Ήταν μια εποχή αληθινά παράξενη αν και ό,τι ζούμε πάντα έχει συμβεί με κάποια άλλη μορφή σε άλλες εποχές. Ένας ιός από την Ανατολή είχε αναστατώσει όλον τον πλανήτη, κάθε μέρα ήσουν υποχρεωμένος να ακούς αναλυτικά τα θύματά του παντού. Σε μια εποχή που αρρώσταινες εύκολα και από άλλες αιτίες βρέθηκαν ξαφνικά τα σχολεία να αδειάζουν, οι συναθροίσεις να καταργούνται, οι μάσκες και τα αντισηπτικά τζελ να πωλούνται σε όρους μαύρης αγοράς. Σχεδόν όλα τώρα είχαν πάρει μια χροιά φόβου. Ένας βήχας ή ένα φτέρνισμα προκαλούσε τρόμο στα μάτια των επιβατών του μετρό, θα έλεγε κανείς περισσότερο τρόμο από ό,τι αν αυτός που έβηξε είχε τραβήξει όπλο. Δεν τολμούσες πια να σκεφτείς να πας κάπου που δεν ήταν απαραίτητο, οι δρόμοι τα Σάββατα ήταν άδειοι και φυσικά όλη αυτή η κατάσταση επηρέαζε πολλούς επαγγελματίες και απειλούταν πια η παγκόσμια οικονομία. Την ίδια στιγμή οι αρχιερείς αποφάσιζαν πως τα θρησκευτικά τελετουργικά τους ήταν απρόσβλητα στον ιό εξαγριώνοντας πολλούς άλλους, που κουρασμένοι από όλοι αυτήν την κατάσταση ήταν ευερέθιστοι και δεν ήθελαν και πολύ να ειρωνευτούν και να ξεσπάσουν.

Μια μέρα λοιπόν εκείνης της άνοιξης εμένα με πονούσε πολύ ο λαιμός μου. Ήμουν εξαντλημένος γιατί η επτάχρονη κόρη μου ήταν άρρωστη για πολλές μέρες και εναλλάξ με τη γυναίκα μου ξαγρυπνούσαμε στο πλευρό της. Τηλεφώνησα στη δουλειά και μου είπαν να δουλέψω από το σπίτι ή και να μη δουλέψω καθόλου, σχεδόν με παρακάλεσαν να μην πάω. Κι έτσι έμεινα στο σπίτι με την κόρη μου, ενώ η γυναίκα μου με μαύρους κύκλους στα μάτια πήγε στο Πανεπιστήμιο. Δεν ήταν καθηγήτρια αλλά στα τριάντα τέσσερά της είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τη δουλειά της στο δημόσιο και να γίνει γιατρός για να ανακαλύψει τη θεραπεία για μια ανίατη ασθένεια, που είχε ταλαιπωρήσει τον πατέρα της. Η δική μου δουλειά ήταν καλή και είχα αποφασίσει να την υποστηρίξω, μου άρεσε που δεν επέτρεπε στον εαυτό της να μεγαλώνει, να φθείρεται, να βαριέται. Όσο περνούσαν τα χρόνια όμως οι απαιτήσεις των σπουδών της ήταν όλο και μεγαλύτερες, έλειπε πολλές ώρες από το σπίτι για τα εργαστήρια, κλεινόταν για ώρες στο υπνοδωμάτιο και διάβαζε, ήταν συνεχώς αγχωμένη και κουρασμένη κι αυτό επηρέαζε και τη δική μου διάθεση.

Πολλές φορές μαλώναμε και τότε έβαζε τα κλάματα και μου έλεγε πως ήταν σαν να ανέβαινε σε έναν πύργο με χιλιάδες σκαλοπάτια και όταν απελπιζόταν ήταν σαν βρισκόταν στη μέση. Δεν μπορούσε ούτε να συνεχίσει, ούτε να κατέβει. Φοβόταν πως δεν ήταν καλή μητέρα, πως ήταν εγωιστικό να ακολουθήσει ένα παιδικό όνειρο τη στιγμή που είχε ένα παιδί να φροντίσει. Εγώ την άκουγα στωικά, την ενθάρρυνα και μερικές φορές επειδή έλεγε συνεχώς τα ίδια έκλεινα τα μάτια και με έπαιρνε ο ύπνος. Με νανούριζε πολύ το παράπονό της, η αγωνία της να ζήσει μια ζωή σύμφωνα με τις επιθυμίες της, ο φόβος της πως ήταν τελικά ένα αλλόκοτο πλάσμα που διέφερε από τους ανθρώπους της ηλικίας της και που δεν μπορούσε να ανήκει πουθενά ή να ηρεμήσει.

Η κόρη μου ήταν καλά εκείνο το πρωί και χοροπηδούσε. Όλη η ενέργεια που είχε χάσει είχε ξαναγυρίσει στο σώμα της, τα μάτια της έλαμπαν και είχε διάθεση για κουβέντα. Εγώ διάβαζα στο διαδίκτυο για τον ιό και ένιωθα στην καρδιά μου ένα πλάκωμα. Ο λαιμός μου πονούσε πολύ και ένιωθα ατονία. Αποφάσισα να μη δουλέψω. Τι νόημα θα είχε αν τελικά νοσούσα; Φαντάστηκα τον εαυτό μου αρχικά σε μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση στο σπίτι κι ύστερα στο νοσοκομείο σε καραντίνα κι ύστερα τελικά στον τάφο. Θα ήταν τόσο άδοξος θάνατος ένας θάνατος μέσα στους πολλούς. Η καταστροφολογία είναι σαν ένα τέρας μέσα στο μυαλό σου, που όλο και μεγαλώνει. Σαν τη Λερναία Ύδρα στο τέλος σε αγκαλιάζει ολόκληρο και δεν μπορείς να αναπνεύσεις. Έτσι κι εγώ, κι ενώ η κόρη μου γκρίνιαζε γιατί ήθελε να πάει στον κινηματογράφο το απόγευμα, αναρωτήθηκα τι θα έγραφαν στον τάφο μου. “Πέθανε από τον Μεγάλο Ιό”, ή “Πέθανε από Πονόλαιμο”, μπορούσα μόνο να σκεφτώ και τότε ήταν σαν όλη μου η ύπαρξη να είχε βρεθεί ξαφνικά γυμνή απέναντί μου και να με σαρκάζει. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα που να άξιζε να γραφτεί στον τάφο μου και η σκέψη αυτή με παρέλυσε. Ναι, είχα μια πολύ καλή θέση σε μια εταιρεία και έπαιρνα έναν καλό μισθό μα στην πραγματικότητα αγοράζαμε και πουλούσαμε συνεχώς το ίδιο πράγμα. Η κόρη μου ήταν ένα καλό και έξυπνο παιδί μα νομίζω πως αυτό οφειλόταν στη γυναίκα μου και φυσικά στην ίδια. Εγώ απέφευγα να γίνομαι αυστηρός και μου άρεσε να την κακομαθαίνω. Πολλές φορές δεν άντεχα το χοροπηδητό της, τα τραγούδια της, τα νεύρα της, έβαζα ακουστικά στα αυτιά μου και έβλεπα για ώρες σειρές στον υπολογιστή μου. Κι αν κάτι καλό έκανα στην ανατροφή της, έκανα απλώς το καθήκον μου. Έτσι κι αλλιώς θεωρώ πως δεν πρέπει να υπερηφανευόμαστε για τα όσα καλά κάνουν τα παιδιά μας. Όταν σαν γονιός χάνεις την ταπεινότητά σου ακυρώνεις αυτόματα ό,τι καλό έχεις κάνει. Ούτε λοιπόν ο πατρικός μου ρόλο θα γραφόταν στον τάφο μου. Έξυσα το κεφάλι μου και πήγα να φτιάξω ένα τσάι.

“Μπαμπά, μπαμπά, είναι άνοιξη κι ακόμη ο καιρός είναι χάλια!”, μου φώναξε η μικρή κι εγώ τότε της άνοιξα την τηλεόραση και την άφησα να βουλιάξει σε εγκεφαλική νέκρωση γιατί ήμουν πολύ βαθιά στο υπαρξιακό μου παραλήρημα. Ήμουν καλός στο τένις αλλά αυτό είναι κάτι που αξίζει να γραφτεί σε έναν τάφο; Αγαπούσα πολύ μια ποδοσφαιρική ομάδα και ως νέος υποστήριξα με πάθος ένα κόμμα, που τελικά με απογοήτευσε. Το να είσαι ακόλουθος, οπαδός όμως δεν είναι αληθινή ύπαρξη, είναι ένα κουκούλι στο οποίο κρύβεσαι επειδή ίσως φοβάσαι πολύ. Αναρωτήθηκα αν ήμουν καλός φίλος. Μάλλον δεν ήμουν. Νομίζω πως περηφανευόμουν κάπως για τα χρήματα που έβγαζα, όταν έβλεπα έναν φίλο μου, που τον θεωρούσα πάντα πιο όμορφο και είχε μεγάλη επιτυχία στις γυναίκες. Επίσης, όταν πρόσφατα ένας ξάδερφός μου δεν κατάφερε να αποκτήσει παιδί μετά από την έκτη προσπάθεια εξωσωματικής γονιμοποίησης ένιωσα τόσο αμήχανα, που είπα “Την υγειά μας να έχουμε”. Τώρα που το σκέφτομαι ήταν τερατώδες, πριν πέντε λεπτά του είχα δείξει φωτογραφία με την κόρη μου μασκαρεμένη ιππότη. Και κάποια καλή πράξη είχα κάνει ποτέ; Στο σούπερ μάρκετ την ίδια βδομάδα μια ηλικιωμένη κυρία με παρακάλεσε να της αγοράσω κάτι να φάει γιατί δεν είχε χρήματα. Συνηθισμένος να αρνούμαι τη βοήθεια σε επαίτες της είπα, “Δεν έχω ψιλά”. Αν της είχα αγοράσει πολλά τρόφιμα τότε, ίσως αυτό να άξιζε να γραφτεί στον τάφο μου μα εγώ δεν το είχα υπολογίσει ούτε σαν επιλογή τότε.

Όσο πιο πολύ σκεφτόμουν τον ιό, τόσο πιο πολύ πονούσε ο λαιμός μου και τόσο περισσότερο θυμόμουν πόσες φορές φέρθηκα αν όχι άσπλαχνα, αδιάφορα απέναντι σε δικούς μου ανθρώπους, γνωστούς ή αγνώστους. Θυμήθηκα που τα Χριστούγεννα πάτησα κατά λάθος ένα γατάκι με το αυτοκίνητο μου, θυμήθηκα τη στιγμή που είδα το μικρό του σώμα να τινάζεται και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να φεύγει η ζωή από μέσα του. Δεν το είχα κάνει επίτηδες και είχα στ’ αλήθεια στενοχωρηθεί μα εκείνη τη μέρα με τον πονόλαιμο ένιωθα σαν να ήμουν στυγερός δολοφόνος. Τι άνθρωπος ήμουν τελικά και πόσο άξιζε η ζωή και οι πράξεις μου;

Το ίδιο βράδυ γύρισε η γυναίκα μου κουρασμένη μα χαρούμενη.

“Σ’ ευχαριστώ για όλα μου είπε και με φίλησε. Είναι τόσο μαύρα όλα εκεί έξω που αν δεν είχα κάτι να ελπίζω, αν δεν είχα κάτι να περιμένω δεν ξέρω πώς θα ήταν η ζωή μου.”

“Μη με φιλάς! Μπορεί να σε κολλήσω!”, της φώναξα κι έτρεξα να της φέρω το αντισηπτικό τζελ. Μου χαμογέλασε και το χαμόγελό της σαν να είχε φέρει κάτι από την άνοιξη μέσα σε εκείνη τη μουντή μέρα.

“Αλήθεια, εσύ τι θα ήθελες να γράψουν στον τάφο σου;”, τη ρώτησα κι εκείνη δεν απόρησε γιατί σκεφτόταν συχνά τον θάνατο. Νομίζω όμως πως η ζωή και η σκέψη της ήταν ένα αδιάκοπο τρεχαλητό που συντηρούσε τη ζωή στην πιο καθαρή μορφή της.

“Ονειρευόταν μέχρι τέλους και εκπλήρωσε τουλάχιστον ένα μεγάλο της όνειρο. Αυτό θα ήθελα να γράψουν”, ήταν η απάντησή της. Ύστερα βέβαια άρχισε να λέει πόσο δύσκολο είναι να σπουδάζει σε αυτήν την ηλικία και αν άξιζε τελικά να αφήσει τη δουλειά της στο δημόσιο και μήπως δεν ήταν καλή μητέρα. Επίσης, η ασθένεια που ήθελε να θεραπεύσει ήταν ανίατη, κι αυτό ήταν κάτι που την προβλημάτιζε πολύ. Εγώ έκλεισα τα μάτια και άφησα την αμφιβολία της να με νανουρίζει. Ο λαιμός μου πονούσε αφόρητα και τότε ορκίστηκα στον εαυτό μου πως αν δεν πέθαινα εκείνη την άνοιξη, πρώτον θα πραγματοποιούσα ένα παιδικό μου όνειρο, δεύτερον θα έκανα περισσότερο καλό στους γύρω μου. Δεν τα έχω καταφέρει ακόμη σε τρομερό βαθμό, όμως, ο τρόμος του θανάτου έχει μείνει ακόμη στον λαιμό μου και μου θυμίζει πως τελικά για κάτι θα πρέπει να αξίζει να ζει κανείς.

Όπως καταλάβατε, δεν πέθανα από τον τρομερό ιό. Δυστυχώς πέθαναν πολλοί και πολλά άλλα άσχημα έφερε. Κάποια από τα πολλά δυσάρεστα ήταν ο φόβος για την ανθρώπινη επαφή και η αίσθηση ότι το τεντωμένο σκοινί στο οποίο περπατάμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε δεν θέλει και πολύ για να σπάσει. Κατά τη γνώμη μου όμως το πιο επώδυνο από όλα να ήταν ότι μείναμε για τόσο καιρό κοντά μόνο στον εαυτό μας…

_

γράφει η Κατερίνα Τζωρτζακάκη

 

_____

…για την αποφυγή παρερμηνειών, μιας και πρόκειται για λογοτεχνικό κείμενο.

Πολίτες που ανησυχούν ότι πάσχουν από λοίμωξη του αναπνευστικού (πυρετό ή/και βήχα ή/και δύσπνοια) και ήρθαν σε επαφή με πιθανό ή επιβεβαιωμένο κρούσμα ή έχουν ιστορικό ταξιδιού σε πληττόμενες χώρες θα πρέπει να επικοινωνούν με τον ΕΟΔΥ στο τηλ. 1135.

Προσοχή: Δεν θα πρέπει να επισκέπτονται ιδιωτικά ιατρεία, εφημερεύοντα νοσοκομεία, εξωτερικά ιατρεία κ.λπ. Ο ΕΟΔΥ θα μεριμνήσει για την διακομιδή τους σε νοσοκομεία αναφοράς του κορονοϊού. Χρήσιμες πληροφορίες εδώ.