο τώρα'' μου είπε και δεν πολυκατάλαβα. ''Με δένει ένα περίεργο...

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Μια μέρα μετά το χιόνι. Ήταν γκρίζα, ''κλεισμένη'' η προηγούμενη μέρα. Πολλοί δεν θέλησαν να μετακινηθούν, ο πάγος δεν αστειεύεται. Όπου δεν βλέπει ο ήλιος, ο χιόνι είναι πιο ''σκληρό'', πιο ''άγριο''. Οι πιτσιρικάδες προφανώς δεν καταλαβαίνουν από λογικές. Κάπου...

Υπολείμματα χαράς

Υπολείμματα χαράς

Περπατάς στην παραλία. Είναι ξεκούραση για το μάτι και για την ψυχή η θάλασσα κι ο ουρανός που αγκαλιάζονται κι ας είσαι δίπλα στην πόλη που αγκομαχάει τους πόνους της. Βήματα που τά ’χεις ξανακάνει φορές ατέλειωτες. Άμμος και πάλι άμμος και βότσαλα και κράσπεδα από...

Ανθέων 6

Ανθέων 6

Ήταν 1945, τα Δεκεμβριανά νωπά κι ο Μήτσος ο Σελέντης ίσα που την είχε γλυτώσει. Ο φόβος κρεμόταν ακόμα πάνω απ' την πόλη κι ο εμφύλιος μαγειρευόταν, όμως εκείνος πια είχε τρυπώσει στο δωματιάκι μιας μικρής αυλής στην Καλλιθέα και ψευτοζούσε. Νέος ήταν, θα τα...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ανθέων 6

Ανθέων 6

Ήταν 1945, τα Δεκεμβριανά νωπά κι ο Μήτσος ο Σελέντης ίσα που την είχε γλυτώσει. Ο φόβος κρεμόταν ακόμα πάνω απ' την πόλη κι ο εμφύλιος μαγειρευόταν, όμως εκείνος πια είχε τρυπώσει στο δωματιάκι μιας μικρής αυλής στην Καλλιθέα και ψευτοζούσε. Νέος ήταν, θα τα...

Φεγγάρι φέτα πορτοκάλι

Φεγγάρι φέτα πορτοκάλι

Τέλη Αυγούστου και δροσίζει. Ο καύσωνας του καλοκαιριού μοιάζει πλέον παρελθόν και τα δειλινά έχουν μια γεύση από φθινόπωρο. Καθόμαστε στο μπαλκόνι και χαζεύουμε τη θέα, πίνοντας κρύα λεμονάδα. Μου μιλάς κι εγώ σ’ ακούω για ώρα ενώ ταυτόχρονα ρίχνω κλεφτές ματιές στις...

Θαύματα του Μάη

Θαύματα του Μάη

Με ξύπνησε η καμπάνα, απ' τις λίγες Κυριακές που την άκουσα. Μάλλον ήμουν μισοξύπνια ήδη. Αποφάσισα να μην καθίσω στο κρεβάτι, χθες που έκλεισα δωδεκάωρο ανησύχησα κόσμο. Στην κουζίνα, λες και με πήρε η μυρωδιά του καφέ, πριν ανοίξω το βάζο. Ελληνικό θα...

2 σχόλια

2 Σχόλια

    • Theodoros Pallas

      Ευχαριστώ Μάχη για τα πολύ καλά σου λόγια. Σου εύχομαι να είσαι πάντα δημιουργική

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου