Κοιτούσε τον γκρίζο ουρανό μέσα από το μικροσκοπικό παράθυρο του δωματίου. Ήθελε να σβήσει από μπροστά της αυτήν την εικόνα, όμως τα μάτια της χρώματα δεν μπορούσαν να ανθίσουν. Οι σκέψεις της βάδιζαν σε σοκάκια ανήλιαστα, φιδογυριστά σχεδόν απόκοσμα, με χνάρια τεράτων σπαρμένα. Έφερε τα χέρια της στο πρόσωπό της και κάλυψε τα ανέκφραστα μάτια της. Δύο ορμητικά ρυάκια έπνιξαν τα κοντυλένια χαρακτηριστικά της. Δεν άντεχε άλλο και εναπόθεσε το σώμα της στην μοναδική καρέκλα που υπήρχε στον χώρο. Τα αναφιλητά της δεν επέτρεπαν στα χείλη της, να εκφράσουν τον πόνο της με τρόπο ανθρώπινο. Κραυγές ξεστόμιζε και σαν ετοιμοθάνατο αγρίμι, έγερνε μπρος πίσω στην ξύλινη καρέκλα. Ένα ανθρώπινο εκκρεμές είχε γίνει έρμαιο των συναισθημάτων του, που σαν απύθμενος ωκεανός με σαρκοφάγα κύματα είχαν κατασπαράξει όλο του το κορμί δίχως ίχνος οίκτου. Ούτε το διακριτικό χτύπημα στην πόρτα δεν μπόρεσε να επαναφέρει την γυναίκα στην ζωή. Εκείνη συνέχισε να αναζητά τον φάρο της, που θα την έπιανε από το χέρι και θα την έβγαζε στο ξέφωτο του ορίζοντα και με τους γλάρους να σιγοτραγουδούν δίπλα τους θαλασσινά τραγούδια. Η πόρτα άνοιξε και ο ψηλόλιγνος νεαρός με την λευκή ρόμπα έκανε τα πρώτα του δειλά βήματα στο παγωμένο μωσαϊκό του θαλάμου.

«Έχει έρθει να σας επισκεφθεί η οικογένειά σας» είπε ο νοσοκόμος στην γυναίκα.

Εκείνη δεν του έδωσε ούτε ένα σημάδι, πως αντιλήφθηκε την παρουσία του στον χώρο. Συνέχισε όμως να κολυμπά μέσα στην άβυσσο, που την είχε καταπιεί εδώ και αρκετούς μήνες. Ο άντρας μη μπορώντας να πράξει αλλιώς, την πήρε με προσεκτικές κινήσεις και την οδήγησε στο σαλόνι του ψυχιατρείου. Η οικογένειά της την περίμενε καρτερικά και με μια ορθάνοιχτη ζεστή αγκαλιά, έτοιμη να ιάνει τις πληγές που τις είχε χαράξει επάνω της ο έρωτας. Η γυναίκα δεν αναγνώρισε κανέναν, οι γονείς της τής φάνηκαν ξένοι σχεδόν παρείσακτοι, κάποιοι που προσπαθούσαν να την πλανέψουν και να κερδίσουν κάτι από το φτωχικό βιός της. Τους έριξε μία αστραπιαία ματιά και μετά στρέφοντας το βλέμμα της στον νεαρό άντρα ψέλλισε ξέπνοα: «Εκείνος πού είναι γιατί δεν έρχεται να με δει;»

Ο νοσοκόμος εκείνη την στιγμή κατάλαβε, πως η γυναίκα δεν είχε χάσει τα λογικά της και ότι όλα εκείνα τα κείμενα που έγραφε νυχθημερόν στο δωμάτιό της, είχαν έναν και μοναδικό παραλήπτη τον έρωτα. Τις επόμενες μέρες όταν της πήγαινε το φαγητό στο δωμάτιό της, έβρισκε ευκαιρία και διάβαζε αποσπάσματα των γραπτών της. Όλες οι λέξεις που ήταν χαραγμένες επάνω στο χαρτί ήταν για εκείνον, που την έκανε να τον ερωτευτεί παράφορα δίνοντάς της στιγμές ευτυχίας. Το τέλος όμως εκείνου του έρωτα ήταν δυσοίωνο, εφόσον εκείνος την εγκατέλειψε και ξερίζωσε από μέσα της ότι πιο όμορφο συναίσθημα είχε. Όταν ο νεαρός άντρας τελείωσε την ανάγνωση των επιστολών, πλησίασε την γυναίκα, ακούμπησε τα παγωμένα της χέρια και με δάκρυα στα μάτια ψέλλισε: «Σ’ αγαπώ».

Εκείνη τον κοίταξε και προσπάθησε να τον απομακρύνει από τον λαβύρινθο που ετοιμαζόταν να μπει, ήξερε βλέπεις πως δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει η Αριάδνη του.

 

_

γράφει η Ολυμπία Θεοδοσίου