Ο μοναχός και το νερό

25.10.2020

Είχα μια φλόγα μέσα μου. Καθημερινά ξύπναγα και κοιμόμουν με αυτή τη φλόγα, είχε ριζώσει μέσα στην καρδιά. Ήθελα να μάθω το γιατί και το πως. Γιατί ο άνθρωπος περνάει τόσα, πως τα ξεπερνά και γιατί να συνεχίσει. Πως κινούμαστε και γιατί να αποδεχόμαστε την πραγματικότητα.

Ανέβηκα βουνά, πάτησα κορυφές και το βρήκα. Εκεί στο όρος που είχα αναρριχηθεί, που είχα κατακτήσει με την παρουσία μου, είδα το μοναστήρι. Ένα μοναστήρι μέσα στα χιλιάδες μοναστήρια που υπάρχουν στις περισσότερες από τις κορυφές των βουνών. Λένε πως αυτά τα κτίσματα βρίσκονται εδώ να κρατούν την ισορροπία, το γιν γιανγκ να κυλά ομαλά.

Μπήκα μέσα. Ησυχία. Ψίθυροι από μύθους στο μυαλό μου με τριγύριζαν, το κόκκινο των τοίχων μου έλεγε να φύγω, τα αγιάσματα εδώ και εκεί τοποθετημένα με καθησύχαζαν. Είχα μπει κάπου που ήθελα.

Καμία παρουσία τριγύρω, μόνο το μυαλό μου και το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα. Ο κήπος μπροστά μου ανοιγόταν προσεκτικός, περιποιημένος από τεχνίτη χέρι, οι πέτρες γεωμετρικά τοποθετημένες με γέμιζαν αγωνία. Που ήρθα; Θέλω πραγματικά απάντηση στις ερωτήσεις μου; Προχώρησα

Έξω από την δυτική πύλη, την ώρα που έδυε ο ήλιος είδα ένα μοναχό. Γαλήνιος στη στάση του και στο βλέμμα με προϋπάντησε με ένα ζεστό χαμόγελο, έπειτα γύρισε προς τη λιμνούλα μπροστά του, εκεί που και πριν την παρουσία μου κοιτούσε, ανάσαινε τον ρυθμό του αέρα. Προχώρησα μπροστά του, μπήκα ανάμεσα σε εκείνον και τη λίμνη, ήθελα να με προσέξει.

-Φίλε μου, έλα κάτσε δίπλα μου. Είναι κρίμα να χάνεις την ομορφιά της λίμνης και να βλέπεις εμένα. Εγώ δεν αξίζω όσο αυτό, δες τα μικρά κύματα που δημιουργούνται ανεξήγητα για μας. Δες και αναλογίσου τη ζωή υπάρχει μέσα. Έλα.

Ξαφνιάστηκα. Με μάλωνε που ήθελα να του κεντρίσω την προσοχή, δεν ήθελε να τον διακόψω; Ίσως δεν ήταν ο κατάλληλος να μου απαντήσει αυτά για τα οποία έκανα ταξίδι σκέφτηκα.

-Μη σκέφτεσαι και δεν έχει σημασία ποιος είμαι εγώ. Κάτσε δίπλα μου… δε θα λυθούν οι ανησυχίες σου κοιτάζοντάς με. Κάτσε ήρεμα δίπλα μου και αφουγκράσου.

Κάθισα δίπλα του με το βλέμμα μου στη λίμνη. Προσπαθούσα να μιλήσω, ανυπόμονος να μάθω, αλλά δεν ήθελα να παρακούσω. Σκέψεις για το πως θα συνεχίσει η κουβέντα κατείχαν όλο μου το κορμί. Δεν μπορούσα να ηρεμήσω ούτε μπροστά ατενίζοντας τη λίμνη.

-Νεαρέ μου, γιατί έκανες τέτοιο μεγάλο ταξίδι; Ποιος ο λόγος του προορισμού σου; Τι θες από τον εαυτό σου;

-Γιατί συμβαίνουν σε μερικούς ανθρώπους άσχημα πράγματα ιερέ μου; Γιατί βασανίζονται συχνά και χαίρονται ελάχιστα; Ποιος μας κινεί και φέρνει τις δυστυχίες γιατί πρέπει πάντα να ανεβαίνω ανηφόρα και ποτέ να μην φτάνω; Μέσα μου να καίγομαι με θαυμασμό για αυτό που ζω αλλά να χρειάζεται να πέφτω; Τι είναι αυτό που ορίζει αριθμούς και καταστάσεις;

-Ρωτάς πολλά, πράγματα άυλα που δεν πρόκειται να απαντηθούν. Φαντασιώνεσαι απορίες και γνώσεις που δεν έχω. Προσπάθησε για λίγο, για λίγα δευτερόλεπτα άδειασε το νου, νιώσε την ηρεμία που σε περιστοιχίζει.

-Μια φορά ένας γενναίος και χαρωπός άνθρωπος θέλησε να εξερευνήσει τη θάλασσα. Μόνος χωρίς κανένα μέσο, χωρίς εργαλεία. Ξεκίνησε με τα βασικά και βούτηξε ένα πρωινό στη θάλασσα.

Στην αρχή κολυμπούσε στα ρηχά, όταν κουραζόταν έβγαινε στην ακτή, ξεκουραζόταν και ξανά μέσα, τίποτα δεν τον ανησυχούσε το μόνο μήπως βρέξει και χρειαστεί να φύγει τρέχοντας προς την ακτή φοβισμένος. Τον καιρό και τους κεραυνούς. Έβρεξε και βγήκε έξω γρήγορα αλλά μιας και η βροχή δεν κράτησε πολύ, πήρε θάρρος και βούτηξε ξανά, αλλά αυτή τη φορά πιο βαθιά. 

Όταν δεν πατούσε, το μόνο που φοβόταν ήταν τα κύματα, μην έρθει κανά μεγάλο εκεί στα βαθιά και δεν μπορέσει να αντισταθεί, σάμπως και το κύμα τον αναταράξει. Είχε ορκιστεί να μην βουτήξει το κεφάλι μη θέλοντας να βραχούν τα μαλλιά του, δεν κοίταζε ποτέ κάτω, μέσα στη θάλασσα. 

Παίρνοντας λίγο ακόμα θάρρος, θέλοντας να προχωρήσει βούτηξε και κάνοντας δυο απλωτές βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Μαγεύτηκε από το γαλάζιο γύρω του ανοίγοντας τα μάτια είδε ένα καινούριο κόσμο να απλώνεται γύρω του. Τι μαγεία αναρωτιόταν συνέχεια, εντυπωσιασμένος. Συνέχιζε να κολυμπά. Ώρες- ώρες βέβαια φοβόταν για τη ζωή εκεί στο βάθος, μην τον τσιμπήσουν τα μικρά ψαράκια ή μπας και δει κανένα ψάρι μεγάλο και τρομάξει. Αφού έφαγε μερικές τσιμπιές από τα στόματα μικρών ψαριών, είδε ότι όσο και να τρόμαζε δεν πονούσε στα αλήθεια και η ιδέα ότι τον είχαν πάρει για μεζέ δεν τον αντάριαζε. Για αρκετή ώρα εξακολουθούσε να κολυμπά, θαυμάζοντας το γαλάζιο του νερού. Ακόμα δεν είχε δει χώμα, δεν είχε κοιτάξει προς τα κάτω.

Αποφάσισε να πάει πιο βαθιά να δει το χώμα. Δύο απλωτές και ήταν κάτω, στο βυθό. Τώρα έβλεπε το χώμα, μπορούσε λες να το περπατήσει. Έπιανε το χώμα χαρούμενος που έφτασε ως εδώ, το έπαιζε στα δάχτυλά του, το θεωρούσε το φυσικό δάπεδο, επιτυχία ανακάλυψης. Έβλεπε μικρά κοχύλια σε χρώματα που σε μάγευαν, είδε τον κυματισμό να επιδρά στο χώμα που αναμοχλευόταν. Κάθισε εκεί ευγνώμων που είχε φτάσει, κολυμπούσε ακόμη. Εκεί δε φοβόταν τίποτα, μόνο ο πιο μεγάλος του φόβος εμφανιζόταν που και που, μήπως τύχει και περνάει από εκεί κάποιος καρχαρίας, τον καταλάβει και τον φάει, χωρίς δεύτερη σκέψη.

Φοβισμένος και παράλληλα χαρούμενος για αυτό που ζούσε αποφάσισε να προχωρήσει, πιο βαθιά κοντά στο χώμα. Εδώ δεν τον φοβέριζε πια τίποτα, ζωή δεν υπήρχε παρά μόνο μικρά σωματίδια να κυκλοφορούν σε άχρονη ροή για το μάτι μέσα στο χρόνο. Αποφάσισε εκεί να κάτσει. Αυτή η εμπειρία, του να βρίσκεσαι εκεί δεν συγκρινόταν με τίποτα άλλο που είχε δει. Πέρασαν ώρες πολλές και ακόμα περισσότερες θαυμάζοντας το γύρω του. Το ένιωσε, μετά από λίγο θες πολύ το ένιωσε. Η πίεση του νερού, έκανε το σώμα να ασφυκτιά, τα αφτιά βούιζαν σπαραχτικά, δεν άφηναν ήχο να περάσει.

-Κατάλαβες τώρα;

-Τι να καταλάβω; Τι ιστορία ήταν αυτή;

– Δεν έχει σημασία πόσο θα προχωρήσεις, τι θα επιλέξεις και τι θα πεις. Κάθε επιλογή πονά και χαίρεται, για το όχι και το ναι που χάνει. Δεν υπάρχει ορισμός μόνο εσύ πόσο βαθιά θες να πας. Τα θετικά και τα αρνητικά πάντα θα υπάρχουν.

-Τι ωραίο το νερό της λίμνης. Γαλαζοπράσινος ουρανός! Κοίτα ιερέ και η πηγή πώς αναβλύζει το καθαρό νερό! Να εδώ δίπλα μου μοναχέ εκεί κοντά που κάθεσαι, βλέπεις;

 

_

γράφει ο Ιάσων Μίτος

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Υπολείμματα χαράς

Υπολείμματα χαράς

Περπατάς στην παραλία. Είναι ξεκούραση για το μάτι και για την ψυχή η θάλασσα κι ο ουρανός που αγκαλιάζονται κι ας είσαι δίπλα στην πόλη που αγκομαχάει τους πόνους της. Βήματα που τά ’χεις ξανακάνει φορές ατέλειωτες. Άμμος και πάλι άμμος και βότσαλα και κράσπεδα από...

Βανίλια

Βανίλια

Μια πόρτα άνοιξε πίσω της. Ένιωσε τον βαρύ ίσκιο του να απλώνεται στο χώρο. Άκουσε την παλιά ψάθινη καρέκλα να τρίζει. Η αναπνοή της έμεινε να αφουγκράζεται. Ένα σούρσιμο κι ένα απαλό ρυθμικό χτύπημα των δακτύλων του στο τραπέζι. Έκανε να κινηθεί, μα τα πόδια της δεν...

Μελέκ

Μελέκ

Έκατσε στο παγκάκι αναστενάζοντας με ανακούφιση. Τα πόδια του δεν συνεργάζονταν όπως άλλοτε αλλά σήμερα του έκαναν το χατήρι να τον πάνε μέχρι τη θάλασσα. Ήταν δεν ήταν δεκαπέντε χρονών όταν πρωτοείδε εκείνη την κοπέλα. Χάθηκε τόσο στο μπλε των ματιών της που απ’ την...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου