Θα ‘τανε τώρα μια δεκαριά μέρες, που οι αέρηδες δεν είχανε βάλει γλώσσα μέσα. Σκλήριζαν1, ετσακώνουνταν, στενάζανε, σφυρίζανε, παίζανε και τα πνευστά τους: και δώστου φλογέρα η Τραμουντάνα, και δώστου φυσαρμόνικα η Όστρια, ο Λεβάντες το σαξόφωνο κι ο Πουνέντες το τρομπόνι. Κοντά ογδόντα χρόνια κάτοικος στο Πεταλιδονήσι μας, εγώ, τέτοιο κακό δεν το ‘χα ματαδεί. Αφού έφτασα να λυπηθώ τα κακορίζικα τα βράχια, που κυματοδέρνονταν έτσι τόσες μέρες. Θα μού πεις, βράχια είναι καλέ, δηλαδής νταμάρια ξερά: τι πόνο να βγάλουνε δαύτα; Βγάνει ποτέ το νταμάρι πόνο; Μωρέ βγάνει! Και το νταμάρι βγάνει πόνο, κι ο βυθός -σαν τύχει να ‘ναι άξυστος από κοιλιά πλεούμενου, και τ’ αρμυρίκια -σαν τύχει να ‘χουνε στην κεφαλή τους αγανά κλαδιά. Όλη η Πλάσις του Θεού, σαν έρθει βαρυχειμωνιά, δυστυχεί και λυσσοσκίζεται. Κι απ’ όλα τα πτηνά της γης, τα ερπετά και τα ψάρια, τα έντομα, τα βουβάλια και τα κοράλλια, ο άνθρωπος μονάχα, σαν αγριέψουν τα κρύα, κάθεται στα ζεστά του -σα να μην τρέχει τίποτις- μέσ’ από τρίδιπλα τζάμια αλουμινίου γιουρόπα ρουφώντας σαν κροταλίας ζεστές σοκολάτες και τσάγια του βουνού, και πιστεύοντας -ο καψερός- πως η κακοκαιρία κείνον δεν τον αφορά. Το στρουθοκαμηλίζειν εστί φιλοσοφείν. Αμ, κούνια που τόν κούναγε. Διότι, άνθρωπος και Φύσις είναι κρίκοι αλληλένδετοι, ούτως ειπείν ξαδέλφια. Δεν ημπορεί, κυρ-άνθρωπε, τα καημένα τα δεντράκια να σφάζουνται, οι θάλασσες να γίνουνται από το σκουπιδομάνι σου μες στη μπίχλα χειμώνα-καλοκαίρι, τα συγνεφάκια να σκουριάζουν από τα καυσαέρια, τα ζωντανά ν’ αρρωσταίνουν με τύφους και τρελαμάρες, κι εσύ να βολτέρνεις πάνω απ’ όλα τούτα -κύριος- και να την περνάς μέγκλα2. Μια του κλέφτη, δυό του κλέφτη, τρεις και στην ψειρού3. Κι άμα τη σκαπουλάρεις από τις ψειρούδες του κόσμου τούτου, ααχ, καημένε μου, έχει και στα ουράνια ψειρούδες, έχει κι εκεί δικαστήρια και κρίσεις κι αγωνίες, κι εκεί ουαί κι αλίμονο: πέφτει το σπαθί του Πλάστη ακριβοδίκαια κι αν δεν ήσουνα φρόνιμος όσο ζούσες, την έβαψες. Μα και φρόνιμος να μην ήσουνα, έχεις Πλάστη καλό, σπλαχνικό. Που σ’ αγαπάει, βρε ζωντόβολο. Ξέρεις πόσο σ’ αγαπάει; Εσένα, ναι. Κι εσένα, κι εμένα, κι όλους τους τζερεμέδες εδώ χάμω, που μ’ ένα ανάστημα μόλις και μετά βίας ενάμισι-δυό μέτρων πάνω απ’ τη γης, κάνουμε στα φανερά τους κόντηδες και στα κρυφά τη μια πατάτα μετά απ’ την άλλη έτσι που να μην είμαστ’ άξιοι να λεγόμαστ’ άνθρωποι. Μα, τι να γίνει; Έτσι είν’ ο κόσμος. Στραβός μαζί και ίσος. Κι έρχεται μια στιγμή που κι η λασπουριά ακόμη βγάνει μια κάποια ώρα το λουλουδικό της. Ο άνθρωπος, κοτζαμάν άνθρωπος δηλαδής (γήινος ναι, μα κι οπωσδήποτε καλός, σπουδαίος, άγιος), να μη δικαιούται κι αυτός ν’ ανθίσει; Να σηκώσει κεφάλι; Όχι τίποτις σπουδαίο. Ένα ανθάκι μικρό, ντε. Ένα μπουμπούκι, μες σ’ ολόκληρη τη ζήση του. Δεν το δικαιούται;

Ποιος να δικαιούται τι, καλέ; Παππού! Εέέέιι, παππού! Ξύπνα, καλέ! Παραμιλάς απ’ τον πολύ somn4, μού φαίνεται. Κοσμοσχαλασμούς και ιστορίες έβλεπε πάλι η χάρη σου;

-Karina5; Τι είναι, τι έγινε; Ξημέρωσε;

-Γιατί το λες αυτό. Λίγο ακόμα, και θα ‘βγαίνανε περαντζάδα τα τσακάλια της νυκτός. Unsprezece6 καλέ πήγε. Άντε σήκω! Ν’ αερίσω το σπίτι, κι ύστερα να με βοηθήσεις να σύρω το πτυσσόμενο masă7 στη μεγάλη σάλα. Να πάρεις και την κόρη σου, να τούς καλέσεις για μεθαύριο. Στη γιορτή βέβαια, στο ξανάπα, δεν καλούνε. Μα, κάμε το όπως θες.

Έκανα να ξεσκεπαστώ, και μού ‘ρθανε τα ρίγη το ένα μετά τ’ άλλο πισωβελονιά. Τι ψόφος ήταν αυτός έξω απ’ τα σκεπάσματα, καλέ. Να κρυσταλλιάζει μέσα σου το αίμα σαν παγολιωμένη κανελλάδα -κείνη που πουλούσανε στα πανηγύρια των καλοκαιριών οι γυρολόγοι των παιδικών μου χρόνων. Τουρτουρίζοντας, έστρωσα το κρεβατάκι μου ήσυχα-ήσυχα, πρώτα το ρυτιδωμένο ασπροσέντονο, από πάνω τη μάλλινη βελέντζα, και στο τέλος το τριμμένο μου παπλωματάκι με τις άγκυρες αγκαζέ, φύλαξα την εικονίτσα του Άη Νικόλα ξανά στο κονοστάσι, έκαμα σταυρό και κίνησα κατά τον καμπινέ να νιφτώ. Αχ, τα σουβλερά τ’ αρθριτικά μου. Μέση, γοφιά και χειροκόκκαλα8 να τρίζουνε ντάπα-ντούπα σαν αλάδωτοι μεντεσέδες, να με τσιγκλάει και το παλιό μου διάστρεμμα στον δεξιό αγκώνα -αμ πώς μπάρμπα Βασίλη μας, εβδομήντα εννιά χρονάκια ήταν αυτά, δεν είσαι πια και κανένα τζόβενο. Μμμ! Το μόνο που λάτρευα από κείνη την πρωινή μου ιεροτελεστία ήταν αυτή η πρώτη πρωινή μυρουδιά απ’ το άσπρο μοσχοσάπουνο! Ας ήτανε καλά η κυρά-Γιωργίτσα στο μπακάλικο, πού μου το ‘δινε με τις τσουβάλες βερεσέ -γιατί ήξερε τη φτώχεια μου, και κάθε που αριβάριζε η Αγνή μου στο χωριό, τής έκανε λογαριασμό και πληρωνότανε. Η Αγνή, ήταν η μοναχοκόρη μου. Ένα πλάσμα σήμερα τριαντάχρονο, με τις ρυτίδες της και με τα όλα της, μα οπωσδήποτε άγγελος του πελάου9, μάτια νερένια και κουφωτά, σώμα γιρλάντα και φωνή μετάξι. Το τυχερό της το ‘βρε νωρίς-νωρίς: στα είκοσι τρία της, ήτανε κιόλας στεφανωμένη και με τον εγγονό μου το Βασίλη στην κοιλιά. Ο άντρας της, καλό παλληκάρι, φιλότιμο και κιμπάρικο, δέχτηκε τότε απνευστί να βγάλουνε Βασιλάκη το παιδί, σαν εμένα, και να κατεβαίνουν κάθε χρόνο Πρωτοχρονιά απ’ την Αθήνα στο νησί, να μάς γιορτάζουν και τους δυό μαζί, εγγονό και παππού.

Κάθισα για το πρωινό μου σαββατιάτικο γεύμα. Η Karina μου. Αυτό το χρυσό κορίτσι. Μού τα ‘χε όλα έτοιμα, το γάλα μου το κατσικίσιο βρασμένο με την πέτσα, τον καφέ μου τον ελληνικό καϊμακλίδικο με τις φουσκάλες του τις μπιρμπιλωτές, και το πιατάκι με τη μηλόπιτα έτοιμο, σερβιρισμένο, κουταλάκι και μαχαίρι καθαρά, κανάτα με νερό κρύσταλλο και τραπεζομάντηλο χαρτί. Έριξα κι άλλα ξύλα στη φωτιά. Τής είπα να ‘ρθει κι αυτή να φάει μια στάλα, δεν έχω λέει παππού καιρό, ποιος θα τα κάνει, κι έφυγε να συνεχίσει το σιγύρισμα στα μέσα δωμάτια. Σαν χθες λοιπόν το θυμάμαι που μού την πρωτοκουβάλησε στο σπίτι ένα πρωί η κόρη μου, να ‘χεις κι εσύ έναν άνθρωπο να σε κοιτάζει μπαμπακούλη, μού είπε, τώρα που χάσαμε τη μαμά, κι ανοίγει την πόρτα και μπάζει μέσα ένα κατσιασμένο, ξανθούλικο κοριτσάκι από το Βουκουρέστι, είκοσι εφτά χρονώ -παντρεμένο κιόλας, με δυό κόρες του Δημοτικού- που δε μίλαγε γρι ελληνικά, έσκυβε συνέχεια το κεφάλι και κοίταζε γύρω με κάτι μάτια μεγαλοπαρασκευιάτικα έτοιμα να ρίξουνε δάκρυ γνήσιο, δυνατό. Μα, τρία χρόνια τώρα που τήν είχα στη δούλεψή μου, ποτέ της δεν έκλαψε μπροστά μου, ποτέ της δε με φόρτωσε με τα δικά της, και πάταγε -το θηρίο- δουλειά για δέκα νοματαίους, το καλύβι μου το ‘χε και πεντοβόλαγε10. Τράβηξα την τελευταία μου γουλιά, άναψα και τσιγάρο, πήρα την εφημερίδα. Πρώτο φύλλο, θερμά επεισόδια στην Κουμουνδούρου της Αθήνας. Δεύτερο φύλλο, διαφημίσεις. Τρίτο φύλλο τα παραπολιτικά που τα βαριόμουν. Τέταρτο και πέμπτο φύλλο ξανά διαφημίσεις, αυτή τη φορά από τοπικούς επιχειρηματίες του νησιού, εδώ το ζαχαροπλαστείο του Θοδωρή του Κουτσοσταμάτη, πιο κάτω το οφθαλμιατρείο της Ελπίδας της Χασιά και κάτω-κάτω δεξιά η δεύτερη κόρη της Αρχοντούλας από το πιο πάνω στενό, ιδιαίτερα μαθήματα αγγλικών από κάτοχο μεταπτυχιακού στην Ειδική Αγωγή, τιμές φιλικές, γονείς προλάβετε. Ύστερα, σειρά είχαν τα σταυρόλεξα, τα αθλητικά κι ο καιρός. Κακοκαιρία θα σαρώσει λέει τη χώρα τα επόμενα εικοσιτετράωρα, όλα τα νησιά του Αιγαίου στην κατάψυξη. Ναι, την εφημερίδα περιμέναμε να μας το πει. Εδώ καλέ σ’ όλο το Πεταλιδονήσι δεν κυκλοφόραγε έξω μήτε ψύλλος χωρίς παλτό. Παράτησα το διάβασμα, έκαμα τις φούχτες μου λακουβίτσες να μαζέψω τα ψίχουλα από το μουσαμά του τραπεζιού να τα ρίξω στο νεροχυτάκι -κρίμα να μαζεύει πάλι η έρμη η Karina- και σήκωσα τ’ ακουστικό: δύο δέκα και τον γνωστό αριθμό.

-Ναι;

-Μπιλάκο; Τι κάνεις, αγόρι μου; Σ’ ενοχλώ μήπως, έχεις διάβασμα;

-Γειά σου παππού! Όχι, τώρα τέλειωσα τα Μαθηματικά κι ετοιμάζομαι να πάω στο μπάσκετ.

-Να σε χαρώ εγώ, Γκάλη μου! Φασούλα μου! Η μαμά; Μού τη δίνεις;

-Λείπει. Θες το μπαμπά; Α, όχι, ούτε ο μπαμπάς μπορεί. Είναι στο μπάνιο.

-Χρυσό μου, δε θέλω τίποτα. Μόνο πες τους πως την Πρωτοχρονιά σας περιμένω στο χωριό για το καθιερωμένο μας τραπέζι. Θα το θυμηθείς;

-Μωρέ, εγώ θα το θυμηθώ. Αλλά εσύ κράταγε μικρό καλάθι.

-Γιατί;

Πολλά τα κεράσια, φέτος..

-Βρε, άσε τα ήξεις αφήξεις και μίλα καθαρά. Τρέχει τίποτα;

-Τούς άκουσα να λένε πως βαρέθηκαν το χωριό. Είναι λέει μακριά, και δεν έχουμε λεφτά για βενζίνες κι ακτοπλοϊκά.

-Εσύ;

-Εγώ τι;

Θες να ‘ρθεις;

-Ναι, παππού. Είν’ ωραία εκεί. Έχει κούνιες, νόστιμα καλαμάρια και ψαρότρατες. Και μού ‘χεις λείψει πολύ. Αλλά, σε κάθε οικογένεια, αποφασίζουν πάντα οι μεγάλοι και τα παιδιά ακολουθούν.

Ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί. Το ‘κλεισα και γύρισα πάλι στο κουζινάκι μουδιασμένος. Δεν ήξερα τι να κάνω. Αχ, το σπίτι μου εμένα ήτανε πάντα μεγαθήριο: εκατόν είκοσι τετραγωνικά, χώρια οι βεράντες που βλέπανε τη θάλασσα πιάτο. Τώρα πώς στα κομμάτια δε με χώραγε ο τόπος, κι όλα γίνανε ξαφνικά τόσο μικρά, τόσο λίγα; Πώς σκοτείνιασαν οι τοίχοι, πώς βούλιαξαν τα πατώματα, πώς βάρυναν έτσι οι κεραμοσκεπές; Ακόμα κι εσένα, κυρά-θάλασσά μου, που σ’ υπηρέτησα όλη μου τη ζήση σα ναυτικός, τι να σε κάνω τώρα -να σε βλέπω απ’ τα παράθυρά μου, μονάχος;

-Παππού, scuză-mă11. Μιλάς ακόμα με τον μικρό; Α, εντάξει. Ξέρεις τι ήθελα να σε ρωτήσω; Έχεις μήπως σκεφτεί πότε θα πάρω άδεια φέτος;

-Ε;

-Έξις και ξερός. Μετά εμείς οι ξένοι κακοποιούμε τη γλώσσα σας. Την άδεια, λέω. Πότε θα μού τη δώσεις. Μού ‘στειλε μήνυμα ο Armando, θέλει να ξέρει για να κανονίσει τις μέρες του μήπως πάμε πουθενά anul ãsta12 με τα παιδιά.

-Να πάτε, κορίτσι μου. Όποτε θες, κανόνισε να φύγεις. Θα βολευτώ εγώ, μη σκας.

-Να είναι cel puțin13 εδώ η Αγνή με την οικογένειά της, να σε προσέχουν. Θα ‘ρθουν μεθαύριο τελικά; Εγώ σκεφτόμουνα να λείψω 30 Δεκέμβρη με 30 Γενάρη. Είναι καλά;

-Μια χαρά.

-Και, να σού πω. Επειδή απ’ το γύρνα και ξαναγύρνα τα στρώματα στους σουμιέδες, μού κατέβηκε το συκώτι στα γόνατα, σε πειράζει ν’ αφήσω τη μεσαία σάλα για αύριο;

Κράταγα ο έρμος να πιω ένα ποτήρι νερό -που κοράκιασα απ’ τη στενοχώρια- και κόντεψα να πνιγώ. Πώς τα πέταγε έτσι, η ρουφιάνα. Έλα ‘δω μωρή νυφίτσα του Δουνάβεως, τής λέω -και την ώρα εκείνη μού ‘ρθε να την αρχίσω στα ευχαριστώ, χίλια ευχαριστώ μαλαματένιο μου κορίτσι, να τής πω, που ώρες-ώρες έτσι που με κοιτάς είσαι ίδια κι απαράλλαχτη η Αγνή, άσ’ τες τις ρημάδες τις δουλειές -μα κανένα ντουβάρι δεν έπεσε ποτές αν έμεινε αξεσκόνιστο μια μέρα παραπάνω- τι θα ‘κανα αν δεν είχα κι εσένα, μη φύγεις χρυσό μου, φέτος ειδικά, που δε θα μού ‘ρθει απ’ την Αθήνα η προκόπω η κόρη μου με το παιδί, και τι γιορτή θα κάμω στο ξερόνησο μοναχός σαν το κούτσουρο. Μα, δεν είπα κουβέντα. Τις κατάπια όλες μου τις λέξεις μία-μία σαν στραγαλάκια ανήψητα, αχ τα μορτάκια τα συναισθήματα: αυτά πνίγουν πολύ περισσότερο κοσμάκη -παρά η χιλιοτραγουδισμένη θάλασσα. Σάστισε τότε η μικρή και γενήκανε τα μάτια της ολοστρόγγυλες πλατείες, εσύ κιτρίνισες καλέ παππού, μού λέει, αν είναι και θες οπωσδήποτε σήμερα έτοιμη τη μεσαία σάλα, άσε με να πάω μέσα να το τρέξω λίγο, γιατί μεσημέριασε και δε θα προλάβω.

-Όχι, καμάρι μου. Φτάνει για σήμερα. Τράβα ξεκουράσου, πάνε μια τσάρκα στο λιμάνι: κάμε ό,τι θες.

-Μα πώς; Έχω ακόμα τα ράφια, τις ντουλάπες, τα πατώματα, τα τζάμια, τα πατάρια και τις δυό βεράντες.

Με κοίταξε τότες καλύτερα, και σαν να κατάλαβε. Μη χολιάς14, μού λέει, δεν έγινε και τίποτις: θα ‘χουνε ποχρεώσες15 τα παιδιά. Αθήνα είν’ αυτή, δεν είναι παίξε-γέλασε. Στο κάτω-κάτω, μια μέρα σαν ούλες τις άλλες είναι κι η Πρωτοχρονιά, παππού, τι νόμισες; Θα σού ‘χω εγώ μαγερεμένα, σιδερωμένα, παστρικά, δε θα ‘χεις χρεία τίποτις και κανέναν, κύριος κι άρχοντας θα ‘σαι, εμένα μόνο να κλαις -που με τέτοιο ψοφόκαιρο- θα σκίζω τα σύγνεφα τα μουρτζούφλικα για να πάω να βρω τη φαμελιά μου, και κάμε Παναγιά μου μη φυσάει έτσι άγρια και πέσει το ροπλάνι16 μας και δεν έβρει μετά ο παπάς να θάψει -κουνήσου καλέ απ’ τη θέση σου, τής λέω, θα κάμω προσευχή στον Ταξιάρχη, μην έχεις έγνοια. Αλλά να…

-Τ’ είναι πάλι;

-Να… δηλαδής…Δε θέλω που θα φύγεις! Σε συνήθισα. Ας πούμε, σαν αφέντης σου -τρόπος του λέγειν, είμαι υποχρεωμένος να σ’ αφήκω, μάνα μου, να πας κι εσύ στην πατρίδα σου, γιατί και τα δικά σου τα κοριτσούδια ψυχούλες έχουνε τα δύστυχα, πώς να γενεί. Μα…ξέρεις… να… Μού κακοφαίνεται.

Σού κακοφαίνεται;

-Πάρε με μαζί.

-Πού, μωρέ τρελόγερε;

-Όπου να πας. Το ίδιο μού κάνει. Χώσε με σε μια βαλιτσούλα -απ’ αυτές που θα βαστάς μεθαύριο. Φορτωτική. Παντού χωράω ‘γω, είμαι λαφρυκόκκαλος17.

Μ’ άφησε κι έκλαιγα. Άρπαξε απ’ τον καλόγερο ένα αδιάβροχο σακάκι, το πέρασε στους ώμους της και χάθηκε στο σοκάκι -την ώρα που ο ήλιος ζαχάρωνε τις φυλλωσιές των δέντρων και γυάλιζε με πάστρα τ’ αλατοφαγωμένα τσιμέντα της προβλήτας. Έμεινα τότε μες στο σπίτι μοναχός. Εγώ και το παράπονό μου. Κι όταν επιτέλους κλείσαν οι βάνες των ματιών μου και βγάλαν κι οι λυγμοί μου το σκασμό, χύθηκα απάνω σε μια καρέκλα μπροστά στη σόμπα, ν’ ακούω τα τσάκα-τσούκα της φωτιάς και να τρίβω τις ξεραμένες μου φούχτες αναμεταξύ τους -μπας και ξεκοκκαλώσουνε. Κι έτσι γλαρά-γλαρά, με πήρε φαίνεται πάλι ο ύπνος. Κι είδα τους τέσσερις αέρηδες -όνειρο τούτη τη φορά- Τραμουντάνα, Όστρια, Λεβάντε και Πουνέντε, να πιάνονται σταυρωτά εναλλάξ -σε ζευγάρια αυτή τη φορά-και να χορεύουνε στον ουρανό κάτι βαλσάκια κοκέτικα, να τούς φτύνεις μην τούς ματιάσεις. Κάποια ώρα, τοκ-τοκ, η πόρτα. Πετάγομαι απάνω, εγώ είμαι λέει παππού, άνοιξε και ξέχασα πριν να πάρω κλειδιά. Και μπαίνει μέσα φουριόζα, κάνει τα χεράκια της σαν μπαλαρίνα κι αρχινάει να χορεύει πηδηχτά οχτάρια με τα οδοντογλυφιδίσια18 της κανιά απάνω στη φρεσκοστρωμένη κουρελού, τυλίγεται μετά στο λαιμό μου όλο σκέρτσο και με τραβάει σε χορό, εγώ χρυσό μου δεν είμαι για τέτοια, τής λέω, μέχρι κι οι σόλες απ’ τα παπούτσια μου είναι σκεβρωμένες -μωρέ άμα θες εσύ είσαι καλύτερος κι απ’ τον Νουρέγιεφ, πνίγεται στα γέλια, άιντε γλυκογέρο μ’ και ξεκίνα να φτιάχνεις σακ βουαγιάζ.

-Δηλαδής;

-Δηλαδής, έχομε και λέμε. Φανέλες μάλλινες έχεις μπόλικες στο δεύτερο συρτάρι. Καζάκες, μια σταυρωτή και μια ίσια, μέσα στο σεντούκι με τα προικιά της Αγνής. Πουκάμισα, ούύύ να φαν’ κι οι κότες. Πανταλόνια δεν έχεις πολλά, μα θα πλύνω απόψε αυτό που φοράς και μέχρι την Τετάρτη -αν φυσάει έτσι- θα ‘χει στεγνώσει. Παλτό, αυτό που θα φοράς κι άλλο ένα – και θα ‘σαι κομπλέ. Ξυριστικά μην κουβαλάς, θα σού δανείσει ο Armando. Οδοντόβουρτσα μόνο πάρε. Από λάπτοπ και κινητά, εσύ έχεις μαύρα μεσάνυχτα -κι ούτε σού πολυχρειάζονται κιόλα. Διαβατήριο, βιβλιάρια, κάρτες και ταυτότητες δεν ξέρω μόνο πού τα καταχωνιάζεις. Βρες τα, και φύγαμε.

Ούτε τη ρώτησα πώς τ’ αποφάσισε να με πάρει μαζί. Με λυπήθηκε; Ποιός ξέρει. Δεν ήθελα πάλι και να με λυπούνται, αλλά ας είναι. Και την Τετάρτη, τρείς και τέταρτο το μεσημέρι, πετάξαμε για Βουκουρέστι. Μία ώρα και τριάντα πέντε λεπτά, δε μάς φύσηξε απάνω στους αιθέρες ούτε λέπι. Το Οτοπένι19 από ψηλά, μια όαση. Η πόλη τους, μια καλλονή. Ο άντρας της ο Armando, κύριος με Κ κεφαλαίο. Οι δυό τους κόρες, Adelina20 και Giulia21, περιστέρες. Έμεινα σπίτι τους ολόκληρο το μήνα, αλλάξαμε το χρόνο σ’ ένα όμορφο μαγαζί με ζωντανή μουσική και θέα το Δούναβη, είδαμε και τι δεν είδαμε από μέρη, και γυρίσαμε στην Ελλάδα μαζί τέλη του μήνα, φορτωμένοι αναμνήσεις. Φορτωμένοι ζωή. Έμαθα και ρουμάνικα, τρομάρα να μού ‘ρθει. Βέβαια! Gura copilului adevăr grăiește 22 θα πει: τα παιδιά λένε πάντα την αλήθεια. Επίσης, casă23 λεν’ αυτοί το σπίτι. Και curte24, την αυλή.

Όσο για την Αγνή με τον εγγονό και το γαμπρό μου, έρχονται να μάς δούνε στο νησί αραιά και πού. Στη χάση και στη φέξη, δηλαδής. Πρωτοχρονιά δεν έτυχε να ξανακάνουμε ποτέ, ομοτράπεζοι, οι δυό Βασίληδες: πού τέτοια τύχη. Απ’ το τηλέφωνο τού εύχομαι κάθε χρόνο να ζήσει, του μικρού. Κι αυτός: φχαριστώ παππού και να μού χαιρετάς τις ψαρότρατες.

Αχ, αχ.

Δε βαριέσαι. Μού αρκεί που είν’ όλοι τους καλά. Μού αρκεί που είμαι κι εγώ καλά, μαζί με την Karina -που την έχω πια σα δεύτερη κόρη μου.

Αșa este viața25. Ελληνιστί: Έτσι είν’ η ζωή.

_

γράφει η Ιωάννα Μαρία Νικολακάκη

 

_____

  1. Σκλήριζαν: Ούρλιαζαν (κρητική διάλεκτος)
  2. μέγκλα: άριστα, πολύ καλά, φίνα (αργκό). [Υ.Γ. Ο ήρωας χρησιμοποιεί μια ιδιότυπη, αρχαΐζουσα γλώσσα, που είναι αποτέλεσμα του τρόπου μεγαλώματος του στο νησί, της δουλειάς του στα καράβια και της προχωρημένης του ηλικίας.]
  3. ψειρού: φυλακή (αργκό)
  4. somn: ύπνος (ρουμάνικα)
  5. Karina: ρουμάνικο γυναικείο όνομα, που σημαίνει καθαρή.
  6. Unsprezece: Έντεκα (ρουμάνικα)
  7. masă: τραπέζι (ρουμάνικα)
  8. χειροκόκκαλα: κόκκαλα των χεριών
  9. του πελάου: του πελάγους
  10. πεντοβόλαγε: μοσχοβολούσε
  11. scuză-mă: με συγχωρείς (ρουμάνικα)
  12. anul ãsta: φέτος (ρουμάνικα)
  13. cel puțin: τουλάχιστον (ρουμάνικα)
  14. Μη χολιάς: Μη στενοχωριέσαι
  15. ποχρεώσες: υποχρεώσεις
  16. ροπλάνι: αεροπλάνο
  17. λαφρυκόκκαλος: ελαφροκόκκαλος, δηλαδή με ελαφρύ σκελετό, και συνεκδοχικά: ο λιποβαρής
  18. οδοντογλυφιδίσια: λεπτά και μικροκαμωμένα σαν οδοντογλυφίδες
  19. Οτοπένι: η πόλη όπου βρίσκεται το αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου, Henri Coandă.
  20. Adelina: ρουμάνικο γυναικείο όνομα, που σημαίνει όμορφη.
  21. Giulia: ρουμάνικο γυναικείο όνομα, που είναι το αντίστοιχο του ελληνικού Ιουλία.
  22. Gura copilului adevăr grăiește: Ρουμάνικη παροιμία, που θα πει κατά λέξη: Το στόμα των παιδιών λέει πάντα την αλήθεια.
  23. casα: σπίτι. (ρουμάνικα)
  24. curte: αυλή (ρουμάνικα)
  25. Αșa este viațα: Έτσι είναι η ζωή (ρουμάνικα).

Υ.Γ. Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα, οι τοποθεσίες και οι καταστάσεις που περιγράφονται είναι φανταστικά. Οποιαδήποτε τυχόν ομοιότητα με υπαρκτά πρόσωπα είναι απολύτως συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επίσης, οποιαδήποτε αναφορά στη ρουμανική γλώσσα/πολιτισμό είναι αποτέλεσμα αναζήτησης σε διαδικτυακές πηγές -και δεν προέρχεται από βιωματική γνώση της συγκεκριμένης γλώσσας ή/και πολιτισμού- συνεπώς, είναι πιθανό να υπάρχουν σημαντικές διαφορές με το πώς οι συγκεκριμένες λέξεις/φράσεις χρησιμοποιούνται σήμερα από τους ομιλητές..